— Τι πιστεύετε ότι αφήνουν στον κόσμο τα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησης του Τραμπ και πόσο μπορεί να αφήσουν πληγές τα αντιδημοκρατικά σχέδιά του;

Κοιτάξτε, σε πρώτο χρόνο η πληγή που πρέπει να κλείσει αφορά την επαναφορά της εμπιστοσύνης της αμερικανικής κοινωνίας στις εκλογές. Ενδεικτικά, σε πολύ πρόσφατη έρευνα γνώμης (9-14/1), μόλις 19% των Ρεπουμπλικάνων και 66% των ανεξάρτητων ψηφοφόρων συμφωνούν πως ο Μπάιντεν κέρδισε νόμιμα τις ψήφους για την προεδρία των ΗΠΑ. Λυπάμαι που θα το πω, αλλά ο Τραμπ πέτυχε την απονομιμοποίηση τόσο της διαδικασίας όσο και του εκλογικού αποτελέσματος.

 

Προσοχή, όμως, μη βλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Το 1995, 25% των Αμερικανών προέκρινε την ιδέα ενός ισχυρού ηγέτη που δεν θα ασχολούνταν με το Κογκρέσο και τις εκλογές. Το 2017, το ποσοστό αυτό είχε σκαρφαλώσει επικίνδυνα στο 38%. Άρα, όπως εύστοχα αναφέρει η συνάδελφος Pippa Norris, ο Τραμπ ήταν αυτός που πέταξε ένα αναμμένο σπίρτο σε μια λακκούβα γεμάτη βενζίνη. Έχασε τις εκλογές, αλλά εξακολουθεί να διαθέτει μια ισχυρή βάση και το πρόβλημα παραμένει.

 

Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, που έχει κατρακυλήσει ιδεολογικά και πλέον τοποθετείται εγγύτερα σε αυταρχικά λαϊκίστικά κόμματα, παρά σε κυρίαρχα συντηρητικά. Επί Τραμπ, οι μειοψηφίες κατέστησαν πλειοψηφίες, καθώς το κόμμα ελεγχόταν από μια αντισυστημική πλειοψηφία με αντικοινωνικό πρόσημο. Εδώ μιλάμε για πολύ σοβαρό εκτροχιασμό του αμερικανικού δικομματισμού, καθώς έπαψε να υπάρχει η ασφαλιστική δικλείδα. Μετά τον Τραμπ, θα προχωρήσει σε μια πιο υγιή και φιλελεύθερη στροφή, μακριά από τον λαϊκισμό, ή όχι;

 

Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε με ποιον τρόπο θα συνεχίσει να εκφράζεται η εκλογική (και με μεγάλη κοινωνική απήχηση) βάση του απερχομένου Προέδρου. Με ποια εργαλεία πολιτικής θα την ανταγωνιστεί το κατεστημένο, προσπαθώντας να την τραβήξει πίσω, στα main trend politics; Περνώντας στον εξωτερικό αντίκτυπο, πολύ συνοπτικά δημιουργείται ένα ρήγμα στη φιλελεύθερη διεθνή τάξη πραγμάτων, που αλλάζει τις συμπεριφορές ηγετών από ανερχόμενες δυνάμεις. Κοντολογίς, αναβαθμίζει τη θέση των αυταρχικών ηγετών και των τάσεων που εκπροσωπούν σε γεωπολιτικό επίπεδο.

 

Αν υπάρξει πρόβλημα οχλαγωγίας, αυτό θα προκύψει από την αδυναμία των φιλελεύθερων δυνάμεων να την αντιμετωπίσει. Η απάθεια και η παραμέληση αποτελούν οδηγό υπονόμευσης και όχι αναζωογόνησης της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

 

— Ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγάλη πρόκληση για τον νέο Πρόεδρο Μπάιντεν;

Ξεκινώντας από το πεδίο των εξωτερικών σχέσεων, να αντιστρέψει την αναξιοπιστία, επαναρρυθμίζοντας την ξεκουρδισμένη μηχανή της ναυαρχίδας της Δύσης, η οποία περιλαμβάνει την πολυπόθητη ομαλοποίηση των διεθνών σχέσεων των ΗΠΑ και την επιστροφή στην πολυμέρεια, τόσο στο πεδίο της οικονομίας όσο και της γεωπολιτικής. Η νέα αμερικανική διοίκηση παραλαμβάνει ένα διεθνές σύστημα σε μετάβαση που δοκιμάζει τις συλλογικές ικανότητες αντίδρασης εκ μέρους των ώριμων δημοκρατιών και των πολιτικών τους συστημάτων (βλ. υποχώρηση της Δύσης, λαϊκισμός και κρίση αυτοπεποίθησης, άνοδος των υπολοίπων, ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων).

 

Σε αυτό το πλαίσιο ολοκληρώνεται η περίοδος αμφισβήτησης μιας σειράς συμβατικών και νομιμοποιημένων παγκόσμιων δομών που αναδείχθηκαν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και στη θέση τους προκρίνονται άτυπες και ευέλικτες διευθετήσεις για την επίλυση σύνθετων προβλημάτων. Η πρόκληση για την υπερδύναμη αφορά τη διαχείριση αυτής της μετάβασης προκειμένου να προκριθούν η συνεργασία και ο συντονισμός πολιτικών και να αποφευχθούν η αντιπαράθεση και τα ατυχήματα. Προς αυτή την κατεύθυνση, η αναζήτηση κοινού τόπου παραμένει ευθυγραμμισμένη με την ικανότητα επίτευξης μιας αμοιβαία αποδεκτής και σταθερής γεωπολιτικής ισορροπίας δυνάμεων ανά παγκόσμια περιφέρεια.

 

Με τις ΗΠΑ να επιχειρούν να διαμορφώσουν βελτιωμένους οριζόντιους όρους και κανόνες γεωπολιτικών συνεννοήσεων και συναινέσεων, εν τέλει στοχεύοντας στην ανάδειξη της υπεροχής ενός αναθεωρημένου μοντέλου φιλελεύθερου διεθνισμού έναντι του εθνικολαϊκισμού και των περισσότερο ή λιγότερο αυταρχικών του αποχρώσεων. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν θα είναι η ομαλότητα της περιόδου πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Αλλά με τον Τραμπ η κατάσταση ξέφυγε, καθώς η συνειδητή προσπάθεια εργαλειοποίησης και κακοποίησης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ξεκίνησε να εκτροχιάζει τις ισορροπίες ισχύος διεθνώς και να ενισχύει τις μεσοπρόθεσμες τάσεις επικράτησης μιας εν πολλοίς ανελεύθερης διεθνούς τάξης.

 

Ως προς τα εσωτερικά των ΗΠΑ, η συζήτηση είναι πολύ μεγάλη και επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση του μείζονος πολιτικού προβλήματος, εκείνου που αφορά τις διευρυνόμενες κοινωνικές ανισότητες και τις προκλήσεις-επιπλοκές που τα αποκλεισμένα στρώματα της κοινωνίας θέτουν ή πρόκειται να θέσουν στο σύστημα εξουσίας. Από τη δεκαετία του 1990, η διαδικασία της κοινωνικής κινητικότητας στις ΗΠΑ έχει απωλέσει τη δυναμική της σε ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Πρόκειται για εξέλιξη που διαβρώνει και πληγώνει βαθιά το αμερικανικό όνειρο της σκληρής δουλειάς με αξιοπρεπή διαβίωση. Ξεκινώντας από τη μεταπολεμική περίοδο, το ζήτημα της κοινωνικής κινητικότητας είναι τοποθετημένο στον σκληρό πυρήνα του αμερικανικού DNA και «πολύ σκληρό για να πεθάνει». Απαιτούνται, λοιπόν, ισχυρές πολιτικές παρεμβάσεις που η οικονομία από μόνη της δεν μπορεί να προσφέρει. Αν δεν αντιμετωπιστούν, θα εξακολουθήσουν να αποτελούν σοβαρό παράγοντα ρίσκου για το μέλλον και τη συνοχή των ΗΠΑ.


— Μπορούν οι πολλαπλές διαστάσεις των ανισοτήτων να ισχυροποιήσουν τη δύναμη του όχλου διεθνώς;

Υπάρχουν πολλαπλές ανισότητες. Μεταξύ άλλων, εμφανίζονται πιο έντονα στο εσωτερικό των δυτικών χωρών (οικονομικές - χειροτέρευση κατανομής εισοδήματος), καθώς στις αναπτυσσόμενες η αύξηση του βιοτικού επιπέδου ακόμα δεν προκαλεί πολιτικές επιπλοκές. Σε διεθνές επίπεδο, διευρυμένες ανισότητες παρουσιάζονται και εξαιτίας της περιθωριοποίησης χωρών που δεν κατάφεραν να εισέλθουν στο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης. Τέλος, παρατηρούμε έντονες περιφερειακές ανισότητες εντός δυτικών χωρών (ενδεικτικά η «Ζώνη της Σκουριάς» στις ΗΠΑ και αντίστοιχες ζώνες σε επαρχίες του Ηνωμένου Βασιλείου), επιδεινώνοντας την κατάσταση για τα κατώτερα στρώματα και τους μετανάστες. Εδώ κουμπώνουν και ταυτοτικά ζητήματα, όπως οι λευκοί ψηφοφόροι που αισθάνονται περιθωριοποιημένοι εξαιτίας της κοινωνικής πολυπλοκότητας.

 

Όλα αυτά ενισχύουν την τάση του λαϊκισμού. Τώρα, αν υπάρξει πρόβλημα οχλαγωγίας, αυτό θα προκύψει από την αδυναμία των φιλελεύθερων δυνάμεων να την αντιμετωπίσει. Η απάθεια και η παραμέληση αποτελούν οδηγό υπονόμευσης και όχι αναζωογόνησης της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ακόμα χειρότερα, «χορεύοντας» στον πολυκεντρικό κόσμο με όρους παγκοσμιοποίησης εικοστού πρώτου αιώνα, η δυστοκία εκ μέρους των κυρίαρχων πολιτικών ελίτ να επικοινωνήσουν τις περιπλοκότητες που συνοδεύουν την πολυδιάστατη «αλήθεια», δυστυχώς, ωθεί συχνά και τις ίδιες να επιλέξουν τον λαϊκισμό, αντί να εμπλακούν σε θέματα, των οποίων η συνθετότητα και η δυσκολία απωθεί τα εκλογικά σώματα. Προσδοκώντας στην απαθή τους συναίνεση, ψαλιδίζουν τα έστω περιορισμένα περιθώρια κινήσεων και καθιστούν ακόμα πιο δύσκολη για τις ίδιες την απότομη στροφή πολιτικής.


— Σε λίγες μέρες ξεκινούν οι διερευνητικές επαφές Ελλάδας - Τουρκίας. Τι σηματοδοτεί μια τέτοια εξέλιξη; Και τι μπορεί να σημάνει για τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο;

Πρόκειται για μια καταρχάς θετική εξέλιξη, που για διαφορετικούς λόγους και οι δύο χώρες επιθυμούν. Μετά από μια χρονιά έντονης στρατιωτικοποίησης της εξωτερικής της πολιτικής, η Άγκυρα έχει εγκαινιάσει μια περίοδο τακτικής αναδίπλωσης και τροποποίησης της συμπεριφοράς της ώστε να διαπραγματευτεί εκ νέου με τη Δύση. Καταλύτης ήταν οι αρνητικές εξελίξεις στο πεδίο της οικονομίας από κοινού με τις αμερικανικές εκλογές και την αδυναμία της Τουρκίας να αντεπεξέλθει σε ένα σενάριο συνδυασμένου αντίκτυπου πιέσεων από ΗΠΑ, Ε.Ε. και Ρωσία. Δεν είναι τυχαίο πως για την ώρα αποδίδει προτεραιότητα στον χρηματοοικονομικό χαρακτήρα των σχέσεών της (όπως ήδη έκανε με το Ηνωμένο Βασίλειο και προσδοκά και με την Ε.Ε. σε προσφυγικό και τελωνειακή ένωση), κατεβάζοντας στροφές στα υπόλοιπα πεδία μη-οικονομικού οφέλους.

 

Ειδικότερα, ως προς τις διερευνητικές συνομιλίες και το άμεσο μέλλον δεν φαίνεται να προκύπτει ορίζοντας τελικού διακανονισμού. Κι αυτό διότι δεν έχουν παρθεί οριστικές αποφάσεις για την Τουρκία εκ μέρους Αμερικανών και Ευρωπαίων. Τα ελληνοτουρκικά δεν έχουν φτάσει ακόμα ψηλά στην ιεράρχηση του διεθνούς παράγοντα, γι' αυτό και δεν έχουν διευθετηθεί. Τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην ανατολική Μεσόγειο οι περιφερειακές ισορροπίες ισχύος «σβήνονται και ξαναγράφονται». Είναι νωρίς για να αξιολογήσουμε τον αντίκτυπό τους στα ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Πέρα από την ανάδειξη της τριγωνικής σχέσης (ΗΠΑ - Ε.Ε. - Τουρκία) με τρόπο συστηματικό για την επίλυση προβλημάτων, η προεδρία Μπάιντεν, εναλλάσσοντας μαστίγια αλλά και καρότα, θα αποδειχτεί περισσότερο συνεκτική και αποτελεσματική στο να ενώσει τις τελείες στις διαφορετικές όψεις της εξωτερικής της πολιτικής και τον αντίκτυπό τους στις σχέσεις Ουάσιγκτον - Άγκυρας.

 

Η Αθήνα είναι η πρώτη που αναμένει μια περισσότερο ολοκληρωμένη και λιγότερο γκρίζα προσέγγιση της Δύσης έναντι της Τουρκίας, με πραγματισμό και όχι ευσεβείς πόθους. Δυστυχώς, αδρανήσαμε και δεν τολμήσαμε στο παρελθόν, αρνούμενοι τη φυγή προς τα εμπρός. Σήμερα, το άλμα της Τουρκίας, τόσο σε ισχύ όσο και ευρύτερα σε γεωπολιτικό μέγεθος και με σημαντικά περιθώρια περαιτέρω εκσυγχρονισμού, ακόμη κι αν οριοθετηθεί, παραμένει μη αναστρέψιμο.

 

— Το μίσος στα social media, οι θεωρίες συνωμοσίας, τα αντισυστημικά κινήματα και η κυριαρχία του λαϊκισμού είναι μερικά από τα θέματα που προκαλούν ρωγμές στο οικοδόμημα της Δύσης. Ποια είναι η δική σας άποψη;

Όλες αυτές οι ανισότητες για τις οποίες μιλήσαμε έχουν συμβάλει στην αποδόμηση της κοινωνικής ειρήνης που καταγράφηκε στη Δύση μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και η οποία έχει αρχίσει να κλονίζεται. Στη σημερινή εποχή, οι ρωγμές που αναφέρατε κατάφεραν να καταγράψουν άνοδο, ως τάσεις, αναβαθμίζοντας τόσο τη θέση όσο και την κοινωνική τους απήχηση σε ένα περιβάλλον ανανεωμένων κοινωνικών διαιρέσεων, ως απόρροια των αρνητικών όψεων της παγκοσμιοποίησης. Πάντα υπήρχαν, απλώς κατέστησαν πιο εμφανείς με την άνοδο του λαϊκισμού. Παρά το γεγονός πως τόσο η Ευρώπη (κρίση χρέους στην ευρωζώνη, Brexit) όσο και οι ΗΠΑ (εκλογή Μπάιντεν) πόνεσαν, αλλά στάθηκαν όρθιες, η απάντησή μου είναι πως θα συνεχίσουν να υφίστανται, καταγράφοντας υπαρκτά ρεύματα ισχυρών μειοψηφιών.

 

Είναι ένα ρίσκο που ολόκληρη η Δύση θα κληθεί να αντιμετωπίσει μεσοπρόθεσμα, αποτελώντας τροφοδότη της λαϊκιστικής επιχειρηματολογίας φυγής από το πρόβλημα, μέσω της ανάδειξης εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών για την εύκολη εξήγηση πολύπλοκων καταστάσεων. Πρόκειται για μια διαδικασία από την οποία ο λαϊκισμός θρέφεται και ο λαϊκιστής ωμά απολαμβάνει. Το βάρος και πάλι θα πέσει στις πλάτες των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων. Στο ενδιάμεσο, οι ανταγωνιστές της Δύσης διεθνώς θα συνεχίσουν να επενδύουν (μέσω ενεργειών χαμηλού κόστους και χαμηλού ρίσκου) στην ενίσχυση των ρηγμάτων και των αβεβαιοτήτων της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr