Πέθανε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Γκιώνης σε ηλικία 87 ετών.
Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας που για δεκαετίες διηύθυνε τις πολιτιστικές σελίδες της Ελευθεροτυπίας, γεννήθηκε το 1939 στη Δημητσάνα της Αρκαδίας.
Μεγάλωσε στην εποχή του Πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου και τα παιδικά του χρόνια επισκιάστηκαν από πολύ έντονα τραγικές εικόνες σκληρής βιαιότητας. «Ο ξυλοδαρμός ήταν καθημερινή πρακτική στο χωριό. Χειροδικίες στο σπίτι, στη γειτονιά, όπως και στο σχολείο. Δεν τολμούσες να αντιμιλήσεις στον δάσκαλο και σε έδερνε χωρίς να φέρεις αντιρρήσεις» είχε περιγράψει σε συνέντευξή του στη LiFO και τον Γιάννη Πανταζόπουλο, μερικά χρόνια πριν.
Ήταν ο τρίτος από το τέλος μιας δωδεκαμελούς πολύτεκνης οικογένειας. «Ήμασταν δέκα παιδιά: οκτώ αγόρια, δύο κορίτσια. Τη μητέρα μου δεν τη θυμάμαι ποτέ να κοιμάται. Μια βασανισμένη γυναίκα που βρισκόταν σε διαρκή κινητικότητα. Καταπιανόταν συνεχώς με δουλειές».
Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα
Σε ηλικία 12 ετών, ο Δημήτρης Γκιώνης μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα. «Όλα εξελίσσονταν μπροστά μου μέσα από τα μάτια ενός νεαρού χωριατόπαιδου που αφυπνίζεται σιγά σιγά σε μια Αθήνα που απλωνόταν και αλλοιωνόταν, για να χωρέσει όλους αυτούς που εγκατέλειπαν την επαρχία. Εκείνα τα χρόνια έκανα δουλειές του ποδαριού. Τα αδέρφια μου νοίκιαζαν τρία περίπτερα στην πλατεία Κουμουνδούρου.
Εκεί ανακάλυψα έναν άγνωστο κόσμο. Ως ένας ανυποψίαστος έφηβος ήρθα αντιμέτωπος με τα θετικά και τα αρνητικά, γιατί μην ξεχνάμε ότι οι περιπτεράδες, μαζί με τους θυρωρούς και τους ταξιτζήδες, ήταν χαφιέδες της αστυνομίας. Για μένα, τα πανεπιστήμια ήταν τα βιβλία μου. Έκλεβα χρήματα από το παντελόνι του αδερφού μου για να αγοράσω βιβλία από ένα υπόγειο στο Μοναστηράκι. Έκτοτε η ανάγνωση παραμένει το μεγάλο μου πάθος», είχε αφηγηθεί στη LiFO.
Τα πρώτα βήματα στον χώρο της δημοσιογραφίας
Ο Δημήτρης Γκιώνης γνώριζε ότι πάντοτε ήθελε να γίνει δημοσιογράφος ή συγγραφέας. Έκανε τα πρώτα του βήματα στη δημοσιογραφία το 1964, «έχοντας μια εμμονή στο πολιτιστικό ή καλλιτεχνικό ρεπορτάζ», όπως χαρακτηριστικά έχει τονίσει.
Μέχρι το 1967 εργαζόταν στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή». «Άμισθος τους πρώτους μήνες. Ο αρχισυντάκτης ήταν από την αρχή σαφής: "Είμαστε μια φτωχή εφημερίδα ‒ δεν υπάρχει περίπτωση να πάρεις χρήματα, γιατί δεν υπάρχουν"» είπε για εκείνα τα χρόνια. «Ζήτησα, και μου έγινε η χάρη, να ασχοληθώ με τα καλλιτεχνικά. Και τότε βρέθηκα ανάμεσα σε μια σπουδαία παρέα. Ήταν κυρίως κινηματογραφιστές που είχαν σπουδάσει στο Παρίσι, κι επειδή δεν είχαν ακόμη τη δυνατότητα να κάνουν ταινίες, βιοπορίζονταν γράφοντας κριτικές και κάνοντας μεταφράσεις. Ήταν η Τώνια Μαρκετάκη, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο Φώτος Λαμπρινός. Και από δημοσιογράφους ο Φώντας Λάδης και η Βεατρίκη Σπηλιάδη. Εγώ ήμουν το παιδί για όλες τις δουλειές ‒ μέχρι και τσιγάρα τούς αγόραζα».
«Είχα την τύχη να εργάζομαι στην Ελευθεροτυπία» - «Η σημερινή εποχή είναι τελείως διαφορετική»
Στη συνέχεια, ο Δημήτρης Γκιώνης βρέθηκε στο εξωτερικό, λόγω χούντας, αρχικά στη Γαλλία και μετέπειτα στον Καναδά, όπου έμεινε μέχρι το 1973, ως συνεργάτης σε ελληνόφωνα έντυπα. Συνεκδότης με τον Φώντα Λάδη του περιοδικού «Τετράδιο» από το 1974 έως το 1976. Επίσης, στην «Αυγή» για έναν χρόνο (1974-1975) και στην «Ελευθεροτυπία» από την έκδοσή της, το 1975, μέχρι το 2011 ‒πάντα στα πολιτιστικά‒, ενώ για εφτά χρόνια, το διάστημα 1976-1983, ήταν στο ρεπορτάζ της τηλεοπτικής εκπομπής «Παρασκήνιο».
«Ανήκω στους δημοσιογράφους που είχαν την καλή τύχη να εργάζονται στην «Ελευθεροτυπία» ‒όλοι ήθελαν να δουλέψουν σε αυτό το μαγαζί‒, δίπλα σε κορυφές της ελληνικής δημοσιογραφίας», είχε περιγράψει, αναπολώντας την επαγγελματική του πορεία.
«Η σημερινή εποχή είναι τελείως διαφορετική από τη δική μου», είχε σχολιάσει για την εξέλιξη της δημοσιογραφίας. «Διαφορετικά τα πρότυπα. Ελάχιστοι διαβάζουν έντυπα. Είναι δέσμιοι της υπερπληροφόρησης. Σήμερα όλοι δηλώνουν δημοσιογράφοι. Στα χρόνια τα δικά μου οι εφημερίδες ήταν δεκατέσσερις συν δύο αθλητικές. Σήμερα αποτελούν ένα ατέλειωτο σούπερ μάρκετ. Επιλέγεις την εφημερίδα ρωτώντας τον περιπτερά ποιες προσφορές συνοδεύουν την έκδοση».
Δημήτρης Γκιώνης: «Η Αριστερά δεν είναι πλέον αυτό που ήταν κάποτε»
Μέχρι και τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Δημήτρης Γκιώνης παρέμεινε «οπαδός της ρομαντικής αριστεράς, που, δυστυχώς, δεν υπάρχει σήμερα», όπως είχε ο ίδιος δηλώσει. Για εκείνον «η αριστερά δεν είναι πλέον αυτό που ήταν κάποτε. Γνώρισα κατά καιρούς αριστερούς με δεξιά συμπεριφορά και δεξιούς με αριστερή αντίληψη. Στην ελληνική κοινωνία με δυσαρεστεί η απουσία αγωγής. Είμαστε ένας λαός ανάγωγων. Από τον ακατανόητο εκνευρισμό στις καθημερινές διαδρομές, το ύψωμα ενός τοίχου για να κόψει τη δική σου θέα, μέχρι την έλλειψη διάθεσης ευχαρίστησης και σεβασμού απέναντι στον άλλον. Ζούμε σε μια πόλη όπου δεν ξέρεις ποιος κατοικεί δίπλα σου. Κανένα ενδιαφέρον για τον διπλανό, μια αδιαφορία, αλλά και μια τάση για αποξένωση. Ωστόσο, την Αθήνα την αγαπώ, γιατί είναι το μέρος που μου έδωσε τη δυνατότητα να γίνω αυτό που ήθελα».
Όταν ρωτήθηκε, τι τον τρομάζει περισσότερο, ο Δημήτρης Γκιώνης απάντησε «η ανημποριά, η καθήλωση, το γήρας, η φθορά, αλλά όχι ο θάνατος», ανακλώντας στη μνήμη του, τα λεγόμενα της «γερόντισσάς» του, Έλλης Αλεξίου: «Γεννήθηκα, μεγάλωσα, πρέπει να "φεύγω". Δηλαδή, αν μου έλεγες ότι θα μείνω αθάνατη, θα το έβλεπα σαν ένα παράδοξο φαινόμενο: να μείνω αθάνατη για να κάνω τι;».
Έπαιρνε δύναμη όπως είχε πει, από το γράψιμο, τη γυμναστική και το διάβασμα.
«Από αυτά αντλώ δύναμη. Εξάλλου τα δυσκολότερα χρόνια του βίου μου τα πέρασα συντροφιά με τα βιβλία. Έκανα περισσότερα απ' όσα ήθελα. Έμαθα ότι το πρώτιστο στην πορεία της ζωής μας είναι η ηθική ακεραιότητα, η ειλικρίνεια και η εντιμότητα. Και να είσαι χρήσιμος έναντι των άλλων».