Δουλεύοντας ως συνήγορος μεταναστών κατά μήκος των συνόρων ΗΠΑ-Μεξικού στην πόλη ο Κάρλος Γκαρσία υποστηρίζει ότι έχει δει «πολλά θλιβερά πράγματα» με την πάροδο των ετών.

 

Όσα, όμως, αντίκρισε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της πόλης McAllen στο Τέξας την περασμένη Τρίτη δεν μπορούν να περιγραφούν με λόγια. 

 

«Μπαίνεις στην αίθουσα του δικαστηρίου και βλέπεις 90 ανθρώπους που περιμένουν να δικαστούν για παράνομη είσοδο» εξηγεί. «Είναι τελείως διαφορετικό το συναίσθημα όταν μιλάς σε γονείς για το ενδεχόμενο να χωριστούν από τα παιδιά τους. Δεν μπορώ ούτε να το περιγράψω». 

 

Ο Garcia είναι ένας από τους πολλούς δικηγόρους που συνεργάζονται με το Πρόγραμμα για τα Δικαιώματα του Πολίτη που εδρεύει στο Τέξας (Texas Civil Rights Project) και προσφέρουν τις νομικές τους υπηρεσίες σε κρατούμενους, οι οποίοι αναμένουν τη δίκη τους στο τοπικό δικαστήριο, μετά την απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να θέσει σε εφαρμογή την πολιτική μηδενικής ανοχής τον περασμένο Απρίλιο. 

 

Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής μηδενικής ανοχής, η κυβέρνηση έχει χωρίσει 2,342 παιδιά από τις οικογένειές τους σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, την ώρα που δημοσιεύματα και φωτογραφίες παιδιών να κοιμούνται μόνα τους σε κελιά κάνουν το γύρο των social media το τελευταίο διάστημα προκαλώντας παγκόσμια κατακραυγή.

 

Την Τετάρτη ο Τραμπ υπέγραψε ένα διάταγμα ώστε να σταματήσει ο χωρισμός των οικογενειών των μεταναστών που διέσχισαν παράνομα τα νότια σύνορα της χώρας. Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου, ωστόσο, αφήνει μετέωρες χιλιάδες οικογένειες που περιμένουν την επανένωσή τους. 

 

Πριν την υπογραφή του διατάγματος, οι δικηγόροι του Προγράμματος για τα Δικαιώματα του Πολίτη έκαναν συνεντεύξεις με περισσότερους από τους 300 κρατούμενους, χωρίς να μπορέσουν να επιβεβαιώσουν ότι κάποιοι από αυτούς επανενώθηκαν με τα παιδιά τους. 

 

«Ορισμένοι γονείς με ρώτησαν, "πώς ξέρω ότι δεν πρόκειται να απελαθώ και το παιδί μου να παραμείνει στις ΗΠΑ" λέει ο Γκαρσία. «Δεν είχα απάντηση». 

 

Και αυτό γιατί δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Το σύστημα που παρακολουθεί και καταγράφει την πορεία των παιδιών από τη σύλληψη τους στα σύνορα μέχρι τη μεταφορά τους στα κέντρα κράτησης ή τους ξενώνες και τελικά στην απελευθέρωσή τους σε ανάδοχες οικογένειές μοιάζει με λαβύρινθο. (σ.σ. το Wired  λέει ότι χρειάστηκε περισσότερους από 20 γύρους email με τρεις κυβερνητικές υπηρεσίες προκειμένου να λάβει διευκρινιστικές απαντήσεις για το πώς λειτουργεί η διαδικασία).

 

«Οι οικογένειες με τις οποίες συνεργάζομαι δεν μπορούν να βρουν τα παιδιά τους. Συνεχίζουν να ρωτούν τους αρμόδιους για την απέλασή τους υπαλλήλους, για την τύχη των παιδιών τους και κανείς δεν τους λέει τίποτα» ισχυρίζεται η δικηγόρος Kate Lincoln Goldfinch, με έδρα το Όστιν. 

 

Η Επιτροπή Γυναικών Προσφύγων ετοιμάζει μία λίστα με συστάσεις προς το αμερικανικό Κογκρέσο και τον Λευκό Οίκο «προκειμένου να δημιουργήθεί μία ξεκάθαρη και σταθερή διαδικασία που θα καταγράφει και θα παρακολουθεί τις οικογένειες που χωρίζονται, σύμφωνα με την σύμβουλο για τα δικαιώματα των μεταναστών, Emily Butera. 

 

Σύμφωνα με πρώην κυβερνητικούς αξιωματούχους, εξοικειωμένους με τη συγκεκριμένη διαδικασία, το σύστημα για τη φροντίδα των παιδιών που χωρίζονται από τους γονείς τους σχεδιάστηκε το 2014 αλλά για ασυνόδευτα ανήλικα που διασχίζουν μόνα τους τα σύνορα με τις ΗΠΑ. Συχνά, επρόκειτο για έφηβους με απομνημονευμένους αριθμούς κινητών τηλεφώνων και σπόνσορες στο μυαλό τους. Οι γονείς τους πίσω στο σπίτι περίμεναν απλώς ένα τηλέφωνο για να ξέρουν ότι είναι καλά. 

 

Σήμερα, ωστόσο ,το ίδιο σύστημα χρησιμοποιείται για τη διαχείριση νηπίων και μικρών παιδιών που δεν σχεδίαζαν ποτέ να μείνουν μόνα τους, παιδιά των οποίων οι γονείς μετακινούνται από ένα κέντρο κράτησης στο άλλο και έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε τηλέφωνα για να επικοινωνήσουν μαζί τους. 

 

Την πορεία ενός παιδιού μεταναστών μέσα στο σύστημα είναι δύσκολο να την ακολουθήσεις, αλλά σύμφωνα με υπαλλήλους της υπηρεσίας Τελωνείων και Συνοριακών Περιπολικών και νομικούς, η συνήθης διαδρομή είναι η εξής: Όταν ένα παιδί συλλαμβάνεται στα σύνορα, η υπηρεσία Τελωνείων (CBP) είναι υπεύθυνη για τη συλλογή πληροφοριών, οι οποίες αποθηκεύονται σε μία βάση δεδομένων που ονομάζεται Πόρταλ Ασυνόδευτων Παιδιών (Unaccompanied Children Portal). Εκεί καταγράφονται στοιχεία όπως το όνομα του παιδιού, η ηλικία, το φύλο, η χώρα προέλευσης και σε περίπτωση που το παιδί είναι κορίτσι, αν εξωτερικά φαίνεται έγκυος. 

 

Σε κάθε παιδί δίνεται ένας συγκεκριμένος αριθμός με βάση τον οποίο γίνεται και η αναζήτησή του στις βάσεις δεδομένων των κυβερνητικών υπηρεσιών. Το Πόρταλ διαθέτει ένα πεδίο για τις περιπτώσεις που το παιδί χωρίζεται από τους γονείς του. Συχνά, όμως, αυτή η σημείωση είναι και ο μοναδικός σύνδεσμος μεταξύ του παιδιού και των γονιών του.

 

Μόλις οι υπάλληλοι της υπηρεσίας Τελωνείων ανεβάσουν τα στοιχεία του παιδιού στο πόρταλ, το αρχείο στέλνεται στο Υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών, το οποίο «σκανάρει» τους υπάρχοντες ξενώνες προκειμένου να εντοπίσει κάποιο διαθέσιμο κρεβάτι. 

 

Το κρεβάτι αυτό μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε, ακόμη και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το μέρος όπου το αγόρι ή το κορίτσι τέθηκε υπό κράτηση. 

 

Μόλις το παιδί φτάσει στον ξενώνα, του ανατίθεται ένας υπεύθυνος ο οποίος εκκινεί τη διαδικασία αναζήτησης συγγενών που μπορούν να αναλάβουν την κηδεμονία του.

 

Στις περιπτώσεις που ο συγγενής του παιδιού δεν διαθέτει τα κατάλληλα έγγραφα (σ.σ. όπως π.χ. το πιστοποιητικό γέννησης) η υπηρεσία προχωρά σε τεστ DNA για να επιβεβαιώσει τη συγγένεια. Όταν δεν βρίσκονται συγγενείς, τα παιδιά παραμένουν στους ξενώνες μέχρις ωσότου μεταφερθούν στη φροντίδα ενός σπόνσορα. 

 

Την ίδια ώρα, οι γονείς περνούν από μία τελείως διαφορετική διαδικασία που επιβλέπεται από άλλη υπηρεσία, το τμήμα Μετανάστευσης και Τελωνείων. 

 

Πριν τη δίκη τους δίνεται μία φόρμα με έναν αριθμό που ονομάζεται Γραμμή Πληροφοριών (DRIL Line) όπου μπορούν να επικοινωνούν για να εντοπίσουν τα παιδιά τους. Μέχρι τα τέλη Μαΐου η γραμμή αυτή δεν λειτουργούσε. Τώρα λειτουργεί μεν κανονικά αλλά όχι στην εντέλεια.

 

Οι μετανάστες στα Κέντρα Κράτησης υποτίθεται πως δικαιούνται δωρεάν τηλέφωνα προκειμένου να επικοινωνούν με τους δικηγόρους τους ή με κυβερνητικές υπηρεσίες προκειμένου να εξακριβώσουν που ακριβώς βρίσκονται τα παιδιά τους. Τα τηλέφωνα, όμως, λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο σε κάθε κέντρο. 

 

Σε κάθε περίπτωση, είτε απελαθούν οι μετανάστες γονείς είτε τους επιτραπεί η παραμονή στη χώρα, επαφίεται στις κυβερνητικές υπηρεσίες το αν θα τους παραχωρήσουν ξανά την κηδεμονία των παιδιών τους. Δημοσιεύματα με περιπτώσεις γονιών που απελαύνονται χωρίς τα παιδιά τους πληθαίνουν το τελευταίο διάσημα.

 

Τα ερωτήματα για το αν και πώς το διάταγμα του Τραμπ θα εφαρμοστεί πρακτικά παραμένουν - ακόμη και το ερώτημα για το αν είναι νόμιμο. Προς το παρόν, η απόφαση δεν επιτρέπει σε άλλες οικογένειες να υποστούν τον πόνο του αποχωρισμού. Όσες το έχουν υποστεί ήδη, θα πρέπει να περιμένουν. 

 

Με πληροφορίες από Wired