Έχουν περάσει περισσότερα από έξι χρόνια από το φθινόπωρο του 2019, όταν εγκαινιάστηκε στο Μπενάκη η έκθεση «Τσίκι-τσίκι» σε επιμέλεια της Χλόης Ακριθάκη, της κόρης του, και του Αλέξιου Παπαζαχαρία, που συγκέντρωνε και εστίαζε στα έργα με την πλέον χαρακτηριστική και αναγνωρίσιμη τεχνική του ιδιοσυγκρασιακού καλλιτέχνη Αλέξη Ακριθάκη, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή το 1994 σε ηλικία μόλις 55 χρόνων. Τώρα οι δύο επιμελητές επανέρχονται με μια νέα μεγάλη έκθεση στο μουσείο της οδού Πειραιώς, με τίτλο «Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα».
Ουσιαστικά πρόκειται για την πρώτη πλήρη αναδρομική έκθεσή του, καθώς εκείνη που πραγματοποιήθηκε το 1997 –μετά τον θάνατό του–, στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Θεσσαλονίκης το 1997, η οποία μεταφέρθηκε και στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα, όσο καλά οργανωμένη κι αν ήταν, δεν περιελάμβανε το σύνολο του έργου του, καθώς δεν ήταν τεκμηριωμένο, δεδομένου ότι δεν είχε περάσει αρκετός χρόνος.
«Ούτε έκθεση αντιπροσωπευτικών έργων είναι, δεν δείχνει πώς τα δημιούργησε, ούτε εξηγεί τη σχέση του με αυτά που έκανε – το πολύ πολύ να εξηγεί τη σχέση τη δική μας με τα έργα του. Η έκθεση παρουσιάζει τα έργα αυτού του ανθρώπου ως καλλιτεχνικό επίτευγμα του ιδίου».
Αυτήν τη φορά, όμως, η νέα έκθεση συγκεντρώνει περί τα 250 έργα, δάνεια τα περισσότερα συλλεκτών τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό. Οι δύο επιμελητές ευελπιστούν ότι καλύπτουν όλες τις φάσεις του έργου του Ακριθάκη, με λιγότερα «τσίκι-τσίκι» αυτήν τη φορά και με έμφαση σε όλα τα υπόλοιπα, κυρίως μεγάλου μεγέθους ζωγραφικά έργα, αλλά και σε πολλές κατασκευές. Πρόκειται για έργα που σε πολλές περιπτώσεις είναι εντελώς άγνωστα στο ευρύτερο κοινό, αλλά αναδεικνύουν το μέγεθος της δημιουργικότητας και της παραγωγικότητάς του από την αρχή μέχρι το τέλος του.
Ο Αλέξης Ακριθάκης εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως ζωγράφος με μια ατομική έκθεση στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Νέου Ηρακλείου το 1961. Ήταν μόλις 22 χρόνων και η κίνηση αυτή έδειχνε αυτοπεποίθηση και τόλμη, αλλά και τη βεβαιότητα ως προς την τέχνη στην οποία ήθελε να αφοσιωθεί. Ακολούθησε η πρώτη του «επίσημη» έκθεση στην γκαλερί Βέλτσου στη Θεσσαλονίκη το 1963 και από εκείνη οι ιστορικοί τέχνης πιάνουν το νήμα μιας ιδιαίτερα αξιόλογης για τα ελληνικά εικαστικά πράγματα περίπτωσης καλλιτέχνη. Τα έργα του εκείνης της εποχής χαρακτηρίζονται από έναν συνδυασμό βυζαντινής και λαϊκής ελληνικής εικονογραφικής παράδοσης, με επιρροές από τη διεθνή ψυχεδελική αισθητική της δεκαετίας του 1960.
Ακριβώς εκείνη την περίοδο εμπνέεται και εξελίσσει τα χαρακτηριστικά ασπρόμαυρα «τσίκι-τσίκι» του – η προσωπική του τεχνική της επανάληψης μοτίβων μικρών σχημάτων από μαύρο μελάνι σε λευκή επιφάνεια χαρτιού. Τα θέματά του ξεπηδάνε μέσα από τα αβυσσαλέα γεγονότα της εποχής και της γενιάς του: ο φασισμός, ο Ψυχρός Πόλεμος, η σεξουαλική απελευθέρωση, το Βιετνάμ, η εξερεύνηση του Διαστήματος, κανόνια, χτυποκάρδια, πύραυλοι και κόπρανα. Όλα αυτά μαζί, η επαναστατική του φύση και δύο εκθέσεις του στο Γαλλικό Ινστιτούτο και το Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας θα του δώσουν το διαβατήριο για το Βερολίνο.
Κερδίζει μια υποτροφία της DAAD, πρόσκληση του γερμανικού κράτους σε νέους υποσχόμενους καλλιτέχνες διεθνώς ώστε να δημιουργήσουν στη Γερμανία, έχοντας όλες τις ευκολίες να εργαστούν ελεύθερα. Εγκαθίσταται το 1968 στο πρώην περίκλειστο Δυτικό Βερολίνο, την πλέον πρωτοποριακή πόλη εκείνη τη στιγμή, κι έναν χρόνο μετά τον ακολουθεί και η σύζυγός του Φώφη, άλλη μία ιδιαίτερη και με ισχυρό χαρακτήρα προσωπικότητα που έμελλε να παίξει ξεχωριστό ρόλο στις νύχτες της ιστορικής πόλης ως η εμβληματική ιδιοκτήτρια και οικοδέσποινα του θρυλικού Estiatórion της Fasanenstraße.
Το Βερολίνο αναπόφευκτα θα καθόριζε και θα εμπλούτιζε το έργο του Αλέξη Ακριθάκη. Η Ελλάδα που είχε αφήσει πίσω του δεν ήταν μόνο ασφυκτικά παγιδευμένη σε μια στρατιωτική χούντα που στερούσε από μια ολόκληρη γενιά νέων τους ανοιχτούς ορίζοντες της ελεύθερης έκφρασης αλλά συνιστούσε κι ένα συντηρητικό περιβάλλον που δεν είχε να προσφέρει τίποτα σε έναν καλλιτέχνη που διψούσε για νέες ιδέες. Όπως εξηγεί η Χλόη Ακριθάκη: «Εκεί ξεκινάει τις βαλίτσες, που είναι ουσιαστικά μια απελευθέρωση των υλικών, τα οποία έχουν να κάνουν με την πρωτοποριακή τέχνη της εποχής. Στο Βερολίνο βλέπει Ράουσενμπεργκ και τον Μπόιζ να σκουπίζει τους δρόμους του Κρόιτσμπεργκ». Ο Αλέξιος Παπαζαχαρίας συμπληρώνει: «Έχει νόημα να έχεις πάει σε συναυλία του Τζον Κέιτζ, μπορεί και αυτό να βοήθησε πολύ στην ανάπτυξή του, αλλά αν το παρατηρήσεις προσεκτικά, από τη στιγμή που άρχισε να ζωγραφίζει, δεν χρειάστηκε τη βοήθεια κανενός στην αναζήτηση της γραφής του. Από την πρώτη στιγμή είχε βρει τον τρόπο. Τη σχέση της καμπύλης με την ευθεία τη βρίσκει από την αρχή. Από εκεί και πέρα περνάει όλη του την υπόλοιπη πορεία δοκιμάζοντας διάφορα».
Ο άλλος διεθνής Έλληνας, ο Αλέξανδρος Ιόλας, με τις γκαλερί ανά τον κόσμο και τη μεγάλη επιρροή στην εξέλιξη της σύγχρονης τέχνης της εποχής, συνεργάζεται με τον Αλέξη Ακριθάκη, προωθώντας το έργο του σε εκθέσεις στο Παρίσι, το Μιλάνο, τη Γενεύη και το Τορίνο. Τοποθετώντας τον δίπλα σε σπουδαίους καλλιτέχνες όπως οι Mαξ Ερνστ, Ρενέ Μαγκρίτ, Λούτσιο Φοντάνα και Βίκτορ Μπράουνερ, αλλά και νεότερους όπως η Nίκι ντε Σεν Φαλ, o Πολ Τεκ και ο Πίνο Πασκάλι, είναι σαν να τον ανάγει σε εκλεκτό μέλος της διεθνούς πρωτοπορίας, κι αυτό δεν ήταν καθόλου αμελητέο. Αλλά στο Βερολίνο οι καλλιτεχνικές πρακτικές του Ακριθάκη αλλάζουν, «αναδεικνύοντας τη μεγάλη του ευαισθησία ως προς το χρώμα αλλά και ως προς το υλικό, το νόημα και το άγγιγμα», όπως εξηγεί στο επιμελητικό του κείμενο ο Παπαζαχαρίας. Συστηματοποιεί τα τσίκι-τσίκι, που από το χαρτί μεταπηδάνε σε μεγάλα τελάρα, και καλύπτει ποικιλία θεμάτων, από νεκρές φύσεις και τοπία μέχρι σκηνές και πορτρέτα. Πολλές φορές πρόκειται για συνδυασμό ασπρόμαυρων τσίκι-τσίκι με χρωματιστή τέμπερα, όπου άσπρο-μαύρο και χρώμα εναλλάσσονται.
Συχνά βρίσκει έμπνευση στα σημαντικότερα πολιτικά γεγονότα που ταλανίζουν την εποχή, όπως η δικτατορία στην Ελλάδα, οι βίαιες διαδηλώσεις στην Αμερική κατά του πολέμου του Βιετνάμ, οι ξεπεσμένοι στρατηγοί τέρατα, αλλά και η αισιόδοξη είδηση της γέννησης της κόρης του. Παράλληλα γεννιούνται και οι χαρτοκοπτικές του κατασκευές, η ανάπτυξη του νοήματος σε τρεις διαστάσεις. Μαριονέτες πολιτικοί και στρατιώτες, καρουζέλ με λιλιπούτια φέρετρα αντί για βαγονέτα, ευθεία αναφορά στα παιδάκια του Βιετνάμ, φιγούρες από μεταλλιζέ χαρτί και πολλά θεατράκια, μια σειρά χαριτωμένων έργων με παιγνιώδη διάθεση φτιαγμένα για τη μικρή Χλόη, στα οποία η χαρά του παιχνιδιού αντιπαρατίθεται στην τραγικότητα των επικαίρων.
Ωστόσο, το πιο αγαπημένο του έργο της περιόδου είναι η βαλίτσα. Σαν να συνοψίζει σημειολογικά τα αλλεπάλληλα ταξίδια του ίδιου μεταξύ Αθήνας και Βερολίνου, αλλά ακόμα περισσότερο την αναπόδραστη μετανάστευση των Ελλήνων γκασταρμπάιτερ των δεκαετιών του 1960 και 1970 στη Γερμανία – ίσως και το ατέρμονο ταξίδι του Οδυσσέα σε διαρκή αναζήτηση μιας πατρίδας, είτε πραγματικής και συναισθηματικής είτε φανταστικής και ουτοπικής.
Ό,τι και να είχε στο μυαλό του, η βαλίτσα του Ακριθάκη αποτέλεσε ένα αποκαλυπτικό σύμβολο και μέσον, απελευθερώνοντας τη δημιουργικότητά του τόσο από τη ζωγραφική και τον περιορισμό του συμβατικού τελάρου όσο και από τη χρήση υλικών, καθώς χρησιμοποιούσε πια ξύλα, κάθε λογής πεταμένα αντικείμενα και απομεινάρια από τις παραλίες, σίδερα και πριόνια. Έτσι, οι βαλίτσες του, κατασκευές στον αντίποδα των ζωγραφικών πινάκων, άλλοτε εμφανίζονται ως αφαιρετικές γεωμετρίες κι άλλοτε ως homage στο αλλόκοτο σύμπαν του Ρενέ Μαγκρίτ, όπως λέει ο Παπαζαχαρίας. Ανάγλυφες κατασκευές από ευτελή υλικά, μια ολόκληρη εικαστική ενότητα μεταξύ ζωγραφικής και γλυπτικής, στην οποία η νέα έκθεση στο Μπενάκη θα δώσει ιδιαίτερη σημασία.
Άλλωστε οι κατασκευές και τα ανάγλυφα τον απασχόλησαν συστηματικά για ένα μεγάλο διάστημα, ουσιαστικά μέχρι την επανεγκατάστασή του στην Αθήνα, στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τότε ήταν που δημιούργησε και το περίφημο «Μπαρ» από ξύλο και φωτάκια, ένα καθόλα χρηστικό καλλιτέχνημα φτιαγμένο με χιούμορ και φαντασία – το μεγαλύτερων διαστάσεων έργο που συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση, το οποίο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1981 στην γκαλερί Bernier και αποτελεί ένα έργο που φλερτάρει με την εγκατάσταση και το χάπενινγκ. Θα έλεγες ότι πρόκειται για ένα έργο που τον αφορούσε προσωπικά, παρόλο που από τη φύση τους τα μπαρ είναι δημόσιοι, μη προσωπικοί χώροι, και ταυτόχρονα τόποι φιλοξενίας και κοινωνικοποίησης, αυτοκαταστροφής και επιβίωσης.
Υπάρχουν και οι κατασκευές-σφήνες που προέκυψαν ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1970 και εξελίχθηκαν σε σημείο να αυτονομηθούν σταδιακά και να γίνουν λιτά αινιγματικά ιδεογράμματα. Λίγο αργότερα θα γίνονταν θραύσματα γυαλιού σε σφηνοειδή σχήματα τοποθετημένα επάνω στις περίφημες καρδιές του. Ακολούθησαν καθρεφτάκια, λαμπάκια, ψεύτικα λουλούδια, ηλεκτρικά κουδούνια εξώπορτας.
Στην έκθεση μάς περιμένει και μια έκπληξη. Η Χλόη Ακριθάκη είχε πληροφορίες για ένα έργο με κυρίαρχο υλικό τον καθρέφτη, που όμως ποτέ δεν είχε δει και το οποίο θεωρούσε περίπου χαμένο. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας τής έκθεσης εμφανίστηκε κάποιος συλλέκτης με το χαμένο έργο ανά χείρας. Λέει η ίδια: «Η ιστορία είναι ότι βρήκα αλληλογραφία με τη μητέρα μου στην οποία της γράφει για ένα έργο με καθρέφτη. Διάφορα προβλήματα που προέκυψαν με τον κατασκευαστή καθρεφτών είχαν ως αποτέλεσμα η γκαλερί Ζουμπουλάκης, που είχε δείξει αρχικά ενδιαφέρον, να ακυρώσει την ιδέα για περισσότερες αναπαραγωγές. Όλον αυτόν τον καιρό δεν μπορούσα να το φανταστώ, γιατί δεν το είχα δει ποτέ. Το είχε χαρίσει στον Ιόλα και δεν ήταν καταγεγραμμένο. Κανείς δεν το ήξερε. Κάποιος το έφερε, όμως, οπότε θα το έχουμε».
Άλλες θεματικές που τον απασχόλησαν ήταν το τσίρκο και οι χαρταετοί, τα οποία παρουσίασε στα τέλη του 1980 στην γκαλερί Άρτιο. Επρόκειτο για μια σειρά σχεδίων, κολλάζ και κατασκευών που είχε φτιάξει από κοινού με τον Γιώργο Λάππα, Tο τσίρκο εμφανίζεται ως χώρος οριακός, στον οποίο κατοικούν κλόουν και ισορροπιστές, θηρία κι ακροβάτες, ενώ οι χαρταετοί αποτελούσαν εμμονή του από παιδί, καθώς τον γοήτευε η εικόνα τους στον ουρανό. Μάτια, βέλη, ήλιοι, καρδιές, προσκυνητάρια, εργοστάσια, θεατράκια και βαλίτσες επανέρχονται σε όλη την εικαστική διαδρομή του Ακριθάκη. Επαναλαμβανόμενα σύμβολα και συνθέσεις, μοτίβα, λέξεις, γράμματα, κρυφά νοήματα, μεγάλα μηνύματα, πρόλαβε να καταγράψει όλα όσα τον απασχολούσαν και θέλησε να σχολιάσει και να αναδείξει. Και παρόλο που δεν υπήρξε πολιτικός καλλιτέχνης, η πολιτική κρύβεται σε κάθε του έργο.
Παρατηρώ ένα έργο του 1969 που τιτλοφόρησε στα γερμανικά «Ohne Titel» («Χωρίς τίτλο»). Προφανώς δεν επελέγη τυχαία. Είναι 100x150 εκ. σε χαρτί, συνδυασμός τσίκι-τσίκι και χρωματιστών συμβόλων: το σήμα της ειρήνης και ένα γυναικείο στόμα – χείλη που κατασπαράσσονται από ένα τέρας με ουρά σκορπιού. Ρωτάω τους δύο επιμελητές αν θα παραθέσουν προσχέδια για υπερμεγέθη έργα σαν αυτό. «Δεν είναι έκθεση διαδικασίας, λέει ο Παπαζαχαρίας, «πάμε να δούμε ξεκάθαρα τα έργα του καλλιτέχνη. Ούτε έκθεση αντιπροσωπευτικών έργων είναι, δεν δείχνει πώς τα δημιούργησε, ούτε εξηγεί τη σχέση του με αυτά που έκανε – το πολύ πολύ να εξηγεί τη σχέση τη δική μας με τα έργα του. Η έκθεση δεν εξηγεί τίποτα, παρουσιάζει τα έργα αυτού του ανθρώπου ως καλλιτεχνικό επίτευγμα του ιδίου.
Φυσικά παρουσιάζει και την προσωπικότητά του, αλλά δεν εστιάζουμε τόσο εκεί όσο στα έργα, μέσα από τα οποία βγαίνει βέβαια η προσωπικότητά του – κοινώς, τα έργα πηγάζουν από την προσωπικότητα, η οποία εμπεριέχεται στα έργα. Μία ιερή μανία τον διακατείχε από πολύ νωρίς. Όπως λέει και ο ίδιος σε κείμενο που έγραψε για έκθεση το 1955, “τον δρόμο που χάραξα δεν πρόκειται να τον εγκαταλείψω, και αν δυστυχήσω δεν θα μετανιώσω ποτέ”. Είχε αρχές ο Ακριθάκης, όσα έλεγε είχαν νόημα και πολλά από τα έργα του είναι κριτικά, για την ειρήνη, τη δικτατορία, το τείχος του Βερολίνου. Τον ενδιαφέρουν οι οριακές καταστάσεις της ζωής, οι τρελοί, οι ακροβάτες, τα αεροπλάνα που βομβαρδίζουν πόλεις, οι βαλίτσες με πριόνια και οι βαλίτσες που τρώγονται, όλη η παράδοση της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Ανάμεσα σε όλα αυτά αναγνωρίζουμε τους φίλους του, τους ανθρώπους της ζωής του, το παιδί του, τη Φώφη. Αυτά είναι τα θέματά του».
Η Χλόη παρεμβαίνει εξηγώντας: «Το βασικό του μέλημα ήταν πώς θα πάει πιο πέρα τη δουλειά του. Δεν τον ενδιέφερε αν θα αρέσει ή όχι. Εκείνο που πραγματικά τον ενδιέφερε ήταν να κάνει κάτι καινούργιο, με καινούργια υλικά, ό,τι κόστος κι αν είχε αυτό». Κι ο Αλέξιος συνεχίζει: «Όπως συμβαίνει σε κάθε καλλιτέχνη που δεν αφήνει την τέχνη του να γίνει συνταγή για κουλουράκια, η ζωγραφική του διαδρομή ήταν αγωνιώδης. Παρ’ όλα αυτά, ήθελε πού και πού να έρχεται μια επιβράβευση, ένα έργο με το οποίο θα ενθουσιαζόταν ο ίδιος ή οποιοσδήποτε ήταν στη θέση του. Αυτό είναι κοινό σε όλους τους καλλιτέχνες που βάζουν κάτι από την ψυχή τους στη δουλειά τους. Είναι σε μια αγωνία, βλέπουν ένα νησί, κάθονται εκεί για λίγες ώρες και μετά πάνε για την επόμενη αγωνία, δεν έχουν ηρεμία, έχουν μανία. Αυτός είναι και ο λόγος που αυτήν τη στιγμή έχουμε –από έναν άνθρωπο που πέθανε στα 55 του– τόσα έργα και άλλα τόσα που δεν χωράνε να τα εκθέσουμε. Έναν άνθρωπο που φτάνει σε μια ωριμότητα γρήγορα – ουσιαστικά γεννιέται με καλλιτεχνική ωριμότητα. Ήταν ένας άνθρωπος με μια μανία και με συγκεκριμένο μονοπάτι ζωής. Δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο. Το βιβλίο που βγάλαμε πέρυσι είναι γεμάτο από αυτή την αγωνία, ικανοποίηση υπάρχει σε ελάχιστες σελίδες». Κι αναφέρεται φυσικά στο «Γράφοντας τη ζωγραφική. Ημερολόγια 1960-1990«, που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις Άγρα.
Συμπερασματικά, δεν πρόκειται για μια έκθεση χρονολογικής δειγματοληψίας αλλά μια αναδρομική που αντιμετωπίζει το έργο ως σύνολο.. Στο ερώτημα αν θα υπάρχουν ενότητες ή θεματικές, η απάντηση της Χλόης Ακριθάκη είναι: «Είναι όλα εκεί, έτοιμα από τον ίδιο. Εμείς φροντίζουμε να είναι τοποθετημένα σωστά μέσα στον χώρο. Κι επειδή έχουμε φωτογραφίες εκθέσεών του, προσπαθούμε σε κάποιες περιπτώσεις να τα στήσουμε όπως τα είχε στήσει εκείνος. Π.χ. βρήκαμε φωτογραφία έργου του, πώς είχε παρουσιαστεί στην πρώτη του έκθεση, και αυτό επαναλαμβάνουμε».
Λίγο πριν από το τέλος του, ο Ακριθάκης πέρασε ένα σύντομο διάστημα στο ψυχιατρείο, ένα όχι ευχάριστο γεγονός, που όμως εκμεταλλεύτηκε καλλιτεχνικά καθώς ζωγράφισε πορτρέτα ατόμων που παρατηρούσε στον περίβολο του Δρομοκαΐτειου. Η κόρη του, σε τρυφερή ηλικία εκείνη την εποχή, θυμάται: «Αυτό συνέβη τα τελευταία ένα δυο χρόνια. Δεν ήταν μέσα στο ίδρυμα, μπήκε για δυο τρεις εβδομάδες για να κάνει αποτοξίνωση και θεραπεία. Μετά, επειδή μόνο εκεί μπορούσε να συναντήσει τη γιατρό του, πήγαινε για παρακολούθηση.
Δεν τον πείραζε, έβγαλε συγκλονιστικό έργο εκεί μέσα. Πήγε για να κάνει κάποια θεραπεία κι αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να κάθεται στον κήπο κάτω από τα δένδρα, να παρακολουθεί τους ανθρώπους και να σχεδιάζει. Πέρα από τα σχέδια του τετραδίου του Δρομοκαϊτείου, που έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές, τα μεγαλύτερων διαστάσεων ζωγραφικά έργα με θέμα τους έγκλειστους έχουν εκτεθεί ελάχιστα. Θα δώσουμε έμφαση σε αυτά και στα τελευταία έργα που είναι σχεδόν άγνωστα».
Ο Αλέξιος επεμβαίνει: «Είναι από τα τελευταία πράγματα που έκανε: τσίρκα, ακροβάτες, κλόουν, τέρατα, που δεν είναι άλλο από καρικατούρες καλλιτεχνών, μετά τα πορτρέτα από το ψυχιατρείο, και τέλος. Ο αριθμός των έργων που συγκεντρώσαμε είναι πολύ μεγάλος, γιατί οι συλλέκτες είναι κι αυτοί ασυνήθιστα πολλοί. Με τους μισούς κάνεις σοβαρή έκθεση». Η Χλόη προσθέτει: «Λόγω της πανδημίας καθυστερήσαμε ενάμιση χρόνο, το συζητούσαμε από το “Τσίκι-τσίκι”, που έγινε το 2019, όμως αργήσαμε. Αλλά καλύτερα, χρειαζόταν να περάσει ένα διάστημα για να είμαστε περισσότερο κατασταλαγμένοι. Θέλαμε να τεκμηριώσουμε έργα που δεν ξέραμε. Έτσι, είχαμε τον χρόνο να βγάλουμε το 2024 το βιβλίο με αποσπάσματα από τα σημειωματάριά του, το “Γράφοντας τη ζωγραφική”, σε επιμέλεια Θάνου Σταθόπουλου και δικής μου από τις εκδόσεις Άγρα, και τώρα το αδερφάκι του τόμου “Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα”, που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά και στα αγγλικά, πάλι από τις εκδόσεις Άγρα, και θα πλαισιώνει την έκθεση. Τα βιβλία αυτά, μαζί με το “Τσίκι-τσίκι” του 2019 από τις Cube Art Editions (εκδόσεις Κύβος), καλύπτουν ένα σημαντικό μέρος του έργου του Ακριθάκη. Έχουμε αφήσει κάποιες μικρές εκπλήξεις για το μέλλον – bijoux, όπως θα έλεγε και ο ίδιος!».
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την εικαστική έκθεση εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.