Ο ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΧΑΜΠΕΡΜΑΣ πέθανε στα ενενήντα έξι του στη μικρή βαυαρική πόλη Στάρνμπεργκ όπου κατοικούσε για χρόνια. Στην ίδια ειδυλλιακή και εύπορη πόλη, σε μικρή απόσταση από το Μόναχο, θα αφήσει την τελευταία του πνοή, το 1979, ένας ακόμα από την περίφημη Σχολή της Φρανκφούρτης, ο Χέρμπερτ Μαρκούζε. Είναι ένα παράδοξο της μοίρας που θέλησε να ενώσει στον θάνατο τις δυο άκρες μιας παράδοσης που το πραγματικό της όνομα ήταν Κριτική Θεωρία. Ο Μαρκούζε ήταν η επίμονη αναζήτηση της ριζοσπαστικής ουτοπίας, ο Χάμπερμας η μεθοδική πορεία προς έναν ορισμένο πραγματισμό με συμφιλιωτικούς τόνους.
Είναι αδύνατο φυσικά να συνοψίσει κανείς επιχειρήματα, λεξιλόγια και προβλήματα που εκτέθηκαν σε αυτή την πνευματική περιπέτεια. Γράφτηκαν πολλά, αρκετά σε εγκυκλοπαιδικό στυλ, ίσως με έκτακτη υπερεργασία των bots. Άλλα, λιγότερα μάλλον, παρουσίασαν με εντιμότητα τα πατήματα του Χάμπερμας στον χώρο της θεωρίας.
Ο Χάμπερμας αποχωρεί από τη σκηνή ενώ έχει επιστρέψει η πολιτική της ωμής ισχύος, και ο πυρήνας του έργου του έχει πέσει στην ανυποληψία των ευρωπαϊκών ελίτ που κάποτε τον αποθέωναν.
Εδώ θέλω να αναλογιστώ περισσότερο την ειρωνεία της στιγμής αυτού του τέλους, που είναι κι ένα κάπως νοσηρό παιχνίδι της Ιστορίας με τη μοίρα των διανοουμένων. Ο Χάμπερμας «αποστάτησε» από τους δασκάλους του, κυρίως από τον Τέοντορ Αντόρνο, χτίζοντας ένα έργο προς την κατεύθυνση της εμπιστοσύνης και της θετικότητας. Η απόστασή του από τον μελαγχολικό ριζοσπαστισμό και τη μεγάλη άρνηση έγινε στοίχημα για τις δυνατότητες που προσφέρουν οι υπαρκτοί εθνικοί και κυρίως οι υπερεθνικοί θεσμοί, με πολλές προσδοκίες από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και κυρίως από αυτό που ονόμαζε ηθική του διαλόγου. Ο Χάμπερμας θα επεξεργαστεί έναν καθεδρικό ναό απαιτητικών εννοιών έχοντας ως αιχμή το ιδεώδες της επικοινωνίας. Μιας επικοινωνίας που διεξάγεται χωρίς εξαναγκασμό και στρεβλώσεις, σε αναζήτηση των καλύτερων επιχειρημάτων.
Ας σταθούμε όμως και σε αυτόν τον έφηβο των χρόνων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα παιδί που αισθάνθηκε και αυτό (όπως εκατομμύρια νέοι και νέες της Γερμανίας) την ύπουλη σαγήνη του εθνικοσοσιαλισμού. Το λέω αυτό διότι πολλά από όσα έγραψε και ιδίως η δημόσια στάση του Χάμπερμας θα φέρουν ανεξάλειπτο το τραύμα. Η ανάγκη επαγρύπνησης για τον αυταρχισμό, η αντίθεση στην εξιδανίκευση μιας καλής, αλλοτινής Γερμανίας, ο φόβος για τον μεταμοντέρνο «ανορθολογισμό», όλα αυτά ριζώνουν στην ντροπή για τη γερμανική ιδεολογία και τα αποτελέσματά της. Ο Χάμπερμας θα δώσει φιλοσοφικό βάθος στον ευρωπαϊσμό, ένα βάθος που δεν απέκτησε ποτέ λαϊκή απήχηση. Και ύστερα θα έρθουν οι διαμάχες με όλους εκείνους που μετά την ενοποίηση το 1989 είπαν πως αρκετά με το «αυτομαστίγωμα» ημών των Γερμανών, με την αυτοκριτική και την ένοχη συνείδηση.
Ο φιλόσοφος αφήνει πίσω έναν κόσμο που μοιάζει με εφιαλτική αντιστροφή όσων επιθύμησε μέσα και έξω από τη θεωρία. Σαν να κέρδισε τη μακροβιότητα για να αντικρίσει, με λύπη και κάποιο πικρό χιούμορ, την έκταση των απωλειών που είναι δικές του και δικές μας απώλειες.
Θα πει κανείς πως έτσι αναχωρούν συνήθως οι στοχαστές από τη σκηνή. Ηττημένοι από αυτό που τους ξεφεύγει, απ’ όσα τους προσπερνούν ή τους αγνοούν. Νικημένοι από τις απρόβλεπτες και απότομες κινήσεις του πραγματικού. Ο Μαρξ πεθαίνει το 1883, όταν αποκτά σχήμα η διάταξη των ισχυρών ευρωπαϊκών ιμπεριαλισμών και όταν η νεαρή «μεσαία τάξη» σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ανακαλύπτει εντυπωσιασμένη φυλετικές θεωρίες και ευγονικές ιδέες. Αλλά και ο βασικός πνευματικός πατέρας του Χάμπερμας, ο Καντ, πεθαίνει τον Φεβρουάριο του 1804, λίγους μήνες προτού ο Ναπολέων στεφθεί αυτοκράτορας της Γαλλίας. Ο διαφωτιστής Καντ πεθαίνει όταν το ρεύμα της εποχής έχει ήδη στρέψει τα νώτα στον Διαφωτισμό και στον πολιτικό ριζοσπαστισμό της Γαλλικής Επανάστασης.
Φυσικά ο Τραμπ δεν είναι ούτε Ναπολέων ούτε Μπίσμαρκ. Κυρίως όμως η εποχή η δική μας μοιάζει με διαλυτήριο προσδοκιών. Κάποτε, η διάψευση του ενός ή του άλλου φιλοσόφου δεν σήμαινε και πολλά για την ίδια την εποχή και το νόημα των κοινωνικών της ελπίδων. Αν, έτσι, ο Μαρξ φεύγει από τη ζωή την εποχή που, για παράδειγμα, ο Λεοπόλδος του Βελγίου, αυτός ο κυνικός μαζικός δολοφόνος εκατομμυρίων ανθρώπων, ετοιμάζεται για την αποικιακή καταλήστευση του Κονγκό, η προσδοκία για το καλύτερο και το διαφορετικό είναι ολοζώντανη. Υπάρχουν εν εξελίξει ενθουσιασμοί, ανερχόμενες δυνάμεις των εργατικών κινημάτων, μεγάλες προσδοκίες.
Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά με το σήμερα. Ο Χάμπερμας αποχωρεί από τη σκηνή ενώ γύρω έχουν επιστρέψει τα σκληρά σύνορα, η πολιτική της ωμής ισχύος, οι προτροπές για το πρώτο πλήγμα, ακόμα και για πυρηνικό πλήγμα. Σε μια στιγμή που ο ηγέτης της πρώτης δύναμης στη Δύση λέει γελώντας ότι βομβαρδίζει για διασκέδαση (to have fun). Σε μια στιγμή που όλο και περισσότερες αστικές δυνάμεις δείχνουν να διεγείρονται περισσότερο με τη διεστραμμένη φαντασία τεχνολογικών φεουδαρχών και αντιδημοκρατών σαν τον Κέρτις Γιάρβιν παρά με τις κληρονομιές του φιλελεύθερου και σοσιαλδημοκρατικού κοσμοπολιτισμού.
Το ογκώδες και πολυσύνθετο θεωρητικό έργο του Χάμπερμας έχει γίνει κτήμα της παγκόσμιας έρευνας και επιβιώνει, προφανώς, σε κάποιες δημόσιες συζητήσεις και επίσημους λόγους. Φαίνεται όμως πως τον πυρήνα αυτού του έργου δεν τον υπολήπτονται στο ελάχιστο ούτε ο καπιταλισμός ούτε οι ευρωπαϊκές κοινωνίες και οι ελίτ που κάποτε μπορεί και να αποθέωναν τη στιβαρότητά του. Εδώ ίσως ισχύει και με το παραπάνω η κουβέντα που είχε πει ο Ρεϊμόν Αρόν για την Ιστορία: η Ιστορία είναι τραγική, έλεγε. Τραγική και ανελέητη για τους ανθρώπους, όπως και για τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα της σκέψης τους.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.