Σε έναν πάγκο με τυριά, κάτω από κίτρινες τέντες, ένα όμορφο αγόρι απλώνει το χέρι εκεί όπου ένα μικρό χαρτί γράφει "NO TOUCH". Γύρω του υπάρχουν μαχαίρια, κομμάτια τυριού, ετικέτες, γυάλινες φιάλες, ψυγεία αγοράς, ένα φως που μοιάζει ευχάριστο μέχρι να γίνει λίγο υπερβολικό. Το πρόσωπό του έχει εκείνη την αθωότητα που στην πραγματικότητα δεν είναι ποτέ εντελώς αθωότητα. Είναι το βλέμμα κάποιου που ξέρει ότι μπορεί να αγγίξει λίγο παραπάνω από όσο του επιτρέπεται.
Αυτό το αγόρι θα μπορούσε να είναι ένα ακόμη γοητευτικό πρόσωπο στον κόσμο του Hernan Bas. Μόνο που εδώ η γοητεία δεν έρχεται μόνη της. Έρχεται μαζί με την απαγόρευση, την επιθυμία, την κατανάλωση, μια μικρή παραβίαση που μοιάζει σχεδόν ασήμαντη και ακριβώς γι' αυτό λέει πολλά. Ο σύγχρονος τουρίστας, όπως τον ζωγραφίζει ο Bas, δεν μπαίνει στον κόσμο μόνο για να τον δει. Μπαίνει για να τον αγγίξει, να τον δοκιμάσει, να τον φορέσει, να τον ανεβάσει, να τον κάνει δικό του για όσο διαρκεί η εικόνα.
Η νέα έκθεση του Κουβανοαμερικανού καλλιτέχνη, Hernan Bas: The Visitors, ανοίγει στις 7 Μαΐου στο Ca' Pesaro, τη Διεθνή Πινακοθήκη Μοντέρνας Τέχνης της Βενετίας, και θα διαρκέσει έως τις 30 Αυγούστου 2026. Περιλαμβάνει πάνω από 30 νέα έργα, αρκετά από τα οποία δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της παραμονής του καλλιτέχνη στην πόλη. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο εύστοχο μέρος για αυτή τη σειρά. Η Βενετία, μια πόλη που ζει από τους επισκέπτες της και ταυτόχρονα ασφυκτιά από αυτούς, γίνεται εδώ όχι απλώς φόντο, αλλά καθρέφτης.
Ο Hernan Bas γεννήθηκε στο Μαϊάμι το 1978 και εδώ και περισσότερο από δύο δεκαετίες χτίζει μια ζωγραφική γεμάτη νεαρούς άνδρες, λογοτεχνικές σκιές, χιούμορ, παρακμή, υπαινιγμούς και μικρές σκηνές αβεβαιότητας. Οι φιγούρες του μοιάζουν συχνά σαν να βρίσκονται ένα βήμα πριν ή ένα βήμα μετά από κάτι που δεν θα μάθουμε ποτέ πλήρως. Έχει παρουσιάσει έργα του σε μουσεία όπως το The Bass στο Μαϊάμι, το CAC Malaga και το Rubell Museum, ενώ η ζωγραφική του ανήκει σε εκείνη τη σπάνια περιοχή όπου η εικόνα παραμένει απολαυστική, αλλά ποτέ εντελώς αθώα.
Ο Bas δεν ονόμασε τη σειρά The Tourists. Την ονόμασε The Visitors. Η διαφορά είναι μικρή και σκοτεινή. Ο τουρίστας μπορεί να είναι μια γνώριμη, σχεδόν κωμική φιγούρα. Ο επισκέπτης έχει κάτι πιο ψυχρό. Μοιάζει με κάποιον που ήρθε από αλλού, πέρασε, κοίταξε, πήρε αυτό που ήθελε και έφυγε. Στους πίνακές του, οι επισκέπτες αυτοί είναι κυρίως νεαροί λευκοί άνδρες, όμορφοι, λεπτοί, λίγο αστείοι, λίγο ανυπόφοροι, λίγο σαν εξωγήινοι που προσγειώθηκαν σε μέρη γεμάτα ιστορία χωρίς να καταλαβαίνουν ακριβώς πού βρίσκονται.
Ένας στέκεται μπροστά στη Μόνα Λίζα, φορώντας μπλούζα με τη Μόνα Λίζα, σαν να έχει έρθει στο Λούβρο περισσότερο για να επιβεβαιώσει μια εικόνα παρά για να δει έναν πίνακα. Ένας άλλος κρατά κοκτέιλ σε τροπικό εσωτερικό, με φόντο φοίνικες και ηλιοβασίλεμα, φορώντας μπλούζα που γράφει "I'M NOT A TOURIST I LIVE HERE". Κάποιος ποζάρει με κοάλα. Κάποιος ζητά χρήματα για να πάει σε full moon party στην Ταϊλάνδη. Κάποιος εμφανίζεται στην Αλκατράζ με ακουστικά ξενάγησης. Κάποιος άλλος μοιάζει παγιδευμένος μέσα σε χρώματα, χάντρες, λουλούδια, τουριστικά ίχνη και φτηνές τελετουργίες.
Οι εικόνες είναι γεμάτες πράγματα: σακίδια, ακουστικά, μπλούζες με συνθήματα, καρουζέλ, ενυδρεία, κοκτέιλ, μαχαίρια, ψεύτικες υποσχέσεις εμπειρίας, μικρές επιγραφές, αντικείμενα που φωνάζουν ότι κάποιος πέρασε από εκεί. Το χρώμα είναι συχνά δυνατό, σχεδόν γλυκό, αλλά ποτέ εντελώς αθώο. Το κίτρινο μπορεί να είναι χαρά ή προειδοποίηση. Το μπλε μπορεί να είναι νερό ή ψύχος. Το κόκκινο σακίδιο στην πλάτη ενός αγοριού μπορεί να είναι απλώς ταξιδιωτικό αξεσουάρ ή σημάδι μόνιμης φυγής.
Εδώ βρίσκεται η δύναμη του Bas. Δεν ζωγραφίζει τον τουρίστα σαν εύκολη καρικατούρα. Τον ζωγραφίζει ως όμορφο σύμπτωμα. Ως σώμα που έχει μάθει ότι ο κόσμος είναι διαθέσιμος. Ως πρόσωπο που ζητά εμπειρία χωρίς να θέλει πάντα σχέση. Ως νεαρό άνδρα που μετακινείται ανάμεσα σε μουσεία, αγορές, μνημεία, παραλίες, σκοτεινούς προορισμούς και τουριστικές παγίδες με την ίδια αμήχανη αυτοπεποίθηση. Δεν είναι απαραίτητα κακός. Είναι κάτι πιο ενδιαφέρον και πιο άβολο: δεν ξέρει πάντα τι κάνει.
Ο ίδιος ο Bas δεν κρύβει τη δική του αντίφαση. Έχει πει ότι ζωγραφίζει το είδος των ανθρώπων που τον ελκύουν. Είναι gay, λέει, και τα όμορφα αγόρια υπήρξαν πάντα μέρος της ζωγραφικής του επιθυμίας. Αλλά στους Visitors αυτή η επιθυμία δεν λειτουργεί ως αθώα εξιδανίκευση. Τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να είναι μούσες γίνονται φορείς προνομίου, αφέλειας, αλαζονείας, ενοχής. Η ομορφιά τους δεν τα σώζει. Αντίθετα, κάνει το πρόβλημα πιο ορατό.
Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον ρήγμα της σειράς. Ο Bas κοιτάζει αυτούς τους άνδρες με έλξη και δυσπιστία μαζί. Τους ζωγραφίζει με φροντίδα, με λεπτομέρεια, με μια σχεδόν τρυφερή αφοσίωση στο πρόσωπο, στο ρούχο, στη στάση του σώματος. Και έπειτα τους αφήνει μέσα σε σκηνές όπου η γοητεία τους αρχίζει να φαίνεται ύποπτη. Το ωραίο αγόρι που αγγίζει το τυρί ενώ η επιγραφή γράφει "NO TOUCH" δεν είναι απλώς άτακτο. Είναι η μικρή, σχεδόν γελοία εικόνα μιας μεγαλύτερης άδειας: μπορώ να μπω, μπορώ να κοιτάξω, μπορώ να ακουμπήσω, μπορώ να πάρω λίγο από αυτό που δεν είναι δικό μου.
Η Βενετία κάνει αυτή την αντίφαση ακόμη πιο έντονη. Ο Bas ζει στο Μαϊάμι, μια πόλη που γνωρίζει καλά τι σημαίνει να μετατρέπεται ένας τόπος σε σκηνικό για ανθρώπους που έρχονται και φεύγουν. Έχει περιγράψει την αμηχανία του όταν επιστρέφει σπίτι του και οι οδηγοί ταξί τον ρωτούν από πού επισκέπτεται την πόλη. Στη Βενετία, από την άλλη, βρέθηκε ο ίδιος ως φιλοξενούμενος, σε ένα στούντιο με θέα στη λιμνοθάλασσα, ζωγραφίζοντας τουρίστες και απολαμβάνοντας την παράξενη άδεια που δίνει η ομορφιά: για λίγο μπορείς να προσποιηθείς ότι ο κόσμος δεν καίγεται.
Αυτή η φράση είναι σχεδόν το κρυφό νεύρο της έκθεσης. Ο Bas μιλά για την παραμονή του στη Βενετία σαν για μια δυνατότητα απομάκρυνσης. Να κοιτάς το νερό, το φως, τη ζωγραφική, τα πρόσωπα, τα μικρά τελετουργικά της πόλης, και να ξεχνάς όσα συμβαίνουν αλλού. Την ίδια στιγμή, ζωγραφίζει ανθρώπους που κάνουν ακριβώς αυτό: περνούν από τόπους φορτισμένους με ιστορία, πόνο, μνήμη ή πραγματική ζωή, και τους μετατρέπουν σε επεισόδια προσωπικής περιπέτειας.
Το έργο δεν κατηγορεί τον θεατή από ψηλά. Είναι πιο ύπουλο. Ξέρει ότι όλοι έχουμε υπάρξει κάπως έτσι. Όχι απαραίτητα τόσο ακραία, όχι απαραίτητα τόσο προκλητικά, αλλά αρκετά ώστε να αναγνωρίσουμε κάτι: τη στιγμή που μπήκαμε σε μια πόλη σαν να ήταν εικόνα, τη στιγμή που φωτογραφίσαμε πριν καταλάβουμε, τη στιγμή που θέλαμε να υπάρξουμε μέσα σε έναν τόπο περισσότερο από όσο θέλαμε να τον ακούσουμε.
Ο Bas έχει πάντα κάτι θεατρικό στη ζωγραφική του. Οι πίνακές του δεν μοιάζουν με σκηνές που περιγράφονται απλώς. Μοιάζουν με μικρά μονόπρακτα σε παύση. Κάτι έχει συμβεί λίγο πριν ή κάτι πρόκειται να συμβεί αμέσως μετά. Το αγόρι με το κόκκινο σακίδιο δεν στέκεται απλώς σε έναν χώρο. Περνάει. Το αγόρι με το κοκτέιλ δεν δηλώνει απλώς ότι δεν είναι τουρίστας. Σχεδόν ικετεύει να γίνει πιστευτό. Το αγόρι μπροστά στη Μόνα Λίζα δεν κοιτάζει μόνο την τέχνη. Μοιάζει να έχει ντυθεί με την ίδια την ιδέα της επίσκεψης.
Στο στούντιο του καλλιτέχνη, οι πίνακες και τα σχέδια εμφανίζονται σαν ένας τοίχος από ύποπτους χαρακτήρες. Μικρά πρόσωπα κολλημένα στον τοίχο, χρωματικές δοκιμές, σώματα σε αναμονή, σημειώσεις, αποσπάσματα, εικόνες που μοιάζουν να συναρμολογούνται πριν αποκτήσουν οριστική θέση. Εκεί καταλαβαίνει κανείς ότι ο Bas δεν ξεκινά από την καταγγελία, αλλά από το casting. Διαλέγει πρόσωπα. Φτιάχνει ρόλους. Επινοεί ιστορίες που ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ. Κάθε αγόρι κουβαλά ένα σενάριο κρυμμένο κάτω από την επιφάνεια.
Από αυτή την άποψη, οι Visitors συνεχίζουν μια διαδρομή που ο Bas δουλεύει εδώ και χρόνια. Οι νεαροί άνδρες του υπήρξαν δανδήδες, έφηβοι σε λογοτεχνικές φαντασιώσεις, φιγούρες μελαγχολίας, υποψίας, μεταμόρφωσης. Συχνά μοιάζουν σαν να βγήκαν από παλιά βιβλία, από gothic αφηγήσεις, από τον Poe, από τον Huysmans, από ένα Choose Your Own Adventure που πήρε λάθος δρόμο. Η καινούργια σειρά μεταφέρει αυτή τη φαντασιακή καταγωγή στο παρόν του παγκόσμιου τουρισμού. Το παράξενο δεν βρίσκεται πια σε ένα σκοτεινό δάσος ή σε ένα παρακμιακό εσωτερικό. Βρίσκεται σε ένα μουσείο γεμάτο ουρές, σε μια αγορά, σε ένα μπαρ, σε ένα αξιοθέατο, σε μια πόλη που όλοι θέλουν να χωρέσουν στη δική τους εικόνα.
Και όμως, η ζωγραφική του δεν χάνει ποτέ την απόλαυσή της. Τα έργα είναι όμορφα. Έχουν χρώμα, νεύρο, λεπτομέρεια, μια επιμονή στο ύφασμα, στο βλέμμα, στο αντικείμενο, στη μικρή γελοιότητα της πόζας. Ο Bas δεν φοβάται το ωραίο. Δεν φοβάται ούτε το επιθυμητό. Απλώς δεν το αφήνει να μείνει ατιμώρητο. Η ομορφιά στους πίνακές του είναι πάντα λίγο εκτεθειμένη. Κάτι πάνω της προδίδει την εποχή της.
Στο Ca' Pesaro, οι πίνακες παρουσιάζονται σε μια πόλη που ξέρει ότι η ομορφιά μπορεί να γίνει φορτίο. Η Βενετία δεν είναι μόνο καρτ ποστάλ. Είναι και κάτοικοι που σπρώχνονται προς τα έξω, ενοίκια που ανεβαίνουν, δρόμοι που φράζουν, μνημεία που φθείρονται, νερό που ανεβαίνει, κρουαζιερόπλοια, βαλίτσες, ορδές ημερήσιων επισκεπτών. Είναι μια πόλη που έχει γίνει τόσο επιθυμητή ώστε κινδυνεύει από την ίδια της την επιθυμητότητα.
Ο Bas το ξέρει και παίζει με αυτό. Έχει ζητήσει οι κουρτίνες στις αίθουσες της έκθεσης να μείνουν ανοιχτές, ώστε οι επισκέπτες να βλέπουν το Grand Canal. Είναι μια χειρονομία γενναιόδωρη και ειρωνική μαζί. Ο θεατής μπαίνει για να δει πίνακες για τον τουρισμό και ξαφνικά του προσφέρεται η πιο ακαταμάχητη τουριστική εικόνα. Κοιτάζει τους Visitors, έπειτα κοιτάζει έξω τη Βενετία, και για μια στιγμή δεν είναι βέβαιο αν παρατηρεί το θέμα ή αν έχει γίνει μέρος του.
Αυτό κάνει την έκθεση πιο σύνθετη από μια απλή σάτιρα. Ο Bas δεν λέει ότι οι τουρίστες είναι γελοίοι και οι υπόλοιποι αθώοι. Αντίθετα, στήνει έναν χώρο όπου η γοητεία, η ενοχή και η απόλαυση δεν διαχωρίζονται εύκολα. Το ίδιο βλέμμα που καταλαβαίνει την αλαζονεία των αγοριών του, καταλαβαίνει και την έλξη τους. Το ίδιο χέρι που ζωγραφίζει την παραβίαση, ζωγραφίζει και την ομορφιά της. Το ίδιο μουσείο που φιλοξενεί την κριτική του τουρισμού, προσφέρει στον επισκέπτη ένα ανοιχτό παράθυρο στη Βενετία.
Οι Visitors είναι, τελικά, πίνακες για την εποχή όπου η εμπειρία έγινε κάτι που πρέπει να αποδειχθεί. Για μια γενιά που ταξιδεύει πολύ, κοιτάζει πολύ, καταγράφει πολύ, αλλά δεν είναι πάντα σίγουρο ότι συναντά. Για μια μορφή παγκόσμιας κινητικότητας που υπόσχεται ελευθερία, ενώ συχνά επαναλαμβάνει το ίδιο βλέμμα παντού. Για το όμορφο σώμα που μπαίνει σε ξένους τόπους σαν να έχει δικαίωμα στην εικόνα τους.
Και ίσως γι' αυτό τα αγόρια του Bas μένουν στο μυαλό. Δεν είναι τέρατα. Δεν είναι απλώς ανόητοι. Δεν είναι ούτε αθώα αντικείμενα επιθυμίας. Είναι κάτι πιο κοντινό, πιο αμήχανο, πιο σημερινό. Είναι όμορφα αγόρια που ταξιδεύουν σαν να μην υπάρχει κόσμος, μόνο φόντα. Σαν να μην υπάρχει ιστορία, μόνο εμπειρία. Σαν να μην υπάρχει όριο, μόνο ένα μικρό χαρτί που γράφει "NO TOUCH", την ώρα που το χέρι έχει ήδη απλωθεί.
με στοιχεία από The Art Newspaper, W Magazine