Ο Mark Rothko δεν μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με καλλιτέχνη φτιαγμένο για το TikTok. Οι πίνακές του δεν έχουν γρήγορο αφήγημα, δεν προσφέρουν εύκολη ατάκα, δεν ζητούν να τους «καταλάβεις» μέσα σε τρία δευτερόλεπτα. Είναι μεγάλα πεδία χρώματος, σιωπής, βάρους και αργής έντασης. Κι όμως, ακριβώς γι’ αυτό φαίνεται πως επιστρέφουν τώρα στο feed.
Στο TikTok και στο Instagram, έργα του Rothko συγκεντρώνουν εκατοντάδες χιλιάδες προβολές. Δημιουργοί φτιάχνουν outfits εμπνευσμένα από συγκεκριμένους πίνακές του, άλλοι αντιστοιχίζουν τα έργα του με τύπους προσωπικότητας, ενώ κάποιοι συγκρίνουν τις χρωματικές του ατμόσφαιρες με τη θολή μελαγχολία των Cocteau Twins, που επίσης γνωρίζουν αναβίωση στη Gen Z.
Το πιο αστείο, σχεδόν τρυφερό, είναι ότι ο Rothko μπαίνει στο feed όχι επειδή είναι εύκολος, αλλά επειδή είναι αργός. Στον κόσμο των μικρών βίντεο, της ασταμάτητης γνώμης και της μόνιμης οπτικής διέγερσης, οι πίνακές του εμφανίζονται σαν παράξενες επιφάνειες ανάπαυσης. Δεν σου ζητούν να αντιδράσεις. Δεν σου ζητούν να πάρεις θέση. Δεν σου λένε τι σημαίνουν. Απλώς μένουν εκεί, σαν χρώματα που αρνούνται να γίνουν περιεχόμενο με την εύκολη έννοια.
Το ενδιαφέρον δεν είναι απλώς ότι ένας μεγάλος μοντερνιστής ζωγράφος γίνεται ξανά δημοφιλής online. Είναι το γιατί. Σε μια γενιά που ζει μέσα σε αδιάκοπη οπτική υπερδιέγερση, οι πίνακες του Rothko λειτουργούν σχεδόν ως αντίδοτο. Δεν εξηγούν. Δεν φωνάζουν. Δεν προσφέρουν οδηγίες. Απλώς υπάρχουν, τεράστιοι και σιωπηλοί, σαν χώροι όπου μπορείς για λίγο να σταθείς.
Αυτό ίσως εξηγεί και τη νέα τους χρησιμότητα στο feed. Τα έργα του Rothko δεν μεταφέρονται μόνο ως εικόνες, αλλά ως mood. Γίνονται ρούχα, διαθέσεις, χρωματικές ταυτότητες, μικρές ψυχικές προβολές. Εκεί όπου το μεγαλύτερο μέρος του διαδικτύου ζητά αντίδραση, οι πίνακές του ζητούν παραμονή.
Δεν είναι τυχαίο ότι η νέα αυτή ανάγνωση του Rothko μοιάζει περισσότερο με συναισθηματική χρήση παρά με ιστορία τέχνης. Οι νέοι χρήστες δεν τον προσεγγίζουν απαραίτητα μέσα από όρους όπως «αφηρημένος εξπρεσιονισμός» ή «color field painting». Τον προσεγγίζουν σαν ατμόσφαιρα. Σαν χρωματικό ψυχισμό. Σαν κάτι που μοιάζει να λέει πολλά ακριβώς επειδή δεν εξηγεί σχεδόν τίποτα.
Το Rothko Chapel στο Χιούστον παραμένει το πιο καθαρό παράδειγμα αυτής της εμπειρίας. Ένας οκταγωνικός, σχεδόν άδειος χώρος, χωρίς παράθυρα, με δεκατέσσερις μεγάλους πίνακες. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάνεις, τίποτα να προσπεράσεις γρήγορα, καμία εντυπωσιακή εγκατάσταση που απαιτεί φωτογραφία. Ο χώρος σε αναγκάζει σχεδόν απαλά να μείνεις με το μυστήριο, με την αμηχανία, με τη σιωπή.
Εκεί βρίσκεται ίσως και η πιο μεγάλη απόσταση ανάμεσα στον Rothko και το σημερινό ψηφιακό περιβάλλον. Το feed θέλει να σε μετακινεί συνεχώς. Το Rothko Chapel σε κρατάει ακίνητο. Το feed παράγει εναλλαγή. Ο Rothko παράγει διάρκεια. Το feed σε εκπαιδεύει να διαλέγεις γρήγορα αν κάτι σου αρέσει ή όχι. Ο Rothko σε αφήνει μέσα σε μια εμπειρία όπου η απόφαση καθυστερεί.
Η Natalia Sidlina, επιμελήτρια διεθνούς τέχνης στην Tate Modern, όπου βρίσκονται τα Seagram Murals του Rothko, συνδέει τη σημερινή ανταπόκριση και με το γεγονός ότι ο ίδιος ο καλλιτέχνης σπάνια έλεγε στο κοινό τι πρέπει να αισθανθεί μπροστά στα έργα του. Αυτή η απουσία εντολής μοιάζει να ταιριάζει σε ένα σύγχρονο κοινό που έχει κουραστεί να του εξηγούν διαρκώς πώς πρέπει να βλέπει, τι πρέπει να νιώθει και ποια στάση πρέπει να πάρει.
Τα Seagram Murals έχουν τη δική τους βαριά ιστορία. Παραγγέλθηκαν αρχικά για ένα πολυτελές εστιατόριο στη Νέα Υόρκη, όμως ο Rothko τελικά απέσυρε τα έργα, αρνούμενος να τα αφήσει να λειτουργήσουν ως διακόσμηση για μια ακριβή βραδιά. Η ιστορία αυτή μοιάζει σχεδόν προφητική σήμερα, σε μια εποχή όπου τα πάντα μπορούν να γίνουν background, αισθητική, moodboard, υλικό για post. Ο Rothko ήθελε οι πίνακές του να συμβαίνουν στον θεατή, όχι να τον συνοδεύουν ευγενικά στο περιθώριο.
Παράλληλα με την online αναβίωση, το έργο του Rothko βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο και εκτός οθόνης. Στη Φλωρεντία, εκθέσεις σε τρεις διαφορετικούς χώρους παρουσιάζουν έργα του, ανάμεσά τους και μια συνομιλία με τον Fra Angelico στο Museo di San Marco, σε επιμέλεια του γιου του, Christopher Rothko, και της Elena Geuna. Τα σχετικά βίντεο από τις εκθέσεις έχουν ήδη συγκεντρώσει μεγάλο ενδιαφέρον στα social media.
Η συνάντηση με τον Fra Angelico δεν είναι απλώς ωραίο μουσειακό εύρημα. Δείχνει πόσο εύκολα ο Rothko μπορεί να διαβαστεί πέρα από τη μοντερνιστική του ετικέτα. Τα πεδία χρώματός του, όσο αφηρημένα κι αν μοιάζουν, κουβαλούν κάτι σχεδόν πνευματικό: όχι με τη μορφή θρησκευτικής αφήγησης, αλλά με τη μορφή μιας έντασης που ζητά συγκέντρωση. Μπροστά τους, ο θεατής δεν ψάχνει απαραίτητα «τι δείχνουν». Ψάχνει τι του συμβαίνει όσο τα κοιτάζει.
Υπάρχει κάτι ειρωνικό αλλά και όμορφο σε αυτή την επιστροφή. Ένας ζωγράφος που συχνά αντιμετωπίστηκε από τους αρνητές του ως ακατανόητος ή υπερβολικά απλός βρίσκει τώρα νέο κοινό σε μια γενιά που έχει μεγαλώσει μέσα στην πιο σύνθετη και εξαντλητική οικονομία εικόνας. Ίσως επειδή οι πίνακές του δεν προσπαθούν να προσθέσουν άλλο ένα μήνυμα στον θόρυβο. Προσφέρουν κάτι πιο σπάνιο: μια παύση.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο σύγχρονο στοιχείο του Rothko σήμερα. Όχι ότι έγινε ξαφνικά «viral», αλλά ότι μέσα στο viral οικοσύστημα μοιάζει σχεδόν αντι-viral. Δεν ζητά swipe, εξήγηση, σχόλιο, αντίδραση. Ζητά χρόνο. Να σταθείς μπροστά στο χρώμα και να μην είσαι βέβαιος αν βλέπεις πίνακα, διάθεση ή κάτι που συμβαίνει μέσα σου.
με στοιχεία από Guardian