Τα τελευταία τρία χρόνια, η εξάπλωση των μεδουσών στις ελληνικές θάλασσες έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις.

 

Σύμφωνα με τον χάρτη για τους πληθυσμούς μεδουσών που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα το Ελληνικό Παρατηρητήριο Βιοποικιλότητας, το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στον Κορινθιακό κόλπο με τις Pelagia noctiluca ενώ πρωτοφανής είναι και η αύξηση των Chrysaora hysoscella στον νότιο Ευβοϊκό και στον Σαρωνικό.

 

«Στην Ελλάδα έχουμε 17 είδη μέδουσας», εξηγεί, μιλώντας στο LIFO.gr ο συντονιστής του Παρατηρητηρίου για τις μέδουσες, Τακλής Χρήστος.

 

Αν και μπορούν να κολυμπήσουν σε μικρή ακτίνα, οι μέδουσες μετακινούνται κατά κύριο λόγο με τα θαλάσσια ρεύματα και έτσι η μεγαλύτερη αύξησή τους καταγράφεται στις κλειστές θάλασσες, όπου τα ρεύματα είναι μειωμένα ή «κυκλικά».

 

Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που οι ακτές της νότιας και της ανατολικής Αττικής δεν αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα, χάρη στην «ανοικτή θάλασσα» μπροστά τους, παρατηρεί ο κ. Τακλής.

 

Για τις χελώνες οι μέδουσες αποτελούν λιχουδιά και στην απουσία τους οι μέδουσες πολλαπλασιάζονται.

 

Νο1 πρόβλημα η υπεραλίευση 

 

Όπως μας εξηγεί ο κ. Τακλής, η βασικότερη αιτία για τον υπερπληθυσμό των μεδουσών είναι η ανεξέλεγκτη υπεραλίευση των φυσικών θηρευτών τους, όπως είναι τα μεγάλα ψάρια που τρώνε τις μέδουσες ελέγχοντας τον αριθμό τους.

 

 

Εξίσου εγκληματικός όμως είναι και ο «πόλεμος» που ορισμένοι ψαράδες έχουν κηρύξει στις χελώνες, τις οποίες σκοτώνουν για να μην τους καταστρέφουν τα δίχτυα. Μόνο μέσα στο 2017, περίπου 600 χελώνες σκοτώθηκαν από ψαράδες, όπως καταγγέλλει ο κ. Τακλής.

 

Για τις χελώνες αυτές οι μέδουσες αποτελούν λιχουδιά και στην απουσία τους οι μέδουσες πολλαπλασιάζονται.

 

Απολαμβάνοντας τα σχεδόν ακίνδυνα, πλέον, για αυτές νερά, οι αμέτρητες μέδουσες τρέφονται με ζωοπλαγκτόν και μικρά ψάρια (γόνους), καταστρέφοντας με τη σειρά τους ένα σημαντικό μέρος της τροφικής αλυσίδας, παρατηρεί ο κ. Τακλής.

 

 

 

Αν δεν αντιμετωπίσουμε τις αιτίες οι μέδουσες θα εξαπλωθούν

 

Την ανησυχία της για την έκταση του φαινομένου, μετέφερε στo LIFO.gr και η διευθύντρια έρευνας του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Προστασίας, Αναστασία Μήλιου.

 

«Η κατάσταση επιδεινώνεται στον Κορινθιακό και τον Πατραϊκό», παρατηρεί η κα Μήλιου που επισημαίνει ότι με τα θαλάσσια φράγματα και τα δίχτυα αντιμετωπίζεται αποκλειστικά το σύμπτωμα και όχι η αιτία.

 

Έκτος από την υπεραλίευση, η κατάσταση επιδεινώνεται και από τα γεωργικά, τα αστικά και τα βιομηχανικά λύματα που καταλήγουν στις θάλασσες οδηγώντας σε ευτροφισμό και ανισορροπία του οικοσυστήματος, την οποία εκμεταλλεύονται οι μέδουσες.


«Οι μέδουσες δεν ξύπνησαν μια μέρα και είπαν "θα πολλαπλασιαστούμε". Είναι μία φυσική αντίδραση στη δική μας δραστηριότητα, το αποτέλεσμα των δικών μας παρεμβάσεων», λέει χαρακτηριστικά η κα Μήλιου.

 

Σε κάθε βροχή, τόνοι σκουπιδιών καταλήγουν στη θάλασσα, τα ψάρια τα τρώνε και πεθαίνουν. Υπάρχει διεθνής εμπειρία και γνώση, δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε εκ νέου τον τρόχο.

 

Μιλώντας στο LIFO.gr ο πρόεδρος του Συνδέσμου Προστασίας και Ορθολογικής Ανάπτυξης του Κορινθιακού Κόλπου, Σταμάτης Χαλβατζής, επισημαίνει πως το φαινόμενο παρουσιάζεται κατά περιόδους 8 έως 10 ετών, με την έξαρσή του να διαρκεί περίπου τρία χρόνια.

 

«Φέτος παρατηρούμε ύφεση σε σχέση με πέρυσι», εκτιμά ο κ. Χαλβατζής, που αναγνωρίζει ωστόσο ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί ελέγχου για την υπεραλίευση δεν επαρκούν, με αποτέλεσμα το ψάρεμα σε απαγορευτικές ποσότητες.

 

Όμως η κα Μήλιου εκφράζει τον φόβο της ότι το πρόβλημα τα ενταθεί και θα παρουσιαστεί σε ακόμα περισσότερες θάλασσες.

 

«Τα οικοσυστήματα δεν επανέρχονται ως διά μαγείας και χρειάζεται χρόνος για να αντιδράσουν», τονίζει η θαλάσσια βιολόγος που δεν αφήνει ασχολίαστο ούτε το εμπόδιο της γραφειοκρατίας.

 

«Οι κρατικές αρχές λένε ότι δεν έχουν δεδομένα. Συνήθως χρειάζονται έξι μήνες για να εκταμιευθούν τα χρήματα».

 

Αλλά ακόμα και όταν τα εμπόδια ξεπερνιούνται, παραμένει το ζήτημα των προτεραιοτήτων, όπως εξηγεί η κα Μήλιου, φέρνοντας ως παράδειγμα τους δήμους που βρέχονται από τον κορινθιακό κόλπο καθώς «καλή είναι η επένδυση στα δίχτυα» αλλά ακόμα πιο σημαντικός είναι ο περιορισμός των σκουπιδιών που σκοτώνουν τους φυσικούς θηρευτές των μεδουσών.

 

«Σε κάθε βροχή, τόνοι σκουπιδιών καταλήγουν στη θάλασσα, τα ψάρια τα τρώνε και πεθαίνουν. Υπάρχει διεθνής εμπειρία και γνώση, δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε εκ νέου τον τρόχο», προσθέτει.

 

Όπως λέει η διευθύντρια ερευνών του Αρχιπελάγους, η θάλασσα έχει μηχανισμούς αυτορύθμισης του οικοσυστήματος και αν τεθεί ως προτεραιότητα η διαχείριση των θαλασσών μας θα κλείσουν πολλά ανθρωπογενή κενά στα θαλάσσια οικοσυστήματα.