Με πολιτική κρίση χωρίς προηγούμενο αντιμέτωπη η κυβέρνηση του Τζάστιν Τρουντό μετά τις καταγγελίες περί παρέμβασης του γραφείου του πρωθυπουργού του Καναδά για να αποφευχθεί η παραπομπή σε δίκη της κατασκευαστικής εταιρείας SNC-Lavalin, η οποία εμπλέκεται σε σκάνδαλο διαφθοράς στη Λιβύη.

 

Παρά τις διαψεύσεις του Τρουντό, οι αποκαλύψεις της εφημερίδας Globe & Mail πυροδότησαν μια πολιτική βόμβα στον Καναδά, αναμφίβολα τη χειρότερη κρίση για την κυβέρνηση του ηγέτη των Φιλελεύθερων μετά την εκλογή του το 2015, μερικούς μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές, η έκβαση των οποίων φαντάζει αβέβαιη.

 

Το πρωί της Τρίτης η πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Τζόντι Ουίλσον-Ρέιμπουλντ, στην οποία ασκούσε πίεση το περιβάλλον του Τζάστιν Τρουντό, ανακοίνωσε μέσω Twitter την παραίτησή της.

 

«Με βαριά καρδιά, υπέβαλα την παραίτησή μου από τον θώκο της υπουργού Υποθέσεων των Βετεράνων», αποκάλυψε μέσω Twitter. Ο Καναδός πρωθυπουργός δήλωσε «έκπληκτος» και «απογοητευμένος» για την ξαφνική παραίτηση της 47χρονης πρώην υπουργού. 

 

Η βασιλική χωροφυλακή (GRC, η καναδική ομοσπονδιακή αστυνομία) άσκησε το 2015 επίσημα κατηγορίες εναντίον της μητρικής της καναδικής εταιρείας SNC-Lavalin, καθώς και θυγατρικών της κατασκευαστικών εταιρειών στο εξωτερικό, για «διαφθορά ξένων δημοσίων λειτουργών» και «απάτη». Διώξεις ασκήθηκαν επίσης σε βάρος πρώην στελεχών της διεύθυνσής της, σε χωριστές έρευνες.

 

«Ειλικρινά, είμαι έκπληκτος αλλά και απογοητευμένος για την απόφασή της να παραιτηθεί», τόνισε ο Τρουντό σε δημοσιογράφους στο Ουίνιπεγκ, επιμένοντας ότι η κυβέρνηση των Φιλελεύθερων ουδέποτε έκανε κάτι ανάρμοστο. «Εάν οποιοσδήποτε είχε την εντύπωση ότι αυτό δεν ίσχυε, ότι η κυβέρνηση δεν τηρούσε τους κανόνες, είχε υποχρέωση να θέσει ζήτημα σ' εμένα. Ουδείς, συμπεριλαμβανομένης της Τζόντι, το έκανε αυτό», επέμεινε ο ίδιος.

 

Ο Καναδός πρωθυπουργός, ο οποίος διαψεύδει κατηγορηματικά πως οι υπηρεσίες του αποπειράθηκαν να παρέμβουν στο έργο της καναδικής δικαιοσύνης, συμπλήρωσε ότι δεν καταλαβαίνει «απόλυτα» για ποιον λόγο «πήρε αυτή την απόφαση» η πρώην υπουργός του, καθώς είναι «ασυμβίβαστη με τις συζητήσεις» που έκαναν οι δυο τους «κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών».

 

Επικαλούμενη πηγές τις οποίες δεν κατονόμασε, η Globe & Mail έγραψε την περασμένη Πέμπτη ότι το γραφείο του καναδού πρωθυπουργού είχε απαιτήσει από την Ουίλσον-Ρέιμπουλντ, τότε νέα υπουργό Δικαιοσύνης, να επέμβει στην υπόθεση της SNC-Lavalin προκειμένου οι εισαγγελείς να κλείσουν εξωδικαστικό συμβιβασμό. Ο Τρουντό διέψευσε κατηγορηματικά το δημοσίευμα.

 

Αυτό είναι το δεύτερο πλήγμα που υφίσταται ο Τριντό εξαιτίας της υπόθεσης μέσα σε δύο ημέρες. Τη Δευτέρα, ο Μάριο Ντιόν, ο καναδός Επίτροπος Δεοντολογίας -ανεξάρτητη αρχή- ανακοίνωσε ότι διενεργεί επίσημη έρευνα για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης όσον αφορά την υπόθεση.

 

Οι δημοσκοπήσεις φέρουν τους Φιλελεύθερους του Τρουντό να προηγούνται οριακά στις δημοσκοπήσεις έναντι των Συντηρητικών.

 

Η αντιπολίτευση άδραξε την ευκαιρία να ανοίξει φραστικό πυρ εναντίον του Τρουντό, απαιτώντας να διαλευκανθεί πλήρως η υπόθεση και την άρση του επαγγελματικού απορρήτου της πρώην υπουργού.

 

«Τα ηθικά ολισθήματα του κ. Τριντό και η καταστροφική διαχείριση αυτού του τελευταίου σκανδάλου από πλευράς του προκάλεσαν χάος στην κυβέρνησή του», υποστήριξε ο Άντριου Σιρς, ο επικεφαλής του συντηρητικού κόμματος, της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Οτάβα.

 

Απαίτησε από την κυβέρνηση του Τρουντό να φροντίσει να μη χαθεί ούτε ένα από «τα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση SNC-Lavalin μετά την παραίτηση της Τζόντι Ουίλσον Ρέιμπουλντ, (διότι) στους Καναδούς αξίζει να μάθουν την αλήθεια».

 

Το 2017, ο Τριντό είχε αναγκαστεί να ζητήσει συγγνώμη όταν ο Επίτροπος Δεοντολογίας έκρινε ότι παραβίαση τη νομοθεσία περί ασυμβίβαστου όταν αποδέχθηκε να κάνει διακοπές σε ένα νησί στις Μπαχάμες που ανήκει στον Αγά Χαν, ισμαηλίτη θρησκευτικό ηγέτη.

 

Αλλά η υπόθεση της SNC-Lavalin εγείρει το «μεγαλύτερο πρόβλημα» που έχει αντιμετωπίσει αυτή η κυβέρνηση σε σύγκριση με «οτιδήποτε άλλο είχε γίνει μέχρι τώρα», διαπίστωσε ο Ρίτσαρντ Τζόνστον, καθηγητής στο University of British Columbia, ειδικός σε θέματα κοινής γνώμης και εκλογολόγος.

 

Η SNC-Lavalin, καναδική εταιρεία-κολοσσός των κατασκευών, με παρουσία σε όλες τις ηπείρους και 50.000 υπαλλήλους, φέρεται να κατέβαλε δωροδοκίες ύψους 48 εκατομμυρίων καναδικών δολαρίων (32 εκατ. ευρώ) σε λίβυους αξιωματούχους επί των ημερών του δικτάτορα Μουάμαρ Καντάφι στην εξουσία.

 

Η εταιρεία με έδρα το Μόντρεαλ κινδυνεύει, εάν κριθεί ένοχη, να της επιβληθεί απαγόρευση να δραστηριοποιείται στον Καναδά, ή ακόμη και να οδηγηθεί σε εκκαθάριση, προειδοποιούν τα τελευταία χρόνια ηγετικά της στελέχη, που έχουν αποδυθεί σε εντατικό lobbying στην Οτάβα.

 

Σύμφωνα με τις πληροφορίες της Globe & Mail, στελέχη της SNC-Lavalin έχουν συναντηθεί μετά το 2017 πάνω από πενήντα φορές με στελέχη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης του Καναδά και κοινοβουλευτικούς, ιδίως δώδεκα φορές με τρεις στενούς συμβούλους του Τζάστιν Τρουντό.

 

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ