Περίπου το 1970 το 9% των Αμερικανών μεταξύ των ηλικιών 25 έως 50 ετών, δεν είχαν παντρευτεί, ήταν μόλις 9%. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ωστόσο, αυτό το ποσοστό είχε αγγίξει πλέον το 20% του πληθυσμού. 

 

«Όταν ήμουν νέος, όλα στην κοινωνία έμοιαζαν να στοχεύουν στον γάμο. Ήταν η προσδοκία. Ήταν το αναπόφευκτο» γράφει ο 51χρονος Τσαρλς Μπλόου στους New York Times.

 

Ωστόσο, ήδη από τότε είχε διαφανεί η τάση ότι κάποιοι άνθρωποι καθυστερούν να παντρευτούν ενώ κάποιοι άλλοι επιλέγουν τελικά να μη το κάνουν καθόλου.  

 

Αυτή η τάση, όχι μόνο συνεχίζεται αλλά πλέον πλησιάζουμε πραγματικά σε ένα ορόσημο στην εξέλιξη και δημοφιλία του συγκεκριμένου θεσμού. 

 

Νωρίτερα μέσα τον μήνα, το Pew Research Center δημοσίευσε μια ανάλυση δεδομένων απογραφής που δείχνει ότι το 2019 οι Αμερικανοί ενήλικες που δεν ήταν ούτε παντρεμένοι ούτε ζούσαν με σύντροφο είχαν φτάσει το 38%.

 

Αυτή η ομάδα περιλαμβάνει και ορισμένους ενήλικες που έχουν παντρευτεί κάποια στιγμή (διαζευγμένοι ή χήροι). Ωστόσο, κατά βάση το ποσοστό ανύπαντρων έχει αυξηθεί από άτομα που δεν έχουν παντρευτεί ποτέ στη ζωή τους. 

 

Την εν λόγω τάση αποτύπωσε το 2018 και το Εθνικό Κέντρο Στατιστικών Υγείας όπου παρατηρήθηκε ότι ο γάμος βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά στον πληθυσμό.  

 

Ανάμεσα στις ηλικίες 25 έως 54 ετών, το 59% των μαύρων ενήλικων ήταν χωρίς ταίρι το 2019. Αυτό το ποσοστό είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο των Ισπανόφωνων (38%), των λευκών (33%) και των Ασιατών (29%).

 

Για τις περισσότερες εθνοτικές ομάδες, οι άνδρες είναι πιο πιθανό να είναι δίχως ταίρι από ότι οι γυναίκες. Εξαίρεση αποτελούν οι μαύροι, στους οποίους οι γυναίκες (62%) είναι πιο πιθανό να είναι χωρίς ταίρι από ότι οι άνδρες (55%).  

 

«Πλησιάζουμε σε μια εποχή που θα υπάρχουν περισσότεροι άγαμοι ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες παρά παντρεμένοι, μια εξέλιξη με τεράστιες συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο ορίζουμε την οικογένεια, την ενηλικίωση γενικά, καθώς και τον τρόπο δομής της φορολογίας και των παροχών» εκτιμά ο Μπλόου. 

 

Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνει ότι «πρέπει να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε εάν είναι δίκαιο και σωστό να συνεχίσουμε να ανταμείβουμε και να ενθαρρύνουμε τον γάμο μέσω φορολογίας όταν όλο και πιο λίγοι άνθρωποι τον επιλέγουν». 

 

Το 2013, όταν οι Άρνολντ και Κάμπελ ολοκλήρωσαν μια σχετική έρευνα βρήκαν ότι στις ΗΠΑ «κατά τη διάρκεια της ζωής, οι ανύπαντροι άνθρωποι μπορούν να πληρώσουν έως και ένα εκατομμύριο ευρώ περισσότερο σε σχέση με τους παντρεμένους σε ασφαλιστική κάλυψη, φόρους και άλλα».  

 

Στο μεταξύ, ο γάμος ως θεσμός μπορεί να έχει θετικές εξελίξεις για την εξέλιξη των ανήλικων μελών της οικογένειας, αν υπάρχουν. 

 

Όπως εξήγησε το ίδρυμα Brookings το 2014 τα παιδιά που μεγαλώνουν από παντρεμένους γονείς τα πηγαίνουν καλύτερα στο σχολείο, αναπτύσσουν ισχυρότερες γνωστικές και μη γνωστικές δεξιότητες, είναι πιο πιθανό να πάνε στο πανεπιστήμιο αλλά και να κάνουν σταθερούς γάμους τα ίδια. Παρόμοια μοτίβα ως προς αυτά τα αποτελέσματα προκύπτουν και στο πλαίσιο του μοντέλου του Brookings Social Genome.

 

Ωστόσο, όπως και να' χει τα στατιστικά δεδομένα σύμφωνα με τον Μπλόου δείχνουν ότι ο γάμος ως κυρίαρχος θεσμός της κοινωνικής δομής αρχίζει να υποχωρεί σημαντικά. 

 

«Το στίγμα του να είσαι άγαμος χάνει επίσης τη δυναμική του. Η κυβερνητική πολιτική που ανταμείβει τους παντρεμένους ενώ τιμωρεί τους ελεύθερους πρέπει να χαλαρώσει» καταλήγει.