Η αρχική διαχείριση της πανδημίας στη Βρετανία ήταν μία από τις χειρότερες αποτυχίες στη δημόσια υγεία στην ιστορία της χώρας, επισημαίνει κοινοβουλευτική έκθεση- καταπέλτης για τους χειρισμούς της κυβέρνησης. 

 

Υπουργοί και επιστήμονες υιοθέτησαν μία «μοιρολατρική» προσέγγιση, που επιδείνωσε τον τραγικό απολογισμό, σύμφωνα με την έκθεση των επιτροπών Επιστήμης και Τεχνολογίας και Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας, της Βουλής των Κοινοτήτων. 

 

Η σκόπιμα αργή και σταδιακή προσέγγιση σημαίνει πως η Βρετανία τα πήγε «σημαντικά χειρότερα» από άλλες χώρες, σύμφωνα με την έκθεση 151 σελίδων με τίτλο «Κορωνοϊός: Τα μαθήματα που έχουμε διδαχθεί έως τώρα». 

 

Η κρίση εξέθεσε «σημαντικές ανεπάρκειες στον μηχανισμό της κυβέρνησης», με δημόσιους οργανισμούς να αδυνατούν να μοιραστούν κρίσιμης σημασίας πληροφορίες και τις επιστημονικές συμβουλές να παρεμποδίζονται εξαιτίας της έλλειψης διαφάνειας και συνεισφοράς από διεθνείς ειδικούς, επισημαίνει η έκθεση. 

 

Παρότι ήταν μία από τις πρώτες χώρες που ανέπτυξαν τεστ για τον κορωνοϊό, τον Ιανουάριο του 2020, η Βρετανία «σπατάλησε» το προβάδισμά της και «το μετέτρεψε σε μία κρίση διαρκείας». Οι συνέπειες ήταν βαριές, επισημαίνει η έκθεση. 

 

Αυτή βασίζεται σε καταθέσεις από περισσότερους από 50 μάρτυρες, ανάμεσά τους ο πρώην υπουργός Υγείας Ματ Χάνκοκ, οι επικεφαλής επιστημονικοί και ιατρικοί σύμβουλοι της κυβέρνησης και κορυφαίες προσωπικότητες από την taskforce των εμβολίων και από το σύστημα υγείας 

 

«Για μία χώρα με παγκόσμιας κλάσης τεχνογνωσία στην ανάλυση δεδομένων, το να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη υγειονομική κρίση των τελευταίων 100 χρόνων ουσιαστικά χωρίς δεδομένα για να αναλύσει ήταν ένα σχεδόν απίθανο εμπόδιο», αναφέρει η έκθεση. 

 

Ο Μπόρις Τζόνσον δεν έδωσε εντολή για πλήρες lockdown μέχρι τις 23 Μαρτίου 2020, δύο μήνες αφότου η επιτροπή συμβούλων της κυβέρνησης συνεδρίασε για πρώτη φορά για να συζητήσει την κρίση. 

 

«Αυτή η αργή και σταδιακή προσέγγιση δεν ήταν ακούσια, ούτε αντικατοπτρίζει γραφειοκρατική καθυστέρηση ή διαφωνίες ανάμεσα σε υπουργούς και τους συμβούλους τους. Ήταν μία σκόπιμη πολιτική, που προτάθηκε από επίσημους επιστημονικούς συμβούλους και υιοθετήθηκε σε όλη τη Βρετανία», τονίζει η έκθεση. 

 

«Τώρα είναι σαφές πως αυτή ήταν λάθος πολιτική, που οδήγησε σε υψηλότερο αρχικό απολογισμό θανάτων από ό,τι θα υπήρχε με μία πιο εμφατική αρχική πολιτική. Σε μία πανδημία που εξαπλωνόταν γρήγορα και εκθετικά, κάθε εβδομάδα μέτρησε», επισημαίνει ακόμη. 

 

Οι αποφάσεις για τα lockdown και τις κοινωνικές αποστάσεις τις πρώτες εβδομάδες της πανδημίας- και οι συμβουλές που οδήγησαν σε αυτές- «κατατάσσονται ως μία από τις πιο σημαντικές αποτυχίες στη δημόσια υγεία που έχει βιώσει ποτέ η Βρετανία», συμπεραίνει η έκθεση. 

 

Αυτό, σημειώνει, συνέβη παρότι η Βρετανία διαθέτει από τις καλύτερες τεχνογνωσίες που είναι διαθέσιμες οπουδήποτε αλλού στον κόσμο και παρότι έχει ένα ανοιχτό, δημοκρατικό σύστημα, το οποίο επιτρέπει άφθονη αμφισβήτηση. 

 

Ο Γκρεγκ Κλαρκ, επικεφαλής της επιτροπής Επιστήμης και Τεχνολογίας, απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η κυβερνητική πολιτική επεδίωκε την «ανοσία αγέλης» μέσω της μόλυνσης, αλλά το αποτέλεσμα το έκανε να φαίνεται ως τη μόνιμη βιώσιμη επιλογή. 

 

«Ήταν περισσότερο μοιρολατρία. Αν δεν έχεις την προοπτική της ανάπτυξης ενός εμβολίου, αν νομίζεις ότι οι άνθρωποι δεν θα υπακούσουν στις οδηγίες για lockdown για καιρό και υπάρχει απόλυτα ανεπαρκής ικανότητα ελέγχου, ιχνηλάτησης και απομόνωσης ανθρώπων, αυτό είναι εκείνο με το οποίο απομένεις», επεσήμανε. 

 

Το «αδύνατο» του περιορισμού του ιού αμφισβητήθηκε μόνο- λέει η έκθεση- όταν έγινε σαφές ότι μπορεί να υπερφορτωθεί το εθνικό σύστημα υγείας. 

 

Αν και η έκθεση αναγνωρίζει κάποιες καλές πλευρές της αντίδρασης της χώρας στην πανδημία- όπως η γρήγορη ανάπτυξη, έγκριση και παράδοση των εμβολίων- επικρίνει σφοδρά άλλες επιλογές. 

 

Παράλληλα, θέτει ερωτήματα γιατί διεθνείς ειδικοί δεν ήταν μέρος της συμβουλευτικής διαδικασίας στη Βρετανία, όπως και γιατί δεν εφαρμόστηκαν προληπτικά μέτρα που είχαν αποτέλεσμα σε άλλες χώρες. 

 

Παρότι ο Δημόσιος Οργανισμός Υγείας έχει πει σε βουλευτές ότι μελέτησε επίσημα και απέρριψε την προσέγγιση της Νότιας Κορέας, δεν παρασχέθηκαν αποδείξεις, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα. 

 

«Πρέπει να καταλήξουμε ότι δεν έγινε καμία επίσημη αξιολόγηση, κάτι που συνιστά παράδοξη και αμελή παράλειψη, δεδομένης της επιτυχίας της Κορέας στον περιορισμό της πανδημίας, κάτι που είχε γνωστοποιηθεί πολύ καλά εκείνη την εποχή», επισημαίνει η έκθεση. 

 

Επίσης, χαρακτηρίζει «σοβαρό λάθος» την απόφαση της κυβέρνησης να σταματήσει τα μαζικά τεστ τον Μάρτιο του 2020- μέρες αφότου ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχε κάνει έκκληση για «λεπτομερή ιχνηλάτηση επαφών και αυστηρή καραντίνα των στενών επαφών». 

 

Όταν το σύστημα ελέγχου, ιχνηλάτησης και απομόνωσης ξεκίνησε ήταν «αργό, αβέβαιο και συχνά χαοτικό» και τελικά απέτυχε τον δηλωμένο στόχο για την αποτροπή μελλοντικών lockdown, ενώ παρακώλυσε σοβαρά την αντίδραση της Βρετανίας στην πανδημία, επισημαίνει η έκθεση. 

 

Το πρόβλημα επιδεινώθηκε από την αποτυχία δημόσιων οργανισμών υγείας να μοιραστούν δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ της εθνικής και των τοπικών κυβερνήσεων, τονίζει παράλληλα. 

 

Με πληροφορίες από Guardian