Στη νέα του συνέντευξη στην El Pais, με αφορμή το Amarga Navidad, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ μιλά με ασυνήθιστη καθαρότητα για το πένθος, τη δημιουργική εμμονή, τον φόβο του κενού και το δικαίωμα ενός δημιουργού να μετατρέπει τις ζωές των άλλων σε μυθοπλασία. Δεν είναι απλώς μια συνέντευξη για μια καινούργια ταινία. Είναι το πορτρέτο ενός σκηνοθέτη που κοιτάζει το έργο του, την ηλικία του και τον καιρό του με λιγότερα προστατευτικά φίλτρα από ποτέ.
Υπάρχει κάτι πολύ καθαρό και σχεδόν απροστάτευτο στον τρόπο που μιλά σήμερα ο Πέδρο Αλμοδόβαρ. Οχι επειδή εγκατέλειψε το ύφος του ή επειδή έγινε ξαφνικά λιγότερο σκηνοθέτης από όσο υπήρξε πάντα. Αλλά επειδή μοιάζει να έχει μπει σε μια φάση όπου δεν τον ενδιαφέρει πια να κρύβεται τόσο επιμελώς πίσω από τα χρώματα, τις ηρωίδες, τις στροφές του μελοδράματος ή την απόλαυση της κινηματογραφικής κατασκευής. Αυτά παραμένουν εκεί. Απλώς τώρα αφήνουν να φανεί πιο καθαρά ο άνθρωπος από πίσω.
Στη μεγάλη συνέντευξη που έδωσε στην El Pais, με αφορμή το Amarga Navidad, την καινούργια του ταινία που βγαίνει στις ισπανικές αίθουσες στις 20 Μαρτίου, ο Ισπανός δημιουργός το λέει σχεδόν ωμά: η σεμνότητά του έχει ραγίσει. Και μαζί με αυτή τη ρωγμή, έχει αρχίσει να εμφανίζεται στο σινεμά του πιο εκτεθειμένος, πιο άμεσος, πιο γυμνός. Η φράση δεν ακούγεται σαν διαφημιστική υπερβολή για το νέο του φιλμ. Ακούγεται σαν διάγνωση μιας ολόκληρης ύστερης περιόδου.
Το Amarga Navidad μοιάζει να συνεχίζει ακριβώς αυτή τη διαδρομή. Η ταινία κινείται ανάμεσα σε δύο χρονικά επίπεδα και δύο ιστορίες που τελικά καθρεφτίζονται μεταξύ τους. Στον πυρήνα της υπάρχει ένας σεναριογράφος και σκηνοθέτης, ο Ραούλ Ροσέτι, που περνά δημιουργική κρίση και γράφει μια ιστορία τραβηγμένη από τη μνήμη, την οικειότητα και τις ζωές των ανθρώπων γύρω του. Ο Αλμοδόβαρ δεν κρύβει ότι πρόκειται για το πιο κοντινό του πλησίασμα στην αυτομυθοπλασία μετά το Pain and Glory. Οπως λέει, είναι «απολύτως παρών και ταυτόχρονα πλήρως μυθοποιημένος».
Εκεί βρίσκεται και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κέντρα βάρους της συνέντευξης. Ο Αλμοδόβαρ δεν μιλά απλώς για το πώς ένα έργο μπορεί να αντλεί από τη ζωή του δημιουργού του. Μιλά για κάτι πιο δύσκολο και πιο αμήχανο: για το τι συμβαίνει όταν ένας δημιουργός χρησιμοποιεί και τις ζωές των άλλων. Οχι θεωρητικά, αλλά πρακτικά, σχεδόν σωματικά. Πόσο δικαιούσαι να παίρνεις εμπειρίες, τραύματα, μυστικά, φράσεις, στιγμές από τον κόσμο γύρω σου και να τα μετατρέπεις σε σινεμά; Πότε η μυθοπλασία λυτρώνει και πότε προδίδει;
Είναι από τις πιο δυνατές περιοχές αυτής της συζήτησης ακριβώς επειδή δεν τις ντύνει με μεγαλόστομες θεωρίες. Το θέτει απλά: όταν γράφεις, νιώθεις ελεύθερος. Οταν τελειώνεις, αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν πήγες πολύ μακριά, αν είχες το δικαίωμα, αν κάποιος μπορεί να πληγωθεί. Κι αυτό είναι ίσως το πιο ώριμο σημείο του σημερινού Αλμοδόβαρ: δεν παριστάνει ότι δεν υπάρχει ηθικό πρόβλημα, αλλά ούτε και αποκηρύσσει τη βαθιά αρπακτική πλευρά της τέχνης, αυτή που πάντα τρέφεται από την πραγματική ζωή.
Η νέα του ταινία οργανώνεται και γύρω από ένα άλλο μεγάλο θέμα του όψιμου Αλμοδόβαρ: το πένθος που δεν τελειώνει ποτέ εντελώς, απλώς αλλάζει μορφές. Η μητέρα του είναι ξανά εκεί, όπως βρίσκεται με διαφορετικούς τρόπους σε τόσα έργα του, από το All About My Mother και το Volver μέχρι το Pain and Glory. Στη συνέντευξη μιλά ξανά για τον θάνατό της, για εκείνο το τελευταίο αίνιγμα με την «καταιγίδα» που νόμιζε πως έβλεπε πριν πεθάνει, για τον τρόπο που η απώλεια άνοιξε μια άλλη περίοδο στο σινεμά του. Σαν να λέει, χωρίς να το διατυπώνει τόσο ψυχρά, ότι υπάρχει ένας Αλμοδόβαρ πριν από αυτό το πένθος και ένας άλλος μετά.
Από εκεί και πέρα, η κουβέντα περνά σε κάτι ακόμη πιο γυμνό: τον φόβο του κενού. Ο Αλμοδόβαρ λέει ότι γράφει κάθε μέρα και δεν θέλει καν να φανταστεί τη στιγμή που δεν θα έχει πια τίποτα να αφηγηθεί. Δεν το λέει σαν σύνθημα δημιουργικής πειθαρχίας. Το λέει σχεδόν σαν υπαρξιακή άμυνα. Η δουλειά, γι' αυτόν, δεν είναι μόνο πάθος ή vocation. Είναι και άμυνα απέναντι στην ακινησία, στο κενό, στον θάνατο. Οταν ρωτιέται αν αυτή η αφοσίωση κρύβει φόβο, απαντά καταφατικά. Είναι μια από εκείνες τις μικρές, κοφτές ομολογίες που έχουν μεγαλύτερο βάρος από κάθε λογοτεχνική έξαρση.
Ισως γι' αυτό έχει σημασία ότι ο ίδιος συνδέει την παρούσα περίοδό του με μεγαλύτερη αμεσότητα και ωμότητα. Λέει πως αισθάνεται όλο και πιο γυμνός στις ταινίες που κάνει. Δεν πρόκειται για κάποιον δημιουργό που ανακάλυψε ξαφνικά την ειλικρίνεια στα 75 του. Ο Αλμοδόβαρ υπήρξε πάντα ειλικρινής, απλώς η ειλικρίνειά του περνούσε από τη φόρμα, την υπερβολή, τη γυναικεία φωνή, την τεχνητότητα που λειτουργούσε όχι σαν μάσκα αλλά σαν μέθοδο αλήθειας. Σήμερα όμως μοιάζει να αφαιρεί σταδιακά κάποια από αυτά τα προστατευτικά στρώματα. Το σινεμά του δεν γίνεται φτωχότερο. Γίνεται πιο γυμνό στα νεύρα του.
Η συνέντευξη έχει και μια δεύτερη, πιο εξωτερική ανάγνωση, που αφορά τη θέση του Αλμοδόβαρ μέσα στο σημερινό κινηματογραφικό τοπίο. Μετά την αγγλόφωνη παρένθεση του The Room Next Door και των πρόσφατων αγγλόφωνων project του, λέει ανοιχτά ότι αισθάνεται πιο άνετα με τον δικό του, πιο χειροποίητο τρόπο παραγωγής και ότι το αμερικανικό σύστημα συχνά περιπλέκει τα πράγματα υπερβολικά. Δεν μιλά με πικρία ούτε με κάποια εύκολη αντι-Χόλιγουντ πόζα. Μιλά σαν κάποιος που δοκίμασε, είδε, μέτρησε το κόστος και επέστρεψε εκεί όπου μπορεί να αναπνεύσει καλύτερα. Οταν λέει ότι μάλλον το υπόλοιπο της καριέρας του θα συνεχιστεί στην Ισπανία, δεν ακούγεται αμυντικός. Ακούγεται συμφιλιωμένος με τη φυσική του γλώσσα, όχι μόνο τη λεκτική αλλά και την παραγωγική, πολιτισμική, νευρική.
Υπάρχει όμως και το πολιτικό σκοτάδι του παρόντος. Ο Αλμοδόβαρ μιλά για έναν κόσμο που του είναι όλο και πιο δύσκολο να αντέξει όταν ανοίγει την τηλεόραση: πολέμους, βία, άνοδο της ακροδεξιάς, την επιστροφή μιας χυδαίας πολιτικής γλώσσας που πίστευε ότι η Ευρώπη είχε αφήσει πίσω της. Αυτή η πλευρά της συνέντευξης δεν είναι παραφωνία. Συνδέεται βαθιά με τη συγκυρία του νέου του φιλμ. Το Amarga Navidad παρουσιάζεται ως σκοτεινή ταινία φτιαγμένη σε σκοτεινό καιρό, αλλά χωρίς να παραδίνεται στον μηδενισμό. Ο Αλμοδόβαρ επιλέγει να μείνει σε μια σχεδόν πεισματική αισιοδοξία, δανειζόμενος τη φράση της Αλμουδένα Γκράντες ότι η αισιοδοξία είναι μια πολύ καλή μορφή αντίστασης.
Αυτό ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του σημερινού του πορτρέτου. Ο Αλμοδόβαρ δεν εμφανίζεται ούτε σαν σοφός γέροντας του παγκόσμιου σινεμά ούτε σαν αμετανόητος enfant terrible που συνεχίζει να προκαλεί. Εμφανίζεται ως κάτι πιο σύνθετο και ίσως πιο σπάνιο: ως ένας δημιουργός που έχει κρατήσει τη ζωτικότητα, το χιούμορ, το χρώμα και την απόλαυση του σινεμά, αλλά αφήνει πλέον να φανεί πιο καθαρά το κόστος τους. Το πένθος από κάτω. Η ενοχή. Η εμμονή. Η ηλικία. Ο φόβος. Η ανάγκη να συνεχίσει να αφηγείται.
Αν κάποτε ο Αλμοδόβαρ τραγουδούσε πιο δυνατά, σήμερα μοιάζει, όπως λέει και ο ίδιος μέσα από το παράδειγμα της Τσαβέλα Βάργκας, να «λέει» περισσότερο και να «τραγουδά» λιγότερο. Κι ίσως γι' αυτό να ακούγεται τώρα ακόμη πιο βαθιά. Οχι επειδή έγινε λιγότερο Αλμοδόβαρ, αλλά επειδή έφτασε σε ένα σημείο όπου μπορεί να είναι ταυτόχρονα ο μύθος του και το ρήγμα του.