Τεράστια θλίψη έχει προκαλέσει η είδηση θανάτου του Μίκη Θεοδωράκη, που έφυγε από την ζωή σε ηλικία 96 ετών, με πλήθος καλλιτεχνών να αποχαιρετούν με συγκινητικά λόγια τον σπουδαίο μουσικοσυνθέτη. 

 

«Η τεράστια πολιτιστική κληρονομιά που αφήνει ως πολύτιμο δώρο σε όλους τους Έλληνες, οι συνεχείς αγώνες και το ασίγαστο πάθος του για την ελευθερία και τη δημοκρατία για μια καλύτερη Ελλάδα, αποτελούν φωτεινά σημεία μίας αξεπέραστης προσωπικότητας με παγκόσμια αναγνώριση και ακτινοβολία» αναφέρει το Διοικητικό Συμβούλιο και η Καλλιτεχνική Διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου.

 

»Συνεργάστηκε επανειλημμένα ως συνθέτης σε πολλές θεατρικές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, λαμπρύνοντας με το σπουδαίο ταλέντο του αξέχαστες στιγμές των Επιδαυρίων. Ο Μίκης Θεοδωράκης θα ζει για πάντα μέσα στις ψυχές και στις καρδιές όλων μας με τη μουσική, την ποίηση και τους ακατάβλητους αγώνες του» καταλήγει η ανακοίνωσή, παραθέτοντας τις συνεργασίες του με τον σπουδαίο Έλληνα συνθέτη.

 

«Ο μόνος άνθρωπος που είδα να πετάει», τιτλοφορεί ο Φοίβος Δεληβοριάς το δικό του αποχαιρετιστήριο στον Μίκη Θεοδωράκη.

 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ που οι γονείς μου –ο πατέρας μου δεν αγάπησε ποτέ άλλη μουσική περισσότερο απ' τη δική του- με πήγαν στο Ηρώδειο 14 χρονών να ακούσουμε το «Άξιον Εστί», που θα παιζόταν για πρώτη φορά εκεί.

 

Ο Μίκης στα 60 του δεν είχε ακόμα τη χαρά να του παραχωρηθεί το Ηρώδειο. Του το αρνούνταν σθεναρά οι διάφορες εκλεγμένες καρέκλες. Μόλις ξεκίνησε η συναυλία, καταλάβαμε όλοι γιατί.

 

Πρώτη και τελευταία φορά τη μέρα εκείνη είδα άνθρωπο να πετάει. Δεν ήταν διεύθυνση αυτό, ήταν το πρώτο πέταγμα του ανθρώπου. Ο Μίκης μπορούσε να το κάνει. Και ήθελε να πάρει κι εμάς μαζί. Το ότι άλλες φορές το ελληνικό σώμα τον αντιμετώπιζε σα Θεό και άλλες φορές ομοθυμαδόν ήθελε να τον εξευτελίσει, δεν οφειλόταν στην όποια ανθρώπινη ανισότητά του. Αλλά στην δική μας σχέση με την πτήση.

 

Κάποτε –το 2005 νομίζω- πήγαμε μαζί κι ακούσαμε την πρόβα της «Πρώτης Συμφωνίας» του στο Μέγαρο. Δεν έχω δει μεγαλύτερο καλλιτεχνικό παράπονο απ’ αυτό που είχε όσο παρακολουθούσε. Θυμόταν την εποχή που –ανάμεσα σε εξορίες- είχε πρωτογράψει το έργο. Θυμόταν κάθε αρνητική κριτική, κάθε πολιτικο-καλλιτεχνική συνομωσία που του στέρησε τότε τη χαρά και τον έπαινο. «Δεν είχα ενθάρρυνση», μου έλεγε. «Διαφορετικά, θα είχα προχωρήσει αλλιώς». Σκέψου να το ακούς αυτό απ’ τον άνθρωπο που έφτασε στο απροχώρητο.

 

Γυρνώντας στο σπίτι του, περνώντας απ’ του Μακρυγιάννη, μου διηγήθηκε –έτσι όπως ποτέ δεν τα έγραψε- τα δικά του Δεκεμβριανά. Είχε πάλι τόση ζωντάνια και τόσο παράπονο ο λόγος του, που αισθάνθηκα σα να παίζω στο φινάλε του «Αποκάλυψη Τώρα». Σα να είμαι με τον -μεγαλύτερο από τη Ζωή- συνταγματάρχη Κουρτς και να προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω το νόημα της ανείπωτης ελευθερίας του, της βουτηγμένης στο αίμα και στην ομορφιά. Όταν το βράδυ γύρισα στο σπίτι μου, αισθανόμουν πως η όποια ελευθερία των σημερινών επιλογών μου, η Δημοκρατία στην οποία ζούσα, έγραφα και ανέπνεα, οφειλόταν στην τρελή θυσία της γενιάς του.

 

Πολλές φορές περνούσα κάτω απ’ το σπίτι του, απέναντι απ’ την Ακρόπολη. Δεν του χτυπούσα το κουδούνι. Μόνος στο αμάξι άκουγα τη μουσική του-σαν ένα είδος χάρτη, κάποια πρωϊνά που το ταξίδι ήταν δύσκολο.

 

Δεν πειράζει που εμείς οι συγκαιρινοί του Έλληνες δεν μπορέσαμε να ακολουθήσουμε την «οδηγία» της Μουσικής του. Το μέρος όπου καταλήγει η πτήση μας, είναι εκεί. Χαρτογραφημένο. Μια αληθινή Νεφελοκοκκυγία του μέλλοντος. Κάποια στιγμή, από τα σωστά παιδιά -που ίσως σήμερα γεννιούνται- θα ανακαλυφθεί.

 

 

«Δεν έχουμε δύναμη να γράψουμε τίποτα», γράφουν στο Facebook οι Φίλοι του Μίκη Θεοδωράκη, μια σελίδα αφιερωμένη στον κορυφαίο συνθέτη από φίλους και θαυμαστές του, λίγη ώρα μετά την γνωστοποίηση του θανάτου του, ενώ την ίδια στιγμή, ο Γιώργος Νταλάρας σημειώνει στη δική του σελίδα: «Για λίγο τώρα ΣΙΓΗ».

 

 

«Ξύπνησα με τη είδηση θανάτου του Μίκη Θεοδωράκη. Και δεν μπορώ κι ούτε θέλω να ελέγξω τα δάκρυα μου. Βαθιά συγκίνηση για έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες, απέραντη ευγνωμοσύνη για το κολοσσιαίο μουσικό έργο και την κοινωνική και πολιτική του επιδραστικότητα. Δεν θα υπάρξει άλλος Μίκης Θεοδωράκης. Όμως υπήρξε, και ένα κομμάτι της ελπίδας που ένιωσε αυτός ο τόπος, του ανήκει εις τους αιώνες των αιώνων», σημείωσε ο συνθέτης Θέμης Καραμουρατίδης.

 

 

Με συγκινητικά λόγια αποχαιρέτησε τον Μίκη Θεοδωράκη και ο Μανώλης Μητσιάς, τον οποίο χαρακτήρισε ως «ο μέγιστος των Ελλήνων». «Είναι σαν να έφυγε μια κολώνα του Παρθενώνα. Ο Μίκης ήταν η καινούργια μας Ακρόπολη», είπε μιλώντας στον ΑΝΤ1.

 

Ο Χρήστος Νικολόπουλος δήλωσε στον ΑΝΤ1 πως «ό,τι και να πω θα είναι λίγο, η προσφορά του είναι τεράστια. Ανέδειξε το ελληνικό τραγούδι παγκόσμια. Είναι μεγάλη η απώλεια του για το ελληνικό τραγούδι», είπε και συμπλήρωσε πως επρόκειτο για μία «παγκόσμια προσωπικότητα».

 

«Ως μουσικός, προσκυνώ. Ως Έλλην, θρηνώ. Ως ιχθύς, σιωπώ», έγραψε πριν λίγα λεπτά στο Facebook ο Σταύρος Ξαρχάκος, με αφορμή τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη. Την ανάρτηση συνόδεψε με μια φωτογραφία του μαζί με τον κορυφαίο συνθέτη.

 

 

«Μίκη μου, με τα χέρια-φτερά σου, όσο ζω θα σε βλέπω πάντα να διευθύνεις τα τραγούδια μας και τα όνειρά μας», σημειώνει η Μαρία Φαραντούρη μεταξύ άλλων, αποχαιρετώντας τον Μίκη Θεοδωράκη. 

 

«Ο Μίκης είχε την τύχη πριν φύγει να ζήσει την αθανασία του. Μας χάρισε το ωραίο ταξίδι, για αυτό θα είναι πάντα κοντά μας σαν να μην έφυγε ποτέ», αναφέρει μεταξύ άλλων η μεγάλη ερμηνεύτρια. 

 

Αναλυτικά η δήλωση της Μαρίας Φαραντούρη:

«Η Ελλάδα σήμερα ορφάνεψε. Ο Μίκης είναι η έκφραση της ελληνικής ψυχής και με το έργο του έδειξε σε όλο τον κόσμο ότι ελληνισμός σημαίνει πολιτισμός. Γεννήθηκε με την ευλογία των Μουσών. Μίλησε με την οικουμενική γλώσσα της μουσικής και της ποίησης για τον άνθρωπο, τους αγώνες, τις χαρές και τους καημούς του.

 

Ο Μίκης είναι παγκόσμιος, μα πάνω απ' όλα είναι Έλληνας κι αποτελεί την αντάξια συνέχεια των μεγάλων παραδόσεών μας. Αγωνίστηκε κι υπέφερε υπερασπιζόμενος την ελευθερία, τη δημοκρατία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

 

Είχα τη χαρά και την τιμή να υπηρετήσω το μεγάλο του έργο, μια ολόκληρη ζωή, να μοιραστώ μαζί του συγκινητικές στιγμές, την επαφή με τόσους λαούς, τους αγώνες και την ιστορία τους δίνοντας συναυλίες σε ελληνικά και παγκόσμια ακροατήρια.

 

Ο Μίκης είχε την τύχη πριν φύγει να ζήσει την αθανασία του. Μας χάρισε το ωραίο ταξίδι, για αυτό θα είναι πάντα κοντά μας σαν να μην έφυγε ποτέ. Με τη μουσική και τα τραγούδια του θα ενώνει τις καρδιές μας, θα μας ανοίγει καινούργιους κόσμους όπως κάνει κάθε μεγάλη τέχνη που συνομιλεί με την εποχή της και την Ιστορία.

 

Μίκη μου, με τα χέρια-φτερά σου, όσο ζω θα σε βλέπω πάντα να διευθύνεις τα τραγούδια μας και τα όνειρά μας».

 

«'Εφυγε σήμερα ο τελευταίος των μεγάλων. Των τελευταίων μεγάλων Ελλήνων», έγραψε ο Διονύσης Σαββόπουλος για τον Μίκη Θεοδωράκη. 


 
«Είναι ημέρα πένθους, βαθιάς συγκίνησης αλλά και πνευματικής ανάτασης νομίζω, γιατί μετά τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι, του Γιώργου Σεφέρη, του Γιάννη Ρίτσου, του Οδυσσέα Ελύτη, και όλων των άλλων πνευματικών ηγετών μας, έρχεται τώρα και η αναχώρηση του Μίκη Θεοδωράκη, στην 200η επέτειο της Ανεξαρτησίας, σαν να μας λέει "κοιτάξτε τι έχει πραγματική αξία σε όλη αυτή την πορεία και αφήστε τα μικρά και τα ασήμαντα"», ανέφερε ακόμη. 

 

«Ήταν παράφορος. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Ξεχείλιζε από μουσική, αιώνια νιάτα, πάθος και ρομαντισμό. Ήταν ένας μεγαλοφυής, ένας λεοντόκαρδος, ένας άνθρωπος αναγεννησιακός. Ένας οικουμενικός άνθρωπος», επεσήμανε ακόμη. 

 

«Θα ζει πάντα στην μνήμη της Αντίστασης, στην τραγική μνήμη του εμφυλίου και της εξορίας, στους αγώνες της δεκαετίας του ΄60, στην φυλακή του αντιδικτατορικού αγώνα. Μα πάνω από όλα θα ζει πάντα στο αιώνιο τραγούδι της ελληνικής λαλιάς με την συναρπαστική και θυελλώδη μουσική του», έγραψε ακόμη και κατέληξε γράφοντας: «O Captain, my Captain, Η δάφνη κερδήθηκε, Ποτέ δεν θα πεθάνεις». 

 

 

Ο Γιάννης Μπέζος αποχαιρέτησε τον Μίκη Θεοδωράκη με δήλωση του στην ΕΡΤ, καθώς ο ηθοποιός είχε συνεργαστεί πολλές φορές με τον σπουδαίο μουσικοσυνθέτη στο παρελθόν.

 

«Μιλάμε για μια ουσιαστική απώλεια και ένα κλείσιμο μιας πολύ μεγάλης εποχής. Ήταν ο τελευταίος επιζών από μια γενιά που προσέφερε πάρα πολλά στον τόπο και δεν έχουν αποτιμηθεί ακόμα δεόντως. Δεν έχουμε καταλάβει τι ακριβώς μας προσέφεραν αυτοί οι άνθρωποι και ελπίζω κάποτε να το καταλάβουμε. Είναι πολύ μεγάλη η απώλεια του Θεοδωράκη. Νομίζουμε ότι έφυγε ένας άνθρωπος που ανακατευόταν με την πολιτική ή έκανε κάποιες συναυλίες, το έργο του το εμπεριέχουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Ο Μίκης μας έφερε σε επαφή με μεγάλα κείμενα, με μεγάλες μελωδίες και μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι δημιούργησαν μια πολύ μεγάλη εποχή. Το έργο τους και οι προσωπικότητές τους. Αυτά θα μας ακολουθούν και θα πρέπει να στοιχιζόμαστε πίσω από τέτοιες προσωπικότητες και όχι πίσω από ανόητους. Να συλλυπηθούμε την οικογένεια και ας τον έχουμε και στη μνήμη και στην καρδιά μας» ανέφερε μεταξύ άλλων, ο Γιάννης Μπέζος.

 

«Μίκη μου αγάπη της ψυχής μου. Μορφή Θεϊκή ελληνική. Παρουσία της πατρίδας Σε όλο το κόσμο. Σ' ευχαριστώ με τη καρδιά και το μυαλό μου, αλλά και με τη γνώση μου, που είσαι η καθοριστικότερη προσωπικότητα της. Υποκλίνομαι στο βαθύ έργο σου. Που έχει ρίζες στην ελληνική φιλοσοφία στο δίκαιο που έκανες ιδεολογία. Η Ελλάδα χωρίς εσένα στην καθημερινότητα θα ήταν αλλιώς. Με λιγότερη ποίηση, με διαφορετικούς ρυθμούς. Σ ευχαριστούμε» σημειώνει ο Γιάννης Ζουγανέλης.

 

 

«Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, έφυγε ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες του 20ου αιώνα παγκοσμίως. Τα πολιτικά είναι δευτερεύοντα μπροστά στο καλλιτεχνικό μέγεθος της απώλειας», έγραψε ο στιχουργός Νίκος Μωραΐτης. 

 

 

Ο Σταμάτης Κραουνάκης είπε το δικό του αντίο στον Μίκη Θεοδωράκη, αναδημοσιεύοντας μια ανάρτηση της Έλενας Ακρίτα. 

 

 

«Καλό ταξίδι φίλε, σύντροφε και δάσκαλε. Τώρα μόνο σιωπή... Η Ελλάδα πενθεί. Έφυγε ο Μίκης Θεοδωράκης...», έγραψε ο τραγουδιστής Γιάννης Κότσιρας.

 

 

«Έδυσε ο ήλιος», δήλωσε ο Χρήστος Λεοντής για τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη. «"Ο ήλιος εβασίλεψε", όπως έλεγε ο Μακρυγιάννης», συμπλήρωσε ο γνωστός συνθέτης.

 


«Σήμερα πενθούμε όλοι», σημείωσε η Μαρίζα Κωχ. «Θέλω να πω συλλυπητήρια σε όλους μας. Έφυγε αυτός -και μαζί με άλλους γιατί δεν έπαψε ποτέ η Ελλάδα να δίνει τέτοιες μορφές- που μας ανέβασε λίγο ψηλότερα. Είμαι καθηλωμένη γιατί τα σπίτια μας είναι απέναντι και βλέπω τον κόσμο να συγκεντρώνεται και πώς κλαίει…Άνθρωποι που κλαίνε με αναφιλητά για το τι συμβολίζει, τι αναφορές υπάρχουν στη μορφή του Μίκη», συμπλήρωσε η ίδια.

 

«Χρόνια ερχόντουσαν μαζί με τον Νίκο Κούνδουρο στο σπίτι που είμαι εδώ απέναντι, για χρόνια ήμασταν πολύ καλή συντροφιά και με άλλους πολλούς. Κάναμε πολύ καλή παρέα, τα μεσημέρια, όταν οι άλλοι έκαναν σιέστα εμείς καθόμασταν στο τραπέζι και το κρατούσαμε ως το βράδυ. Γιατί είχαμε πολλά να πούμε», πρόσθεσε, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

 

«Έχω πολλά να θυμάμαι, όπως όλοι οι Έλληνες. Η μουσική του μίλησε σε όλους μας, αλλά τουλάχιστον μέχρι τα τελευταία λίγα χρόνια, κάθε Έλληνας έχει να πει και μια προσωπική στιγμή για τον Μίκη. Ο τρόπος που χαριζόταν, τα χέρια που έσφιγγε, πώς αγκάλιαζε, τι έκανε… Η πατρική μορφή του», κατέληξε.