Η Νιγηρία, η Νότια Αφρική, η Ουγκάντα και η Κένυα είναι μερικές από τις χώρες που οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν χρησιμοποιήσει βάναυσα μέσα για να επιβάλλουν τα έκτακτα μέτρα κατά του κορωνοϊού.

 

Η βαρβαρότητα έρχεται σε αντίθεση με τα προστατευτικά μέτρα που έχουν τεθεί σε εφαρμογή και τα οποία επιτρέπουν στους ανθρώπους να βγαίνουν μόνο για βασικούς λόγους εκτός σπιτιού όπως η αγορά τροφίμων και φαρμάκων.

 

Στη Νιγηρία, η αστυνομία μπαίνει στο μικροσκόπιο από οργανώσεις για βίαια συμπεριφορά κατά πολιτών, αυθαίρετες συλλήψεις ακόμα και δολοφονίες, σύμφωνα με την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της χώρας.

 

Όπως αναφέρει η συγκεκριμένη Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Νιγηρίας, σε ενημέρωσή της από τα τέλη Απριλίου, που επικαλείται η DW,  οι πράκτορες ασφαλείας σκότωσαν τουλάχιστον δεκαοκτώ αμάχους ενώ προσπαθούσαν να επιβάλουν τις κρατικές εντολές για καραντίνα προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση του COVID-19.

 

Η ομάδα δικαιωμάτων πρόσθεσε ότι εκείνοι που σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας μέχρι τότε ξεπερνούσαν τους ασθενείς που είχαν πεθάνει από τον κορωνοϊό στη χώρα.

 

«Η επιτροπή παρακολούθησε περίπου 105 παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπήρχαν 18 περιπτώσεις εξωδικαστικών δολοφονιών, αυτές παραπέμφθηκαν σε αρμόδιες υπηρεσίες και θα το παρακολουθήσουμε», δήλωσε ο Tony Ojukwu, επικεφαλής της επιτροπής, στην DW.

 

 

 

Η περίπτωση της Alanyo Joyce στην Ουγκάντα

 

«Συνειδητοποίησα ότι το σώμα μου έκαιγε» λέει στον Guardian η Alanyo Joyce, από την Ουγκάντα καθώς αφηγείται τη δική της ιστορία.

 

Έκλεινε, ακολουθώντας τις οδηγίες της κυβέρνησης, το μικρό της κατάστημα όπου πουλά τηγανητό κοτόπουλο, όταν ένας αξιωματικός της αστυνομίας κλώτσησε μία κατσαρόλα με βραστό λάδι πάνω της.

 

Στο μικρό σπίτι της στη Γκούλου, στη βόρεια Ουγκάντα, η Alanyo Joyce δείχνει το γυμνό και παραμορφωμένο στήθος της. Αλλού ροζ και υγρό, αλλού καμένο δέρμα. Πονάει μέχρι το κόκκαλο, λέει. Τα εγκαύματα εκτείνονται στο πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια της και μέσα βαθιά, μέχρι το το στήθος της.

 

Την Τετάρτη 8 Απριλίου, η 31χρονη μαγείρευε στο συνηθισμένο σημείο της αγοράς όταν συνειδητοποίησε ότι πλησίαζε 7 το απόγευμα. Ώρα που ξεκινούσε η εθνική απαγόρευση κυκλοφορίας στο πλαίσιο περιορισμού της διασποράς του κορωνοϊού.

 

Την επόμενη στιγμή, έφτασαν οι δυνάμεις ασφαλείας. «Είπαν να συσκευάσω τα πράγματα μου και να φύγω. Τους είπα ότι συσκευάζω τώρα, θέλω να φύγω».

 

Τότε ένας αξιωματικός της τοπικής κυβέρνησης πέρασε δίπλα της, κλώτσησε την κατσαρόλα όπου μαγείρευε και η οποία ήταν γεμάτη με βραστό λάδι. «Ήρθε και την κλώτσησε χωρίς να πει τίποτα. Συνειδητοποίησα ότι το σώμα μου έκαιγε. Εκείνη την ημέρα είχα φορέσει ένα λευκό φόρεμα και όλο έγινε καφέ».

 

Λίγες μέρες πριν από το περιστατικό, δεκάδες γυναίκες και άνδρες φέρεται να βασανίζονται στο Elegu. Οι στρατιώτες και η αστυνομία που φέρονται να είναι υπεύθυνοι συνελήφθησαν μόνο αφού οι εικόνες των θυμάτων έγιναν viral στα social media.

 

«Η αστυνομική βία απαγορεύεται πάντα, με ή χωρίς πανδημία», λέει ο Oryem Nyeko, ερευνητής της Ουγκάντα στο Human Rights Watch.

 

Ο οργανισμός με έδρα τη Νέα Υόρκη αναφέρει ότι οι δυνάμεις ασφαλείας στην Ουγκάντα έχουν συλλάβει αυθαίρετα, ξυλοκοπήσει και πυροβολήσει πολίτες, συμπεριλαμβανομένων δημοσιογράφων, πωλητών και ΛΟΑΤΚΙ, από την έναρξη των περιορισμών του κορωνοϊού.

 

Είναι μια από τις πολλές αφρικανικές χώρες όπου υπήρξαν καταγγελίες για σκληρή επιβολή μέτρων, αλλά λίγη κοινωνική προστασία για πολίτες που φοβούνται ότι θα λιμοκτονήσουν εάν δεν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται.

 

Σε περιπολία με τον στρατό της Ουγκάντα στη Gulu μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, ρεπόρτερ του Guardian είδε έναν στρατιώτη να χτυπά και μετά να κλωτσάει έναν άνδρα στο κεφάλι.

 

Σε συνεντεύξεις που διεξήχθησαν χωριστά, αρκετά θύματα βίας από τις δυνάμεις ασφαλείας περιέγραψαν την κακοποίηση που υπέστησαν και έδειξαν τους τραυματισμούς τους.

 

«Όταν χτύπησα δεν υπήρχε φάρμακο, δεν μπορούσα να κάνω θεραπεία μέχρι την επόμενη μέρα», λέει ένας άντρας, δείχνοντας μια πληγή στο κεφάλι του. Ζήτησε να μην κατονομαστεί υπό τον φόβο αντιποίνων.

 

Ο αξιωματικός που φέρεται να έκαψε την Joyce συνελήφθη, αλλά αργότερα αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση της αστυνομίας.

 

Εκείνη ανησυχεί ότι εάν προχωρήσουν κατηγορίες εναντίον του και φυλακιστεί, δεν θα λάβει αποζημίωση.

 

«Τουλάχιστον αν μπορούμε να διαπραγματευτούμε, (ίσως) μπορεί να μου (δώσει) λίγα χρήματα για να τα βγάλω πέρα», λέει.

 

Μια μέρα μετά την επίθεση, ο άντρας που φέρεται να είναι υπεύθυνος για τον τραυματισμό της, την κάλεσε να της ζητήσει συγχώρεση, λέγοντας ότι δεν ήθελε να το κάνει.

 

«Ξέρεις τι έκανες, το έκανες σκόπιμα», θυμάται να του λέει προσθέτοντας ότι ήταν «γεμάτος θυμό».

 

Σε τηλεφωνική συνέντευξη με τον Guardian, ο επίτροπος της περιοχής Gulu και πρόεδρος της ειδικής ομάδας για τον κορωνοϊό, Maj Santos Okot Lapolo, δήλωσε ότι ο αστυνομικός ήταν υπερβολικός στις ενέργειές του.

 

«Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα αυτήν τη στιγμή όταν βρισκόμαστε ακόμα υπό καθεστώς καραντίνας» είπε. «Στο μέλλον θα κάνουμε κάτι για να τη στηρίξουμε οικονομικά» είπε.

 

Με πληροφορίες του Guardian/DW