Υπάρχουν καλλιτέχνες που γίνονται διεθνείς επειδή βρίσκουν τον σωστό τρόπο να μεταφράσουν τον εαυτό τους. Και υπάρχουν άλλοι που γίνονται διεθνείς επειδή αρνούνται τελικά να μεταφραστούν.
Ο Μάριο Μπανούσι μοιάζει να ανήκει στη δεύτερη περίπτωση. Δεν έγινε ένα από τα πιο συζητημένα νέα πρόσωπα του ευρωπαϊκού θεάτρου επειδή εξήγησε την ταυτότητά του, ούτε επειδή έφτιαξε ένα θέατρο που προσφέρει εύκολες απαντήσεις για την καταγωγή, τη μητέρα, τη μετανάστευση ή το πένθος. Έγινε ορατός επειδή βρήκε μια σκηνική γλώσσα για όλα εκείνα που δεν αντέχουν πάντα τις λέξεις.
Η El País τον παρουσιάζει τώρα ως τον δημιουργό που πέρασε «από την ανωνυμία σε αστέρι του ευρωπαϊκού θεάτρου σε μόλις τέσσερα χρόνια», με αφορμή την παρουσίαση του Mami στη Μαδρίτη, στα Teatros del Canal. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, η Libération είχε αφιερώσει κριτικό κείμενο στο Goodbye, Lindita στο Odéon-Théâtre de l’Europe, αναγνωρίζοντας σε αυτόν έναν καλλιτέχνη που κάνει θέατρο μέσα από οράματα, σιωπές, οικογενειακά φαντάσματα και βαλκανική μνήμη.
Δεν είναι μικρό πράγμα, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δαχτυλό μας. Ένας δημιουργός που ξεκίνησε μόλις το 2022, με τέσσερις παραστάσεις στο ενεργητικό του, βρίσκεται σήμερα στο κέντρο μιας σπάνιας ευρωπαϊκής προσοχής. Η Μπιενάλε της Βενετίας τού απονέμει τον Αργυρό Λέοντα Θεάτρου 2026, τον οποίο θα παραλάβει τον Ιούνιο, στο πλαίσιο του 54ου Διεθνούς Φεστιβάλ Θεάτρου, όπου θα παρουσιάσει και την τριλογία του Romance Familiare. Η El País σημειώνει ότι είναι ο νεότερος νικητής στην κατηγορία του.
Αλλά η ιστορία του δεν είναι απλώς η συνηθισμένη ιστορία μιας γρήγορης καλλιτεχνικής ανόδου.
Η ισπανική εφημερίδα δεν τον αντιμετωπίζει μόνο ως βραβευμένο νέο σκηνοθέτη, αλλά ως ένα καλλιτέχνη που πέρασε με απίστευτη ταχύτητα από την αθηναϊκή σκηνή στα μεγάλα διεθνή κυκλώματα, χωρίς να προέρχεται από οικογένεια με καλλιτεχνικό κεφάλαιο ή επαφές. Ο ίδιος μιλά για μια φτωχή μεταναστευτική οικογένεια και για την ελπίδα που σημαίνει το γεγονός ότι άνθρωποι με τέτοια διαδρομή μπορούν να φτάσουν σε διεθνή αναγνώριση.
Ο Μπανούσι δεν μοιάζει με καλλιτέχνη που τον κατάπιε ξαφνικά η διεθνής επιτυχία. Μοιάζει περισσότερο με κάποιον που κουβαλούσε για χρόνια εικόνες τις οποίες δεν ήξερε ακόμη πού να τοποθετήσει, ώσπου η σκηνή έγινε ο χώρος όπου μπορούσαν να εμφανιστούν χωρίς να ζητήσουν άδεια από τη γλώσσα.
Γεννημένος το 1998, μεγάλωσε μέχρι τα έξι του χρόνια στην Αλβανία με τη γιαγιά του και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Η βιογραφία του έχει όλα τα υλικά που συχνά ζητά η εποχή από έναν καλλιτέχνη για να τον κατατάξει: μετανάστευση, διπλή ταυτότητα, οικογενειακή μνήμη, ταξική διαδρομή, βαλκανική καταγωγή, ελληνικό καλλιτεχνικό περιβάλλον. Ο ίδιος, όμως, φαίνεται να αποφεύγει ακριβώς την εύκολη χρήση τους.
Στην El País λέει κάτι που μπορεί να διαβαστεί σχεδόν ως κλειδί για όλο το έργο του. Ως παιδί, θυμάται να τον ρωτούν τι αισθάνεται περισσότερο, Αλβανός ή Έλληνας, ποια χώρα προτιμά, σε ποια γλώσσα ονειρεύεται. Αργότερα ανακάλυψε, όπως λέει, ότι μέσα από την τέχνη μπορεί να μιλά τη δική του γλώσσα χωρίς να χρειάζεται να αποφασίσει τι ή ποιος είναι.
Εδώ γίνεται σαφές ότι το θέατρο του Μπανούσι υπερβαίνει τον χαρακτηρισμό "χωρίς λόγια". Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα βουβό θέατρο, αλλά ούτε και με ένα αμιγώς φορμαλιστικό αισθητικό πείραμα. Είναι ένα θέατρο που μοιάζει να ξεκινά από την εμπειρία ανθρώπων που έχουν κουραστεί να απαντούν στις ερωτήσεις των άλλων για το ποιοι είναι. Και έτσι, αντί να απαντήσει, φτιάχνει εικόνες.
Στο Goodbye, Lindita, το έργο που παρουσιάστηκε πρώτα στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και στη συνέχεια ταξίδεψε διεθνώς, η σκηνή γεμίζει από σώματα, πένθος, ρούχα, τελετουργίες, νεκρούς που δεν μένουν ακριβώς νεκροί, οικιακές κινήσεις που μετατρέπονται σε κάτι σχεδόν μεταφυσικό. Η Libération περιγράφει μια παράσταση χωρίς εξηγήσεις και χωρίς σχόλια, όπου μια οικογένεια κινείται μέσα σε ένα δωμάτιο ανάμεσα στη φροντίδα, την απώλεια, τη μνήμη και τη μεταμόρφωση.
Στο Mami, που παρουσιάστηκε τώρα στη Μαδρίτη, το κέντρο μετατοπίζεται στη μητέρα. Και πάλι, όμως, όχι με τον τρόπο ενός προσωπικού ημερολογίου. Ο Μπανούσι επιμένει ότι δεν κάνει ντοκιμαντέρ, ούτε καθαρά αυτοβιογραφικό θέατρο. Οι παραστάσεις του ξεκινούν από προσωπικές μνήμες, αλλά ανοίγουν προς ιστορίες που του έχουν διηγηθεί άλλοι, προς τους ερμηνευτές του, προς μια συλλογική μνήμη σωμάτων που φροντίζουν, πενθούν, μεγαλώνουν, γερνούν, επιστρέφουν.
Για το Mami, που γεννιέται από τη σχέση με τη μητέρα του, κάνει και μια κρίσιμη διευκρίνιση. Δεν επιχειρεί, λέει, να μιλήσει εκ μέρους των γυναικών ή των μητέρων. Η παράσταση είναι η ματιά του γιου: ενός ανθρώπου που μεγάλωσε ανάμεσα σε γυναίκες, κοντά στη μητέρα, τη γιαγιά και τις θείες του, χωρίς όμως να διεκδικεί τη δική τους θέση.
Ίσως γι’ αυτό η ευρωπαϊκή κριτική ανταποκρίνεται τόσο γρήγορα. Το έργο του αναγνωρίζεται χωρίς να γίνεται προβλέψιμο: μιλά για μητέρες χωρίς μελόδραματισμους, για μετανάστευση χωρίς σύνθηματολογία, για πένθος χωρίς εξήγηση. Στήνει στη σκηνή εκείνη τη στιγμή που οι άνθρωποι συνεχίζουν να διπλώνουν ρούχα, να καθαρίζουν, να μετακινούν έπιπλα, να φροντίζουν ένα σώμα, ενώ μέσα τους έχει ήδη συμβεί κάτι μη αναστρέψιμο.
Το μεγαλύτερο χάρισμα του Μπανούσι είναι ο τρόπος που μετουσιώνει τις χειρονομίες της καθημερινότητας, αναδεικνύοντας τη μυστική τους βαρύτητα. Ένα ρούχο που διπλώνεται, ένα σώμα που μένει ακίνητο, μια μητέρα που χρειάζεται φροντίδα, ένας νεκρός που είναι και δεν είναι παρών, ένα βλέμμα που κρατάει περισσότερο απ’ όσο αντέχει η καθημερινή ζωή. Εκεί όπου άλλοι θα έβαζαν διάλογο, εκείνος βάζει παύση. Εκεί όπου άλλοι θα εξηγούσαν το τραύμα, εκείνος το αφήνει να περάσει μέσα από το σώμα.
Η El País στέκεται ιδιαίτερα σε αυτή την επιλογή της σιωπής. Ο Μπανούσι λέει ότι με τις λέξεις δεν εκφράζεται πάντα όπως θα ήθελε· ότι ίσως νιώθει πιο άνετα όταν αγκαλιάζει ή όταν κοιτάζει κάποιον κατάματα. Η παρατήρηση μοιάζει απλή, αλλά έχει σχεδόν πολιτική δύναμη. Σε μια εποχή όπου η γλώσσα χρησιμοποιείται διαρκώς για να αποδείξουμε, να κατατάξουμε, να αμυνθούμε, να προλάβουμε την παρεξήγηση, το θέατρο του Μπανούσι αφαιρεί τον λόγο για να δει αν μπορεί να αποκαλυφθεί κάτι πιο ουσιαστικό.
Ο ίδιος αρχικά δεν ήθελε να τονίσει τη μεταναστευτική του ιστορία, αλλά αναγνωρίζει πια ότι το έργο του έχει πολιτική διάσταση. Όχι με άμεσο, διδακτικό τρόπο. Περισσότερο επειδή η ίδια η ζωή του του δεν μπορεί να αποκοπεί από τις μετακινήσεις, τα σύνορα, την καθυστέρηση της αναγνώρισης, τη διαρκή ερώτηση «από πού είσαι πραγματικά;».
Στην El País αναφέρει ότι η οικογένειά του είχε χρειαστεί να περπατήσει δώδεκα μέρες για να φύγει από την Αλβανία χωρίς χαρτιά. Και σημειώνει το παράδοξο: γεννημένος και μεγαλωμένος σχεδόν όλη του τη ζωή στην Ελλάδα, με βραβεία, σπουδές και διεθνή αναγνώριση, πήρε ελληνικό διαβατήριο μόλις λίγες ημέρες πριν από τη συνέντευξη (!).
Εκεί βρίσκεται μια από τις πιο δυνατές πλευρές αυτής της ιστορίας. Ο Μάριο Μπανούσι γίνεται γνωστός στην Ευρώπη πριν ακόμη η ίδια η έννοια της εθνικής αναγνώρισης προλάβει να τον χωρέσει άνετα. Η σκηνή τον δέχεται πιο γρήγορα απ’ ό,τι η γραφειοκρατία. Τα φεστιβάλ, οι κριτικοί, οι διεθνείς θεσμοί αναγνωρίζουν τη γλώσσα του, ενώ η ζωή του έχει ήδη περάσει από όλες τις δοκιμασίες μιας ταυτότητας που δεν χαρίζεται αυτονόητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το έργο του πρέπει να διαβαστεί μόνο μέσα από τη μετανάστευση. Θα ήταν άδικο και περιοριστικό. Ο ίδιος άλλωστε αντιστέκεται σε κάθε στενή ερμηνεία. Αλλά σημαίνει ότι το θέατρό του κουβαλά κάτι από τη βαθιά εμπειρία των ανθρώπων που δεν μιλούν από ένα σταθερό κέντρο, αλλά από μετακινήσεις, απώλειες, οικογενειακές αφηγήσεις, γλώσσες που δεν αρκούν, πατρίδες που δεν απαντούν πάντα με τον ίδιο τρόπο.
Η διεθνής του άνοδος έχει σχεδόν μυθιστορηματική ταχύτητα. Το πρώτο του έργο, Ragada, παρουσιάστηκε στην Αθήνα μέσα στο lockdown, σε σπίτι φίλου. Σύμφωνα με την αφήγηση που μεταφέρει η Libération, είχε καλέσει διευθυντές θεάτρων να το δουν χωρίς ανταπόκριση, μέχρι που, λίγο πριν από την τελευταία παράσταση, ζήτησε θέση ο τότε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Το Goodbye, Lindita, μόλις η δεύτερη δημιουργία του, παρουσιάστηκε το 2023 στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Από εκεί άρχισε μια διαδρομή που πλέον περνά από Παρίσι, Μαδρίτη, Αβινιόν, Νέα Υόρκη, Ταϊπέι και Βενετία.
Η λέξη «μετεωρίτης», που χρησιμοποιεί η El País για να περιγράψει την πορεία του, δεν είναι υπερβολική. Αλλά οι μετεωρίτες καίγονται γρήγορα αν δεν έχουν πυρήνα, αυτό το γνωρίζουμε καλά. Και το ενδιαφέρον με τον Μπανούσι είναι ότι, πίσω από την ταχύτητα της αναγνώρισης, υπάρχει ένα έργο αργό, τελετουργικό, σχεδόν πεισματικά αντιθεαματικό ως προς την ανάγκη του να μη μιλήσει περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται.
Ο ίδιος παραδέχεται ότι η πίεση των διεθνών κυκλωμάτων υπάρχει. Προγραμματιστές, παραγωγοί και καλλιτέχνες τον πλησιάζουν, τον ρωτούν τι θα κάνει μετά, του ζητούν νέα έργα, νέες αναθέσεις, περισσότερα. Τα κυκλώματα, λέει στην El País, είναι αδηφάγα, θέλουν πάντα κι άλλο. Ακόμη και για έναν καλλιτέχνη που φτιάχνει έργα από σιωπή, πένθος και οικιακά φαντάσματα, το σύστημα ζητάει ρυθμό, συνέχεια, παραγωγή.
Ίσως εκεί θα φανεί και η επόμενη δοκιμασία του. Όχι αν μπορεί να γίνει γνωστός, αυτό έχει ήδη συμβεί. Αλλά αν μπορεί να προστατεύσει τη γλώσσα του από την ίδια την ταχύτητα που τον έκανε ορατό. Αν μπορεί να συνεχίσει να φτιάχνει εικόνες που δεν μοιάζουν με εικόνες έτοιμες για κατανάλωση. Αν μπορεί να κρατήσει τη σιωπή του μέσα σε έναν κόσμο που, όταν ανακαλύπτει έναν νέο καλλιτέχνη, τον καλεί αμέσως να εξηγηθεί.
Προς το παρόν, αυτό που κάνει τον Μάριο Μπανούσι τόσο ιδιαίτερο δεν είναι μόνο ότι ένας ελληνοαλβανός δημιουργός από την Αθήνα γίνεται ευρωπαϊκό όνομα. Είναι ότι το πετυχαίνει χωρίς να μειώσει καθόλου την καλλιτεχνική αλήθεια που εκπέμπει το έργο του. Χωρίς να μετατρέψει την καταγωγή του σε εύκολη αφήγηση. Χωρίς να δώσει στο κοινό την ασφάλεια μιας καθαρής ιστορίας.
Στο θέατρό του, οι μητέρες, οι νεκροί, τα ρούχα, τα σπίτια, οι οικογένειες και οι πατρίδες δεν εξηγούνται. Εμφανίζονται. Και αυτό είναι ίσως το πιο ακριβές που μπορεί να κάνει κάποιος με πράγματα τόσο παλιά και τόσο δύσκολα: να μην τα προδώσει με περισσότερες λέξεις απ’ όσες χρειάζονται.
Ο Μάριο Μπανούσι βρήκε τη δική του γλώσσα εκεί όπου οι άλλοι ζητούσαν να διαλέξει μία. Και τώρα η Ευρώπη μοιάζει να τον ακούει ακριβώς επειδή δεν της μιλά με τον τρόπο που περίμενε.