ΟΔΕΥΟΥΜΕ ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΘΕΡΜΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ; Η Άγκυρα μεθοδεύει τη νομοθέτηση «γκρίζων ζωνών»; Και πώς τοποθετείται η Αθήνα στο σκηνικό που διαμορφώνεται;
Η νέα νομοθετική πρωτοβουλία της Τουρκίας για δυνατότητα ανακήρυξης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) έως 200 ναυτικά μίλια επαναφέρει στο επίκεντρο τη γεωπολιτική αντιπαράθεση στην Ανατολική Μεσόγειο και προκαλεί νέο κύκλο συζητήσεων για τις πραγματικές επιδιώξεις της Άγκυρας.
Παρότι μια μονομερής ενέργεια εκ μέρους της Τουρκίας δεν αρκεί για να δημιουργήσει διεθνώς αναγνωρισμένα κυριαρχικά δικαιώματα ούτε μπορεί να αναιρέσει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, η κίνηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη πολιτική και στρατηγική σημασία. Ειδικότερα, η Άγκυρα επιχειρεί να θεσμοθετήσει εσωτερικά το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», δημιουργώντας ένα νέο νομικό και επιχειρησιακό πλαίσιο που θα της επιτρέπει να προχωρά σε μονομερείς διεκδικήσεις και κινήσεις αμφισβήτησης απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο.
Δρ. Ευρωπαϊκής ασφάλειας και νέων απειλών
Την ίδια στιγμή, η γειτονική χώρα εμφανίζεται ολοένα και πιο ανήσυχη απέναντι στις νέες περιφερειακές ισορροπίες που διαμορφώνονται στην περιοχή. Οι στρατηγικές συνεργασίες της Ελλάδας με τη Γαλλία, την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οι συμφωνίες οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών, οι ενεργειακές συμπράξεις και η ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας μεταβάλλουν το γεωπολιτικό τοπίο της Ανατολικής Μεσογείου.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Τουρκία επιχειρεί να επαναφέρει δυναμικά τις διεκδικήσεις της, επιδιώκοντας να αποτρέψει την παγίωση νέων τετελεσμένων που θεωρεί ότι περιορίζουν τον περιφερειακό της ρόλο.
Ο Δρ. Ευρωπαϊκής Ασφάλειας και Νέων Απειλών και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ, Τριαντάφυλλος Καρατράντος, εξηγεί τι σημαίνει πρακτικά η νέα τουρκική πρωτοβουλία, πώς επηρεάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδας και Κύπρου, γιατί η Τουρκία επιλέγει αυτή τη χρονική στιγμή να ανεβάσει τους τόνους και ποια πρέπει να είναι η στρατηγική απάντηση της Αθήνας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής ρευστότητας.
— Τι σημαίνει πρακτικά η νομοθετική πρωτοβουλία Ερντογάν για ΑΟΖ έως 200 ναυτικά μίλια;
Πρακτικά η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία δεν δημιουργεί ΑΟΖ έως 200 ναυτικά μίλια όταν επικυρωθεί. Είναι ένα νομοθετικό και πολιτικό εργαλείο με το οποίο η Τουρκία θα μπορεί να προχωρά μονομερώς σε ανακηρύξεις θαλάσσιων ζωνών και διεκδικήσεων σε περιοχές όπου προβάλει διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου και προσπαθεί να τις αμφισβητήσει. Δίνει λοιπόν εσωτερική θεσμική διάσταση στην πρακτική των NAVTEX και στο στρατηγικό αφήγημα της “Γαλάζιας Πατρίδας” και δημιουργεί το υπόβαθρο για πιθανές μελλοντικές κινήσεις στους τομείς της ενέργειας και της θαλάσσιας ασφάλειας.
— Πώς επηρεάζει η νέα τουρκική ρητορική για την ΑΟΖ τα κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδας και Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο;
Μια μονομερής εθνική νομοθεσία δεν αναιρεί το διεθνές δίκαιο ούτε παράγει διεθνώς αναγνωρισμένα αποτελέσματα. Η οριοθέτηση ΑΟΖ είναι μια συγκεκριμένη διαδικασία και γίνεται μέσω συμφωνιών ή με αποφάσεις διεθνών δικαιοδοτικών μηχανισμών. Αυτή είναι και η καρδιά της ελληνικής θέσης ότι τα νησιά διαθέτουν δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας. Δίνει όμως με αυτό τον τρόπο νομική διάσταση σε πιθανές επιχειρησιακές κινήσεις αμφισβήτησης ή δημιουργίας έντασης, όπως έχει κάνει στο παρελθόν και προσπαθεί να δώσει μια νέα δυναμική στις διαχρονικές της διεκδικήσεις.
— Γιατί ανεβάζει την ένταση η Τουρκία αυτή τη στιγμή; Πόσο έχει επηρεάσει η τριπλή συμμαχία Ελλάδας, Γαλλίας, Κύπρου;
Η Τουρκία ανεβάζει την ένταση επειδή βλέπει ότι διαμορφώνεται μια νέα περιφερειακή ισορροπία χωρίς την ίδια στον ρόλο που επιδιώκει. Η ενίσχυση των συμμαχιών της Ελλάδας – με τη Γαλλία, την Κύπρο και ευρύτερα στην περιοχή – λειτουργεί ως βασικός επιταχυντής αυτής της αντίδρασης.
Πρώτον, η Ελλάδα έχει δημιουργήσει συγκεκριμένα τετελεσμένα στο θαλάσσιο πεδίο. Πρωτοβουλίες όπως ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, τα θαλάσσια πάρκα, οι συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ και οι συνεργασίες με μεγάλες ενεργειακές εταιρείες έχουν ενισχύσει τη θέση της Αθήνας και αποδυναμώνουν έμπρακτα το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Αυτό μεταφράζεται σε πίεση προς την Άγκυρα να αντιδράσει πριν παγιωθεί μια νέα πραγματικότητα. Δεύτερον, το ευρύτερο περιβάλλον στη Μέση Ανατολή έχει αλλάξει δραστικά μετά την κρίση που πυροδότησε η σύγκρουση στη Γάζα και η ευρύτερη αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ισραήλ–Ιράν. Η Τουρκία βλέπει ότι χάνει επιρροή σε κρίσιμα μέτωπα, αποδυναμώνονται δίκτυα και εταίροι της στην περιοχή και δεν έχει τον ρόλο που επιδίωκε στη νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική.
Τρίτον, υπάρχει το διαχρονικό «σύνδρομο περικύκλωσης» της τουρκικής στρατηγικής. Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι διαμορφώνεται ένα πλέγμα συνεργασιών γύρω της, στο οποίο η ίδια δεν συμμετέχει ή συμμετέχει περιορισμένα. Αυτό την οδηγεί σε πιο επιθετική ρητορική και κινήσεις, ώστε να δηλώσει «παρούσα» και να επαναφέρει τις διεκδικήσεις της στο τραπέζι.
Τέταρτον, οι προσδοκίες για ισχυρή γεωπολιτική στήριξη (π.χ. από τις ΗΠΑ) δεν έχουν επιβεβαιωθεί στον βαθμό που ανέμενε, ενώ αντίθετα ενισχύεται η στρατηγική συνεργασία ΗΠΑ–Ελλάδας, ειδικά στον ενεργειακό τομέα.
Πέμπτη, η επίδραση της τριμερούς Ελλάδας- Γαλλίας- Κύπρου είναι σημαντική και πολυεπίπεδη. Στρατιωτικά: Η συνεργασία με τη Γαλλία (εξοπλιστικά, ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής) ενισχύει την αποτρεπτική ισχύ της Ελλάδας και αλλάζει την ισορροπία στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Πολιτικά–διπλωματικά: Η σύμπλευση Ελλάδας και Κύπρου, σε συνδυασμό με τη στήριξη της Γαλλίας, δίνει ευρωπαϊκή διάσταση στις ελληνικές θέσεις. Περιφερειακά: Όταν αυτή η συνεργασία «κουμπώνει» με άξονες όπως Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ και Ελλάδα–Αίγυπτος, δημιουργείται ένα ευρύτερο πλέγμα που περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων της Τουρκίας.
Η Τουρκία ανεβάζει την ένταση επειδή βλέπει ότι διαμορφώνεται μια νέα περιφερειακή ισορροπία χωρίς την ίδια στον ρόλο που επιδιώκει.
— Ποια πρέπει να είναι η απάντηση της Ελλάδας;
Η βέλτιστη απάντηση της Ελλάδας είναι να συνεχίσει ακριβώς αυτό που ήδη κάνει, να δημιουργεί νομικά, ενεργειακά και γεωπολιτικά τετελεσμένα, να τα «κλειδώνει» θεσμικά μέσω ΕΕ και ΟΗΕ, και να τα στηρίζει με ισχυρές συμμαχίες. Αυτό το μείγμα λειτουργεί αποτρεπτικά και αναγκάζει την Τουρκία να σκέφτεται πολύ πιο προσεκτικά πριν επιλέξει την κλιμάκωση.
Ειδικότερα, πρώτον, συνέχιση και εμβάθυνση των τετελεσμένων στο πεδίο. Η Ελλάδα οφείλει να επιμείνει σε πρωτοβουλίες όπως ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, οι ενεργειακές συνεργασίες και οι οριοθετήσεις θαλασσίων ζωνών. Αυτές οι κινήσεις δεν είναι απλώς διπλωματικές –δημιουργούν θεσμική και πρακτική πραγματικότητα εντός της ΕΕ και του ΟΗΕ, που λειτουργεί ως αντίβαρο στις τουρκικές διεκδικήσεις.
Δεύτερον, σταθερή θεσμική και νομική αντίδραση. Όπως έγινε με το τουρκολιβυκό μνημόνιο, κάθε τουρκική πρωτοβουλία πρέπει να απαντάται με προσφυγή σε διεθνή fora, τεκμηρίωση βάσει διεθνούς δικαίου και διπλωματική κινητοποίηση συμμάχων. Η λογική είναι σαφής: καμία ενέργεια να μην μένει αναπάντητη, αλλά πάντα με όρους νομιμότητας.
Τρίτον, ενίσχυση του πλέγματος συμμαχιών. Οι άξονες Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και Ελλάδας–Γαλλίας–Κύπρου, σε συνδυασμό με τη στήριξη της ΕΕ, συγκροτούν ένα συνεκτικό σύστημα αποτροπής. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί δεν απαντά μόνο σε επίπεδο ρητορικής, αλλά επηρεάζει τον υπολογισμό κόστους–οφέλους της Τουρκίας.
Τέταρτον, συνέχιση της διπλωματικής συνέπειας ανεξαρτήτως έντασης. Η ελληνική στρατηγική πρέπει να παραμένει σταθερή είτε υπάρχει ένταση είτε περίοδος αποκλιμάκωσης. Δηλαδή να μην «παγώνουν» πρωτοβουλίες όταν πέφτουν οι τόνοι και να μην υπερ-αντιδρά σε περιόδους έντασης.
Πέμπτον, αξιοποίηση του διεθνούς συγκυριακού πλαισίου. Με τη Μέση Ανατολή σε ρευστή κατάσταση και τις σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ σε ένταση, η Ελλάδα έχει περιθώριο να ενισχύσει τον ρόλο της ως σταθερός και αξιόπιστος εταίρος στην περιοχή – κάτι που ήδη αναγνωρίζεται
— Ποιο ρόλο παίζουν οι διεθνείς παίκτες, όπως οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, στην αποκλιμάκωση ή στην ενίσχυση της έντασης στα ελληνοτουρκικά;
Κανείς από τους τρεις διεθνείς παίκτες που αναφέρετε δεν θεωρεί πως έχει να κερδίσει κάτι από περιόδους έντασης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και σε καμία περίπτωση δεν έχει επιδιώξει κάτι τέτοιο. Πως θα μπορούσε να το κάνει άλλωστε όταν μια κλιμακούμενη ένταση μεταξύ των δύο συμμαχικών χωρών του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στη Νότια Πτέρυγα της Συμμαχίας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που υπάρχει ακόμη ο πόλεμος στην Ουκρανία και η αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Το ίδιο, με τις λογικές διαφοροποιήσεις πάντα, ισχύει και για την Ε.Ε Σαφώς ούτε και οι ΗΠΑ επιδιώκουν ένταση, έχουν άλλωστε παρέμβει πολλές φορές στο παρελθόν για να επιτευχθεί αποκλιμάκωση, ακόμη και στις πολύ δύσκολες στιγμές, όπως η κρίση των Ιμίων.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, με σημείο καμπής το 2019, οι ΗΠΑ έχουν διαφοροποιήσει την στρατηγική προσέγγιση τους στην Ανατολική Μεσόγειο, επενδύοντας σε ένα πεντάγωνο συμμαχικών χωρών και περιορίζοντας την εξάρτηση του σχεδιασμού τους από τον κομβικό ρόλο της Τουρκίας. Αυτή η συνθήκη έχει πλέον μετεξελιχθεί σε νέα πραγματικότητα στο πεδίο, με κινητήριο μοχλό τον άξονα Ελλάδας- Κύπρου- Ισραήλ. Η αντίδραση λοιπόν της Τουρκίας έχει και αυτή τη διάσταση. Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι όπως ήταν πριν από 15 χρόνια. Πλέον έχουν δημιουργηθεί νέες δυναμικές, νέες συμμαχίες, και αυτό σταθμίζεται συνολικά και από τις χώρες της περιοχής και από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από το ΝΑΤΟ και από τις ΗΠΑ.