Είναι (ξανά) ο λαϊκισμός το πρόβλημα;

Είναι (ξανά) ο λαϊκισμός το πρόβλημα; Facebook Twitter
Οι πρόχειρες υποσχέσεις, η απατηλή διαφήμιση, οι ευκολίες που σκεπάζονται με προγραμματική αοριστία, είναι συμπτώματα με πολλούς αποδέκτες. Εικονογράφηση: bianka/LIFO
0

ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ συναντάμε άρθρα και αναρτήσεις που μιλούν για έναν κίνδυνο λαϊκισμού στην Ελλάδα του 2024 και της πορείας προς τις ευρωεκλογές. Στέκονται κυρίως στο παράδειγμα των μεταλλάξεων στον ΣΥΡΙΖΑ του Κασσελάκη και στη δυναμική που ανιχνεύεται δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας, κυρίως στο κόμμα του Κυριάκου Βελόπουλου και στις επιρροές του.

Είναι όμως ο λαϊκισμός το πρόβλημα της χώρας; Προφανώς, η δημοσιογραφική και πολιτική χρήση του όρου δεν είναι υποχρεωμένη να ξέρει πως στην πολιτική θεωρία και στις διεθνείς συζητήσεις για τη δημοκρατία ο λαϊκισμός είναι σύνθετο και απαιτητικό πεδίο. Και ας υπάρχουν στη χώρα μας ερευνητές στο πανεπιστήμιο που μελετούν τους λαϊκισμούς εδώ και χρόνια. Κυκλοφορούν εξάλλου πολλές έρευνες και κείμενα που δεν είναι όλα τους «δυσνόητα» ή «θεωρητικούρες», όπως τα βαφτίζουν διάφοροι στην πολιτική και δημοσιογραφική αγορά όταν δεν κάνουν τον κόπο να ενημερωθούν στα στοιχειώδη.

Οι πρόχειρες υποσχέσεις, η απατηλή διαφήμιση, οι ευκολίες που σκεπάζονται με προγραμματική αοριστία, είναι συμπτώματα με πολλούς αποδέκτες. Αφορούν και «λαϊκιστές» και «αντι-λαϊκιστές», τμήματα της αριστεράς και της κεντροδεξιάς

Δεν ανήκω σε αυτούς που χρησιμοποιούν κάποια συγκεκριμένη θεωρία λαϊκισμού για την αποκρυπτογράφηση των δημόσιων προβλημάτων ή των πολιτικών ιδεών. Έχω όμως την αίσθηση πως η αυτόματη καταφυγή σε μια κουβέντα περί λαϊκισμού, κάθε φορά που έχουμε ανορθόδοξους παίκτες στην πολιτική σκηνή ή άνοδο της πόλωσης, δεν προσφέρει πολλά. Τι ονομάζουν, ας πούμε, λαϊκισμό πολλοί από τους σχολιαστές; Απαντούν, αν κρίνει κανείς από τα άρθρα τους: την πολιτική επένδυση στο συναίσθημα, ιδίως με αφορμή το δυστύχημα στα Τέμπη. Η αλήθεια είναι, όμως, πως δεν υπάρχει καμία στιγμή πολιτικής έντασης που να μη συντονίζεται με επώδυνα κοινωνικά συναισθήματα. Αν ανατρέξουμε στη δημόσια κριτική για τους χειρισμούς των Αρχών στην πυρκαγιά στο Μάτι, θα δούμε ότι συνοδευόταν από μεγάλο κύμα θυμού και συχνά ακραίων δημόσιων κατηγοριών. Σε εκείνο το κύμα μετείχαμε διαφορετικοί σχολιαστές με κριτική στάση για την τότε διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Το ότι στις δημοκρατίες –περισσότερο απ’ όσο σε αυταρχικά καθεστώτα– μετρούν τα δημόσια συναισθήματα και οι διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις προσπαθούν να συντονιστούν ή έστω να επικοινωνήσουν με αυτά δεν είναι κάτι παράξενο ούτε μεμπτό.

Ούτε συνιστά υποχρεωτικά δείγμα λαϊκισμού η ευαισθησία για τις τιμές βασικών αγαθών, ο θυμός για κάποιες μορφές ατιμωρησίας ισχυρών παικτών ή η απαίτηση για διαφάνεια σε αυθαίρετα συστήματα μεταξύ μυστικών υπηρεσιών και κυβερνητικών κέντρων. Αν, βέβαια, κάποιος ισχυριστεί ότι όλες οι τιμές μπορεί να υποχωρήσουν αυτόματα μετά από συνοπτικές πολιτικές εντολές, τότε δεν θα πούμε ότι είναι λαϊκιστής αλλά ότι δεν έχει ιδέα από τους μηχανισμούς λειτουργίας μιας καπιταλιστικής οικονομίας και των νομικών της εργαλείων. Αυτό όμως είναι μια άλλη υπόθεση.

Θα ήταν καλύτερα, τελικά, στη θέση του λαϊκισμού να δούμε τις πολλές και διαφορετικές εστίες πολιτικών και κοινωνικών δεινών. Θέματα που τα συσχετίζουν πολλοί με τον λαϊκισμό, όπως η συστηματική χρήση μιας μαύρης πολιτικής επικοινωνίας, η συναισθηματική «πορνογραφία» ή μια γενική και δραματοποιημένη ρητορική κατά των ελίτ, έχουν μεγαλύτερη σχέση με το στυλ δημοσιότητας σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες – με λογικές που ακμάζουν στα social media και στις πλατφόρμες. Ψάχνοντας να βρούμε αυθεντική δημαγωγία, θα ήταν προτιμότερο να πάμε στις καμπάνιες των μεγάλων εταιρειών (που καταφεύγουν πάντα σε πλήθος παραπλανητικών υποσχέσεων) ή στο γνωστό μοτίβο για «πιο αυστηρές ποινές» που σπεύδει να κολακεύσει το «δημόσιο αίσθημα». Με άλλα λόγια, σε όλο το μήκος και πλάτος των αγορών και της πολιτικής εξουσίας βλέπεις πρόχειρες υποσχέσεις, απατηλή διαφήμιση και ευκολίες που συσκοτίζουν την αναπόφευκτη μεροληψία των πολιτικών αποφάσεων (ότι δεν ωφελούν ούτε ενδυναμώνουν τους πάντες).

Οι πρόχειρες υποσχέσεις, η απατηλή διαφήμιση, οι ευκολίες που σκεπάζονται με προγραμματική αοριστία, είναι συμπτώματα με πολλούς αποδέκτες. Αφορούν και «λαϊκιστές» και «αντι-λαϊκιστές», τμήματα της αριστεράς και της κεντροδεξιάς, πρόσωπα που εντάσσονται σε διαφορετικά κόμματα. Μπορούμε, όμως, να πούμε ότι σε αυτήν τη συγκυρία τα περισσότερα δεινά προέρχονται απ’ όσους ονομάζουν σταθερότητα τις προοπτικές των κερδών και των προνομίων τους. Και το να έχει κανείς βάσιμες αντιρρήσεις γι’ αυτό είναι μάλλον δείγμα σύνεσης παρά απόδειξη ανορθολογισμού. Το κοινωνικό συναίσθημα που κατανοεί με τον τρόπο του ότι τα πράγματα είναι χειρότερα από τις επίσημες διαβεβαιώσεις για την κατάσταση μπορεί να είναι ένα ρεαλιστικά καίριο συναίσθημα. Επειδή, όπως ξέρουμε, η ανησυχία και τα ερωτήματα είναι ο φυσικός σύμμαχος των δημοκρατικών πνευμάτων. Και ίσως μόνο μέσα από την κριτική ανησυχία μπορεί κανείς να παραμερίσει και να απογυμνώσει τους λαοπλάνους και τους πονηρούς πολιτευτές κι αυτής της εποχής.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Οπτική Γωνία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Xορηγοί του κοινωνικού συντηρητισμού

Οπτική Γωνία / Xορηγοί του κοινωνικού συντηρητισμού

Από τη στιγμή που άνθρωποι της ποπ δημοσιότητας αγορεύουν περί αξιών, οικογένειας, φυσιολογικής ζωής ή κοινωνικών προτύπων, δεν θα καταδικάζονται για την τυχόν ευλάβειά τους αλλά για τις δημόσιες αντιλήψεις τους και το δηλητηριώδες κοινωνικό τους μήνυμα.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
Ευρωεκλογές 2024: Τι «αντισώματα» έχει ο ευρωπαϊκός Νότος στην Ακροδεξιά;

Guest Editors / Ευρωεκλογές 2024: Τι «αντισώματα» έχει ο ευρωπαϊκός Νότος στην Ακροδεξιά;

Δύο μήνες πριν ανοίξουν οι κάλπες των Ευρωεκλογών, στο σημερινό έβδομο σημείωμα του Παρατηρητηρίου για την Ακροδεξιά, το Σημείο διερευνά γιατί οι χώρες της Νότιας Ευρώπης δεν αποτελούν πια εξαίρεση στην πανευρωπαϊκή τάση ενίσχυσης του δεξιού άκρου.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί αυξάνονται τα κρούσματα της γρίπης και πόσο μας προστατεύει το εμβόλιο;

Οπτική Γωνία / Γιατί αυξάνονται τα κρούσματα της γρίπης και πόσο μας προστατεύει το εμβόλιο;

Ποιοι παράγοντες συμβάλλουν στη φετινή έξαρση και ποια μέτρα προστασίας παραμένουν κρίσιμα για τον γενικό πληθυσμό και τις ευπαθείς ομάδες; Ο Δημήτρης Παρασκευής, καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, εξηγεί.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
CHECK Σπέτσες: το χρονικό ενός αμφιλεγόμενου έργου/ Σπέτσες: Οδική ασφάλεια ή αλλοίωση τοπίου;

Ρεπορτάζ / Σπέτσες: Ποιο έργο απειλεί να αλλοιώσει τη φυσιογνωμία του νησιού;

Το χρονικό του αμφιλεγόμενου έργου φωτισμού της περιμετρικής οδού του νησιού, που έχει προκαλέσει την αντίδραση μέρους των πολιτών και της Αναργύρειου Κοργιαλένειου Σχολής.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Τρεις αυτοκτονίες και μια κοινωνία που τις προσπερνά τόσο εύκολα

Οπτική Γωνία / Τρεις αυτοκτονίες και μια κοινωνία που τις προσπερνά τόσο εύκολα

Ένας κτηνοτρόφος που έχασε το βιος του, ένας πατέρας που έχασε το παιδί του και ένας έφηβος που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Άνθρωποι που δεν άντεξαν άλλο και δεν ζητούν τη λύπη μας αλλά την προσοχή μας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ιράν: Μουλάδες τέλος;

Οπτική Γωνία / Εξέγερση στο Ιράν: Μουλάδες τέλος;

Θα γίνει ο μαζικός ξεσηκωμός που συνταράσσει για δεύτερη συνεχόμενη εβδομάδα το Ιράν η ταφόπλακα της Ισλαμικής Δημοκρατίας; Πολλοί το επιδιώκουν, προπαντός ένα ολοένα αυξανόμενο κομμάτι του ιρανικού λαού.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Γκάζι: Από εργατική συνοικία, «λούνα παρκ» της νύχτας

Αθήνα / Γκάζι: Από εργατική συνοικία, «λούνα παρκ» της νύχτας

Πώς μια περιοχή με έντονα χαρακτηριστικά γειτονιάς, με μια κοινότητα μουσουλμάνων της Θράκης και εργαστήρια καλλιτεχνών στα τέλη του ’80 με αρχές του ’90, εξελίχθηκε σε τόπο μαζικής διασκέδασης.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Gen Z και εργασία στην Ελλάδα: «Δυστυχώς αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με άλλον υποψήφιο»

Οπτική Γωνία / «Δυστυχώς αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με άλλον υποψήφιο»

Πώς είναι να προσπαθείς να μπεις στην αγορά εργασίας σε μια περίοδο που η αβεβαιότητα έχει γίνει κανονικότητα; Ο Βασίλης Τσούτσης, φοιτητής Οικονομικών, περιγράφει την εμπειρία της πρώτης αναζήτησης εργασίας, ενώ ο Χρήστος Γούλας, γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, αναλύει το χάσμα που υπάρχει μεταξύ νέων και εργοδοτών.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ