Η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου, περιέγραψε πώς οι Αρχές οδηγήθηκαν στον γνωστό γκαλερίστα, αποκαλύπτοντας ότι στις 6 Μαρτίου η Διεύθυνση Οργανωμένου Εγκλήματος δέχθηκε καταγγελία από άτομα με γνώση στον χώρο των αρχαιοτήτων και της τέχνης.
Όπως ανέφερε, μιλώντας στον ΣΚΑΪ, αρχικά υπήρξε ανώνυμη επικοινωνία πολίτη με την Αστυνομία, η οποία στη συνέχεια συνοδεύτηκε από επώνυμη καταγγελία, σύμφωνα με την οποία ορισμένα από τα έργα που διαχειριζόταν και προωθούσε ο γκαλερίστας ενδέχεται να είναι πλαστά.
Η ίδια σημείωσε ότι ο συλληφθείς έχει ήδη οδηγηθεί στον ανακριτή, μαζί με ακόμη ένα άτομο, το οποίο φέρεται να «χρησιμοποιήθηκε» για την απόκρυψη του Ευαγγελίου που χρονολογείται στον 18 αιώνα.
«Για το συγκεκριμένο αντικείμενο δεν έχει αναφέρει πώς έφτασε στην κατοχή του. Είναι κάτι που πρέπει σίγουρα να απαντήσει στις ανακριτικές αρχές όπως και ποια ήταν η διαδικασία που ακολουθούνταν με τα πλαστά έργα τέχνης», επισήμανε η κ. Δημογλίδου.
Υπενθυμίζεται πως μόνο τα επτά, από τα εκατοντάδες έργα τέχνης που βρέθηκαν στην κατοχή του γκαλερίστα, είναι γνήσια.
Σύλληψη γκαλερίστα: Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει
Ο κατηγορούμενος συνελήφθη έπειτα από έφοδο αστυνομικών της Διεύρυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος σε αποθήκες της επιχείρησης του και πλέον έρχεται αντιμέτωπος με βαρύτατες κατηγορίες.
Συγκεκριμένα, η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αφορά κατηγορίες για:
- υπεξαίρεση αρχαίου και νεότερων μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τελεσθείσα κατά επάγγελμα (κακούργημα)
- παράβαση της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου
- διακεκριμένη περίπτωση κατασκευής-έκθεσης διακίνησης-διάθεσης-κατοχής έργων τέχνης με σκοπό παραπλάνησης, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα, κατά επάγγελμα και σε εμπορική κλίμακα, κατ εξακολούθηση (κακούργημα. Απάτη με ζημιά ιδιαίτερα μεγάλη, κατά εξακολούθηση (κακούργημα).
- διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα, κατ' επάγγελμα (κακούργημα)
Δίωξη ασκήθηκε και σε βάρος υπαλλήλου του γκαλερίστα, ο οποίος κατηγορείται για αποδοχή αρχαίου κινητού μνημείου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που αποτελεί προϊόν εγκλήματος.