Ο ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΣ, μετά την ομολογία ενοχής του το 2008, ως sex offender κατηγορίας επιπέδου 3, δηλαδή «υψηλού κινδύνου», Τζέφρι Έπσταϊν ήταν μία από τις πιο σκοτεινές προσωπικότητες των τελευταίων δεκαετιών στις ΗΠΑ. Τα e-mails και τα ντοκουμέντα που δημοσιοποιήθηκαν αυτές τις μέρες από την Επιτροπή Εποπτείας και Λογοδοσίας της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ αποκάλυψαν ότι διατηρούσε επαφές με πολλούς Αμερικανούς διανοούμενους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο διάσημος γλωσσολόγος, καθηγητής Νόαμ Τσόμσκι. Η είδηση αυτή έχει εκπλήξει πολλούς διεθνώς και προκαλεί αμηχανία σε όσους εκτιμούσαν τον διάσημο αριστερό διανοούμενο.
Ορισμένοι αναφέρουν, προς υπεράσπισή του, ότι από τις έως τώρα αποκαλύψεις δεν έχει προκύψει κάποια εμπλοκή του σε ποινικό αδίκημα – και αυτό είναι αλήθεια. Πολλοί όμως επισημαίνουν ότι η φιλική σχέση με κάποιον που έχει καταδικαστεί για σεξουαλικά αδικήματα, και ειδικά για προσέλκυση ανηλίκου σε πορνεία, έχει από μόνη της ηθική απαξία, καθώς τη συγκεκριμένη περίοδο δεν υπήρχε το άλλοθι της άγνοιας.
Ένα τμήμα της αμερικανικής διανόησης βλέπει τις αποκαλύψεις για την επικοινωνία Τσόμσκι - Έπσταϊν ως ευκαιρία για προβληματισμό σχετικά με την κατάσταση της ελίτ του ακαδημαϊκού και επιστημονικού κατεστημένου των ΗΠΑ.
Ανταλλαγή μηνυμάτων με ελληνικό ενδιαφέρον
Σε μια ανταλλαγή e-mails τον Αύγουστο του 2015, ο Έπσταϊν λέει στον Τσόμσκι να πετάξει για την Ελλάδα μόνο αν νιώθει καλά, αναφέροντας ότι λίγο πριν είχε χρειαστεί να στείλει το ιδιωτικό αεροπλάνο του στην Ελλάδα για έναν άλλο «αριστερό φίλο», ώστε να τον φέρει στις ΗΠΑ για να δει έναν γιατρό στη Νέα Υόρκη.
Πιο συγκεκριμένα, σε απαντητικό μήνυμα του Έπσταϊν προς τον Τσόμσκι στις 5 Αυγούστου 2015 αναφέρονται τα εξής: «Πήγαινε στην Ελλάδα μόνο αν αισθάνεσαι καλά, μόλις χρειάστηκε να στείλω το αεροπλάνο μου να φέρει πίσω έναν άλλο αριστερό φίλο από την Αθήνα για να δει έναν Εβραίο γιατρό στη Νέα Υόρκη».
Ο Τσόμσκι την επόμενη μέρα τού απαντά ότι το ταξίδι ακυρώθηκε: «Άσχημα νέα. Αποφασίσαμε να μην πάμε. Είχα προσκληθεί να μιλήσω στο Κοινοβούλιο, αλλά τι να πει κανείς; Πέρα από αυτό, έχουν αρκετούς ανθρώπους που τους δίνουν κακές συμβουλές».
Περίπου δύο ώρες αργότερα ο Έπσταϊν του στέλνει νέο μήνυμα, σχολιάζοντας το ελληνικό οικονομικό δράμα και προσφέροντάς του φιλοξενία στις πολυτελείς κατοικίες του, μια και θα είχε ελεύθερο χρόνο λόγω της ακύρωσης του ταξιδιού: «Κακό γι’ αυτούς, καλό για σένα. Δεν χρειάζεται να έχεις μόνο ένα νόμισμα, είναι παλιομοδίτικο. Φυσικά είσαι ευπρόσδεκτος να χρησιμοποιήσεις το διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη στον νέο σου ελεύθερο χρόνο ή να επισκεφτείς ξανά το Νέο Μεξικό. Τα μυρμήγκια βρίσκουν τη συντομότερη διαδρομή προς το φαγητό δοκιμάζοντας πολλά και απορρίπτοντας ό,τι δεν λειτουργεί· χωρίς αλγόριθμο, χωρίς είσοδο ή έξοδο, μόνο έναν στόχο. Ακούγεται πιο κοντά στο πρόβλημά μας».
Ο Τσόμσκι του απαντά ξανά την επόμενη μέρα: «Υπήρχαν πολλές προειδοποιήσεις για το ένα νόμισμα. Δεν εισακούστηκαν, δυστυχώς. Εκτιμώ την πρόσκληση, αλλά “ελεύθερος χρόνος”; Είναι αυτή αγγλική φράση; Εντάξει για τα μυρμήγκια, αλλά δεν βλέπω πώς μας βοηθάει αυτό».
Ο διάλογος αυτός γίνεται τον Αύγουστο του 2015, μετά το δημοψήφισμα του «Όχι» και λίγο πριν από την ψήφιση του τρίτου μνημονίου, που όμως είχε ήδη συμφωνηθεί – εξού και η απογοήτευση του Τσόμσκι. Ενδεχομένως αυτή να ήταν και η αιτία ακύρωσης του ταξιδιού. Φαίνεται, άλλωστε, ότι είχαν προηγηθεί και άλλα e-mails, τα οποία δεν έχουν δημοσιοποιηθεί.
Τα μηνύματα αυτά ανταλλάσσονται σε μια περίοδο που διεθνώς γινόταν συζήτηση για Grexit, έξοδο από το ευρώ και επιστροφή σε εθνικό νόμισμα. Η αναφορά στο «ένα νόμισμα» (one currency) προφανώς σχετίζεται με το ευρώ και τη συζήτηση που υπήρχε για τα πολλαπλά νομίσματα, τις παράλληλες πληρωμές, τα IOU κ.λπ. Γίνεται επίσης αναφορά στα σενάρια διπλού νομίσματος και στην ιδέα να υπάρχει το ευρώ για το εξωτερικό και παράλληλο νόμισμα για εσωτερικές πληρωμές.
Το ηθικο-πολιτικό ζήτημα γύρω από την υπόθεση Έπσταϊν
Ιδεολογικοπολιτικά ο Έπσταϊν εξέφραζε ακριβώς αυτό που στη θεωρία του ο Τσόμσκι κατήγγελλε, καθώς ήταν ένας μεγαλοκαπιταλιστής, εκπρόσωπος του χρηματιστικού κεφαλαίου, με αδιαφανείς εταιρείες και trusts. Διατηρούσε ένα μεγάλο δίκτυο επαφών με δισεκατομμυριούχους, διανοούμενους και καλλιτέχνες και ζούσε τη ζωή ενός υπερπλούσιου, με πολυτελή ακίνητα στη Νέα Υόρκη, στο Παλμ Μπιτς και στο Παρίσι. Διέθετε επίσης, σύμφωνα με τα αμερικανικά ΜΜΕ, ιδιωτικό νησί στις Παρθένες Νήσους και ιδιωτικό αεροπλάνο που το είχε ονομάσει «Lolita Express».
Το 2008 ο Έπσταϊν καταδικάστηκε για σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων, αλλά χάρη στα σκανδαλώδη ταξικά προνόμια που απολάμβανε πέτυχε μια εξαιρετικά ευνοϊκή ποινική μεταχείριση και εξέτισε μόνο 13 μήνες σε ανοιχτή φυλακή.
Έντεκα χρόνια μετά, ξαναβρέθηκε στο στόχαστρο των ομοσπονδιακών αρχών με ακόμα πιο βαριές κατηγορίες, για sex trafficking που αφορούσε ανήλικα άτομα. Συνελήφθη τον Ιούλιο του 2019, αλλά δεν πρόλαβε να δικαστεί, καθώς βρέθηκε νεκρός στο κελί του τον Αύγουστο του 2019, με επίσημη αιτία την αυτοκτονία.
Τα έγγραφα και τα e-mails που δημοσιοποίησε πρόσφατα η Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των ΗΠΑ δείχνουν ότι ο Τσόμσκι διατηρούσε τακτική επαφή με τον Έπσταϊν για πολλά χρόνια. Η κοινωνική σχέση, βέβαια, δεν σημαίνει ποινική ενοχή, αλλά στις ΗΠΑ τουλάχιστον έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για το ηθικo-πολιτικό ζήτημα γύρω από την υπόθεση.
Παρά τη δημοσιοποίηση μεγάλου αριθμού εγγράφων, πολλά ντοκουμέντα και φάκελοι της έρευνας δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμα, καθώς η διερεύνηση βρίσκεται σε εξέλιξη, προκειμένου να αποσαφηνιστεί το είδος της σχέσης που είχε με τον καθένα απ' όσους συνομιλούσε. Το θέμα της δημοσιοποίησης ολόκληρων των αρχείων του Έπσταϊν συνεχίζει να προκαλεί διαμάχη στις ΗΠΑ. Πολλοί βουλευτές και οργανώσεις πιέζουν να δοθούν όλα και ζητάνε διαφάνεια. Κάποιοι, όμως, δίνουν μάχη για να μη δημοσιοποιηθούν άλλα αρχεία, παρότι τα σημαντικότερα παραμένουν κλειστά.
Ένα τμήμα της αμερικανικής διανόησης βλέπει τις αποκαλύψεις αυτές ως ευκαιρία για προβληματισμό σχετικά με την κατάσταση της ελίτ του ακαδημαϊκού και επιστημονικού κατεστημένου των ΗΠΑ. Ορισμένοι από αυτούς αναρωτιούνται πώς γίνεται κάποιοι καθηγητές που ασκούν δριμεία κριτική στην εξουσία να έχουν σχέσεις με τέτοιου είδους πρόσωπα, και αναδεικνύουν τη μεγάλη ευθύνη της ελίτ των διανοουμένων που «κανονικοποίησε» τις σχέσεις της με τον Έπσταϊν. Κι αυτό, όπως λένε, είναι μέρος του προβλήματος – ίσως το πιο σκοτεινό από όλα. Το ερώτημα που τέθηκε, και μέσα από κάποια άρθρα σε ΜΜΕ, ήταν αν μπορεί κάποιος που έχει καταδικαστεί για κακοποίηση και σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων να ανήκει στον κοινωνικό και πνευματικό κύκλο των διανοουμένων.
Άρθρο της «Guardian» («The banality of evil: how Epstein’s powerful friends normalised him»), στις 16 Νοεμβρίου 2025, εξετάζει πώς ο Τζέφρι Έπσταϊν, παρά την καταδίκη του το 2008 για σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων, συνέχισε για πολλά χρόνια να είναι πλήρως «κανονικοποιημένος» στους κύκλους των πιο ισχυρών ανθρώπων στον κόσμο – πολιτικών, οικονομικών παραγόντων, πανεπιστημιακών και διανοουμένων. Το άρθρο εστιάζει στην «κοινοτοπία του κακού», δηλαδή στο πώς μια κοινωνία μπορεί να συνηθίσει το ανήθικο μέσω της σιωπής και της συγκάλυψης, και υπογραμμίζει ότι πολλοί ισχυροί άνθρωποι απλώς επέλεξαν να αγνοήσουν όσα είχε κάνει, συχνά επειδή τους παρείχε χρήματα, πρόσβαση, διασυνδέσεις ή πνευματική «λάμψη». Το πρόβλημα, δηλαδή, δεν είναι μόνο ο Έπσταϊν αλλά και η γενικότερη κουλτούρα ανοχής της εξουσίας. Κάπως έτσι το σκοτεινό αυτό πρόσωπο κανονικοποιήθηκε και υποβαθμίστηκαν τα εγκλήματά του. Η αποδοκιμασία του ξεκίνησε μόνο μετά τη σύλληψη και τον θάνατό του το 2019, όταν δεν ήταν πια χρήσιμος σε κανέναν.