Στο 032c Store του Βερολίνου, οκτώ μυώδη χέρια κρατούν σφυριά. Δεν είναι ακριβώς μνημεία, δεν είναι ακριβώς design objects, δεν είναι ακριβώς αστείο. Είναι 3D printed γλυπτά της Ζουζάνα Τσεμπάτουλ, τοποθετημένα πάνω στο εμβληματικό ελβετικό modular σύστημα USM Haller, και μοιάζουν σαν κάτι που ξέφυγε από δημόσιο μνημείο, αρχείο μουσείου, γυμναστήριο, Berghain και meme feed ταυτόχρονα.
Η νέα εγκατάσταση της Πολωνής καλλιτέχνιδας, με τίτλο «Billie and Chris», παρουσιάζεται στο 032c Store έως τις 31 Αυγούστου και εγκαινιάζει μια μακροχρόνια συνεργασία ανάμεσα στο 032c και την USM, την εταιρεία πίσω από το γνωστό modular σύστημα επίπλων που κατοχυρώθηκε το 1965.
Η Τσεμπάτουλ γεννήθηκε στην Πολωνία, μεγάλωσε στη Φρανκφούρτη, σπούδασε στη Staedelschule και ζει πλέον στο Βερολίνο. Το έργο της κινείται συχνά γύρω από τη δημόσια γλυπτική, τα μνημεία, τις εικόνες εξουσίας και τον τρόπο με τον οποίο τα αντικείμενα που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν συλλογικές ταυτότητες μπορούν να αντιγραφούν, να μεταφερθούν, να παραμορφωθούν και να αποκτήσουν νέα ζωή.
Το «Billie and Chris» συνεχίζει μια προηγούμενη σειρά της, με τίτλο «Andrea»: ένα ογκώδες χάλκινο χέρι με σφυρί, που βρίσκεται μόνιμα στον κύριο χώρο του Berghain. Η σύνδεση δεν είναι τυχαία. Για την Τσεμπάτουλ, το σφυρί παραπέμπει στην εργασία, στα εργατικά σωματεία, στη βιομηχανική παραγωγή, αλλά και σε κάτι πιο σημερινό: στη μυϊκή κουλτούρα, στη λατρεία του σώματος, στην τεχνολογία, ακόμη και στις παράξενες χειρονομίες ενός διαδικτυακού κόσμου όπου οι άνθρωποι «δουλεύουν» το πρόσωπο και το σώμα τους σαν υλικό προς βελτίωση.
Στη συνέντευξή της στο 032c, η καλλιτέχνις εξηγεί ότι τα νέα έργα είναι πιο ελαφριές, 3D printed εκδοχές της αρχικής χάλκινης σειράς. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι πώς ένα γλυπτό αλλάζει όταν περνά από διαφορετικές μορφές παραγωγής και κυκλοφορίας: από τη χύτευση στο μπρούντζο, στην ψηφιακή μοντελοποίηση, στη βιομηχανική εκτύπωση. Κάθε εκδοχή είναι, όπως λέει, ταυτόχρονα πρωτότυπο και αντίγραφο.
Εκεί βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον σημείο του έργου της. Η Τσεμπάτουλ δεν αντιμετωπίζει το αντίγραφο ως απλή απώλεια αυθεντικότητας. Τη γοητεύει η στιγμή που ένα μνημείο μπορεί να γίνει αρχείο, ψηφιακό αρχείο, θραύσμα, αντικείμενο design, αστείο, σημείο συνάντησης σε ένα club ή υλικό για νέα χρήση. Η δημόσια γλυπτική, αντί να μένει βαριά και ακίνητη, αρχίζει να κυκλοφορεί.
Στη συζήτησή της με τη Victoria Camblin, η Τσεμπάτουλ μιλά και για τον Βωμό της Περγάμου. Το μουσείο είχε κάνει το 2013 μια λεπτομερή τρισδιάστατη σάρωση για αρχειακούς λόγους, και η ίδια ζήτησε τα αρχεία. Όπως λέει, μπορεί πλέον να αναπαράγει ψηφιακά τα αρχαία ελληνικά θραύσματα «μέχρι το τέλος των ημερών της». Αυτό είναι το σημείο όπου η συζήτηση περνά από το design και το 3D printing στην αποικιακή ιστορία των μουσείων, στη γερμανική σχέση με τα αρχαιολογικά λάφυρα και στη φράση που δίνει τίτλο στο κείμενο του 032c: «μια νέα εποχή λεηλασίας».
Για την Τσεμπάτουλ, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι σημαίνει να κατέχεις ένα αντικείμενο, αλλά τι σημαίνει να το αναπαράγεις άπειρα. Ένα μνημείο που κάποτε σχεδιάστηκε για να προβάλλει μονιμότητα και εξουσία μπορεί σήμερα να γίνει αρχείο, data, έπιπλο, γλυπτό, μορφή προς remix. Η αύρα του πρωτοτύπου δεν εξαφανίζεται απλώς· μεταφέρεται αλλού, συχνά σε πιο περίεργες και πιο εμπορικές διαδρομές.
Η ίδια μιλά επίσης για τη δυσκολία του να δουλεύεις με θεσμούς ή brands χωρίς να μετατρέπεις την κριτική σου σε διακόσμηση. Για την Τσεμπάτουλ, η συνεργασία με μια εταιρεία ή έναν θεσμό μπορεί να λειτουργήσει σαν Δούρειος Ίππος: το brand νομίζει ότι φέρνει πολιτισμική αξία στο εμπορικό του σύστημα, ενώ ο καλλιτέχνης περνά μέσα του αμφιβολία, ειρωνεία και κριτική.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με το USM Haller στην εγκατάσταση του 032c. Το modular έπιπλο, συνήθως συνδεδεμένο με γραφεία, ιατρεία, κομψές επαγγελματικές επιφάνειες και ακριβή λειτουργικότητα, γίνεται εδώ βάση για κάτι πιο βίαιο, πιο αστείο και πιο σωματικό. Τα γλυπτά δεν στέκονται απλώς πάνω του. Το μολύνουν.
Το πιο ωραίο στη σκέψη της Τσεμπάτουλ είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τη δημόσια γλυπτική μόνο με σοβαροφάνεια. Μιλά για χαρά, για παράξενες μορφές που διακόπτουν την πόλη, για την ευχαρίστηση του να εμφανίζεται ένα αντικείμενο εκεί όπου «τεχνικά» δεν θα έπρεπε να βρίσκεται. Ακόμη και όταν μιλά για μνημεία, τεχνολογία, Big Data ή θεσμική εξουσία, δεν χάνει την αίσθηση του παιχνιδιού.
Και ίσως αυτό κάνει το «Billie and Chris» πιο ενδιαφέρον από μια ακόμη έκθεση για τη μνήμη και τα μνημεία. Δεν ζητά απλώς να σκεφτούμε τι κρατά ένα μουσείο, τι αντιγράφει μια τεχνολογία ή τι εκπροσωπεί ένα γλυπτό. Ζητά να δούμε τι συμβαίνει όταν όλα αυτά αρχίζουν να κυκλοφορούν μαζί: το Berghain, ο Βωμός της Περγάμου, το σφυρί, το γυμναστήριο, το 3D printer, το brand, το δημόσιο μνημείο και το αστείο.
Ή, όπως λέει η ίδια στο τέλος της συνέντευξης, ίσως να ζούμε σε μια εποχή αναπαραγόμενου cringe και ενισχυμένου χάους. Το αντίδοτο, για την Τσεμπάτουλ, είναι απλό: καλύτερα να είσαι ντροπιαστικός παρά βαρετός.
με στοιχεία από 032c