Ο Νέιθαν Λέιν πρωταγωνιστεί αυτό το διάστημα στο Death of a Salesman στο Winter Garden Theatre της Νέας Υόρκης, σε έναν ρόλο που ο ίδιος λέει ότι μπορεί να είναι και ο τελευταίος του στο Broadway.
Στη νέα του συνέντευξη στον Guardian μιλά για τη φήμη, τα στερεότυπα και το τι σήμαινε να μιλάς ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά σου στα 90s.
Ο Νέιθαν Λέιν είναι 70 χρονών και παίζει τώρα έναν από τους πιο βαρείς ρόλους της αμερικανικής δραματουργίας. Στο Death of a Salesman, που παίζεται στο Winter Garden Theatre έως τις 9 Αυγούστου, υποδύεται τον Γουίλι Λόμαν, έναν άνθρωπο που λυγίζει κάτω από το βάρος της αποτυχίας, της αυταπάτης και ενός αμερικανικού ονείρου που δεν έφτασε ποτέ εκεί που του υποσχέθηκαν. Ο ίδιος λέει στον Guardian ότι του πήρε χρόνια για να νιώσει έτοιμος γι’ αυτόν τον ρόλο και παραδέχεται πως η εμπειρία τον εξαντλεί. «Κάνω οκτώ παραστάσεις την εβδομάδα και δεν έχω ακόμα σωριαστεί», λέει με τον γνωστό του τρόπο.
Η συνέντευξη όμως δεν μένει μόνο στο θέατρο. Πολύ γρήγορα ανοίγει και κάτι βαθύτερο: τη σχέση του με τη δημόσια εικόνα και το πώς ήταν να είσαι γκέι σε μια εποχή πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Ο Λέιν θυμάται πόσο δύσκολο ήταν να μιλήσει ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά του τη δεκαετία του 1990, όταν το The Birdcage τον είχε ήδη φέρει μπροστά σε ένα μαζικό κοινό. Και τότε έρχεται η φράση που δίνει και τον τόνο όλης της συνέντευξης: ότι εκείνα τα χρόνια, το να βγεις δημόσια ως γκέι ήταν σχεδόν σαν να λες κάτι που η κοινωνία δεν ήθελε καθόλου να ακούσει.
Το ενδιαφέρον είναι πως ο Λέιν δεν μιλά εκ των υστέρων σαν άνθρωπος που τα είχε όλα λυμένα από την αρχή. Μιλά σαν κάποιος που βρέθηκε μπροστά σε μια δημόσια πίεση για την οποία δεν ήταν έτοιμος. Θυμάται την αμηχανία του όταν η Όπρα τον ρώτησε ανοιχτά στην τηλεόραση αν φοβόταν ότι θα τυποποιηθεί ως γκέι ηθοποιός, θυμάται τον Ρόμπιν Γουίλιαμς να μπαίνει μπροστά για να ελαφρύνει τη στιγμή, και θυμάται και τη βίαιη πλευρά της αναγνωρισιμότητας, όταν λίγο αργότερα ένας άγνωστος του φώναζε ομοφοβικές ύβρεις από ένα φορτηγάκι στον δρόμο.
Αυτές οι μνήμες δεν μπαίνουν στη συνέντευξη σαν περιφερειακές λεπτομέρειες. Συνδέονται με τον τρόπο που έμαθε να ζει μέσα στις αντιφάσεις της δημόσιας ζωής: να είναι αναγνωρίσιμος, αγαπητός, αστείος, και ταυτόχρονα να ξέρει ότι το κοινό σε βάζει πολύ εύκολα σε ένα κουτί. Το λέει και ο ίδιος όταν θυμάται πόσο τον είχε πειράξει το ότι κάποτε τον αποκάλεσαν σπουδαίο “entertainer” και όχι σπουδαίο ηθοποιό. Δεν ήταν ματαιοδοξία. Ήταν η παλιά καχυποψία απέναντι στην κωμωδία και απέναντι στους ηθοποιούς που το κοινό αγαπά για έναν μόνο λόγο.
Κι όμως, αυτή ακριβώς η διαδρομή είναι που κάνει σήμερα τόσο ενδιαφέρουσα την παρουσία του στο Death of a Salesman. Ο Λέιν δεν έρχεται στον Γουίλι Λόμαν σαν δραματικός ηθοποιός που θέλει να αποδείξει κάτι. Έρχεται σαν άνθρωπος που έχει περάσει χρόνια χτίζοντας ρόλους μέσα από το χιούμορ, την υπερβολή, την ευθραυστότητα και την ανάγκη να κερδίσει το βλέμμα των άλλων. Γι’ αυτό και ο Γουίλι Λόμαν τού ταιριάζει ίσως περισσότερο απ’ όσο φαίνεται αρχικά: είναι κι αυτός ένας άνθρωπος που έζησε πιστεύοντας ότι η αξία του εξαρτάται από το πόσο αρέσει, από το πόσο πουλάει, από το πόσο επιμένει να κρατά ζωντανή μια εικόνα.
Στη συνέντευξη, ο Λέιν μιλά και για το πώς άλλαξε η πορεία του όταν αποφάσισε να σπάσει το στερεότυπο του καθαρά κωμικού ηθοποιού. Αναφέρει το The Iceman Cometh ως το έργο που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο τον έβλεπε ο κόσμος, ενώ από εκεί άνοιξε ο δρόμος για πιο σκοτεινούς ρόλους, όπως ο Ρόι Κον στο Angels in America, που του χάρισε και το τρίτο του Tony. Δεν το παρουσιάζει σαν θρίαμβο αυτοδικαίωσης, αλλά σαν καθυστερημένη διόρθωση μιας παλιάς παρεξήγησης: ότι το χιούμορ σε κάνει λιγότερο σοβαρό ηθοποιό.
Η συνέντευξη έχει και μια άλλη, πιο ήσυχη ποιότητα. Ο Λέιν μοιάζει να βλέπει τη ζωή του καθαρά, χωρίς να γίνεται βαρύς ή αυτάρεσκος. Κάνει αστεία για τις τιμές των εισιτηρίων, για τον Τζορτζ Κλούνεϊ, για την εξάντληση του Broadway, αλλά πίσω από το χιούμορ του περνά και μια πολύ πραγματική κόπωση. Όταν λέει ότι αυτό μπορεί να είναι το αντίο του στο Broadway, δεν το λέει σαν ατάκα. Το λέει σαν άνθρωπος που ξέρει πόσο δύσκολη είναι πια αυτή η δουλειά, σωματικά και ψυχικά.
Ίσως αυτό είναι που κάνει τον Λέιν τόσο αγαπητό τόσα χρόνια. Δεν κουβαλά μόνο τη μνήμη μιας άλλης θεατρικής εποχής, αλλά και μια σπάνια ικανότητα να μιλά για το θέατρο, τη φήμη, τη σεξουαλικότητα και το γήρας χωρίς να χάνει ούτε τη σπιρτάδα ούτε την πίκρα τους.
Ο Γουίλι Λόμαν μπορεί να είναι ένας ρόλος αποτυχίας, αλλά ο Λέιν τον φέρνει σήμερα μαζί του σαν κάτι πολύ πιο σύνθετο: σαν απολογισμό, δοκιμασία και ίσως σαν έναν τελευταίο μεγάλο αποχαιρετισμό στο Broadway.
με στοιχεία από τον Guardian