Υπάρχουν καλλιτέχνες που ακόμη κι όσοι δεν τους αντέχουν, τους αναγνωρίζουν αμέσως. Ο Σάι Τουόμπλι είναι ένας από αυτούς. Για κάποιους είναι ένας από τους μεγάλους μεταπολεμικούς ζωγράφους. Για άλλους παραμένει ο άνθρωπος που έκανε τη μουτζούρα να μοιάζει με υψηλή κουλτούρα.
Και ίσως γι’ αυτό η νέα έκθεση The Gift of Drawing: Cy Twombly στο Menil Drawing Institute του Χιούστον να έχει πραγματικό ενδιαφέρον: όχι επειδή τιμά ακόμη έναν μεγάλο καλλιτέχνη, αλλά επειδή επιστρέφει στο ίδιο το σημείο της αμηχανίας. Στο πώς γεννιέται αυτό το αβέβαιο, νευρικό και τόσο αναγνωρίσιμο ίχνος του.
Η αφορμή είναι ισχυρή. Το 2025, το Cy Twombly Foundation δώρισε στο Menil 121 έργα του καλλιτέχνη, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο μια ήδη ιστορική σχέση ανάμεσα στο μουσείο και το έργο του. Από αυτή τη δωρεά, η έκθεση παρουσιάζει 27 έργα σε χαρτί από τη δεκαετία του 1950 έως τη δεκαετία του 1980, μερικά από τα οποία δεν είχαν παρουσιαστεί ποτέ πριν. Το Menil είχε ήδη ξεχωριστή θέση στον κόσμο του Τουόμπλι, καθώς στο συγκρότημά του υπάρχει από το 1995 και η Cy Twombly Gallery, το κτίριο που σχεδίασε ο Ρέντσο Πιάνο για να στεγάσει μόνιμα έργα του.
Αλλά το πιο ωραίο εδώ δεν είναι ούτε το μέγεθος της δωρεάς ούτε το κύρος του θεσμού. Είναι ότι η έκθεση φωτίζει μια πλευρά του Τουόμπλι που βοηθά να τον δεις πιο καθαρά: το σχέδιο όχι ως προθάλαμο της ζωγραφικής, αλλά ως πεδίο ανακάλυψης. Το ίδιο το Menil μιλά για έργα που καλύπτουν τριάντα χρόνια πρακτικής, από τον γραφίτη έως τη λαδομπογιά, από το σχέδιο έως το κολάζ, με θέματα που διατρέχουν όλο το έργο του, όπως η κλασική αρχαιότητα, ο ερωτισμός και η φύση. Δηλαδή δεν κοιτάς απλώς σπουδές ή δευτερεύον υλικό. Κοιτάς τον ίδιο τον μηχανισμό της σκέψης του.
Και τότε αλλάζει λίγο και το παλιό επιχείρημα περί μουτζούρας. Ο επιμελητής Εντουάρ Κοπ περιγράφει τον Τουόμπλι ως έναν καλλιτέχνη που ήθελε να ξεφύγει από την καθαρή ακαδημαϊκή δεξιότητα και να αφήσει χώρο στο ένστικτο, στην τύχη, στην αβεβαιότητα. Το χέρι δεν έπρεπε να επιβεβαιώνει μια γνώση. Επρεπε να ανακαλύπτει. Αυτό δεν κάνει το έργο του λιγότερο αινιγματικό. Το κάνει όμως λιγότερο αυθαίρετο απ’ όσο νομίζουν όσοι το βλέπουν μόνο σαν τυχαίο χάος.
Βέβαια, ο Τουόμπλι δεν θα πάψει ποτέ να διχάζει, και μάλλον αυτό είναι καλό. Ο Ντόναλντ Τζαντ είχε γράψει ήδη από το 1964, σχεδόν περιφρονητικά, ότι «δεν υπάρχει τίποτα» σε αυτά τα έργα, και αυτή η δυσπιστία αιωρείται ακόμη γύρω από το όνομά του. Ομως η νέα έκθεση βοηθά να δεις κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο μαζί: ότι ο Τουόμπλι δεν προσπαθούσε να επικοινωνήσει καθαρά, αλλά να φτιάξει ένα πεδίο αβεβαιότητας μέσα στο οποίο ο θεατής πρέπει να μείνει λίγο περισσότερο απ’ όσο τον βολεύει. Αυτό φαίνεται έντονα σε έργα όπως το Narcissus του 1975, όπου το σχέδιο, το κολάζ και ο μύθος της αντανάκλασης μπλέκονται σε μια εικόνα που μοιάζει πρόχειρη, αλλά δεν είναι ποτέ αθώα.
Ισως εκεί βρίσκεται και ο λόγος που ο Τουόμπλι παραμένει τόσο παρεξηγημένος και τόσο ζωντανός. Είναι ένας καλλιτέχνης που φαίνεται πρόχειρος ενώ είναι βαθιά καλλιεργημένος, που δείχνει σχεδόν παιδικός ενώ κουβαλά τεράστια πολιτισμική μνήμη, που μπορεί να σε σπρώξει από μια γρατζουνιά πάνω στο χαρτί κατευθείαν στον Νάρκισσο, στον Ομηρο ή σε μια αρχέγονη, σχεδόν σπηλαιώδη πράξη χάραξης. Γι’ αυτό και η δουλειά του δεν εξαντλείται ποτέ στο αν μας αρέσει ή όχι. Μας αναγκάζει να αποφασίσουμε τι θεωρούμε μορφή, τι θεωρούμε έλεγχο και πόσο ανοιχτοί είμαστε σε μια τέχνη που δεν μας συναντά με ευγένεια.
Γι’ αυτό το The Gift of Drawing δεν είναι απλώς μια ακόμη έκθεση για έναν κλασικό του μεταπολεμικού μοντερνισμού. Είναι μια ευκαιρία να ξαναδούμε έναν καλλιτέχνη που συνεχίζει να προκαλεί την ίδια ερώτηση με τον πιο ενοχλητικό και παραγωγικό τρόπο.
Οχι αν ξέρει να ζωγραφίζει, αλλά τι ακριβώς ζητάμε από την τέχνη για να την αναγνωρίσουμε ως ζωή. Και μήπως αυτό που απορρίπτουμε ως μουτζούρα είναι καμιά φορά το ίχνος μιας εικόνας που δεν θέλει να κλείσει, αλλά να μείνει ανοιχτή μπροστά μας;
Με στοιχεία από το Menil Collection και τον Observer.