Τι σχέση έχουμε τελικά με την πραγματικότητα, με αυτό που βλέπουμε και με αυτό που καταλαβαίνουμε; Πώς βλέπουμε τα πράγματα; Και γιατί τα βλέπουμε έτσι; Τα ερωτήματα αυτά, διαχρονικά και δύσκολα, διατρέχουν ολόκληρο το έργο του σπουδαίου Γκέρχαρντ Ρίχτερ, ενός από τους πιο τιμημένους εν ζωή καλλιτέχνες, στον οποίο η Fondation Louis Vuitton αφιερώνει μια εντυπωσιακή αναδρομική έκθεση που καλύπτει 60 χρόνια δημιουργίας. Στα 93 του, ο ζωγράφος που έκανε τα πάντα –με το χαρακτηριστικό πέρασμά του από πολλά κινήματα, στυλ και αφηγήματα– επιβεβαιώνεται ως ένας δημιουργός εικόνων που μαγνητίζουν, μέσω της νεκρής φύσης, του πορτρέτου, της «θολούρας», της σύγχρονης ιστορίας και της αφαίρεσης. Έξι δεκαετίες δημιουργίας στη διάθεσή μας, από τον πρώτο του πίνακα μέχρι τα τελευταία του σχέδια: 275 έργα, δεν τα λες και λίγα. Λατρεμένη έκθεση – και συγκινητική!
Αποφάσεις, αποφάσεις… τέλος και επανεκκίνηση
Το 2017, ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ ανακοίνωσε ότι σταματά οριστικά τη ζωγραφική. Ο ζωγράφος των μαγευτικών πορτρέτων με τα θολά περιγράμματα, των σύγχρονων «vanitas», των μελαγχολικών τοπίων-φαντασμάτων και των αφαιρετικών παλίμψηστων πάνω σε θραύσματα πραγματικότητας, άφησε κάτω πινέλα, παλέτες, φωτογραφίες και καβαλέτο. Στα 85 του τότε, είχε φτάσει στα όριά του· δεν θα επέστρεφε στο μέσο από το οποίο ξεκίνησε. Σταματούσε. Ο κόσμος της τέχνης και οι θαυμαστές του έμειναν άφωνοι. Ευτυχώς, όμως, συνέχισε να δημιουργεί σχέδια, ψηφιακές εγκαταστάσεις, έργα σε χαρτί, ακόμη και γλυπτά – όλα με ψυχεδελική σχεδόν ένταση, δυναμικά και με ουσία. Οι πρόσφατες δημιουργίες του (2022-2024) δείχνουν ότι απλώς στράφηκε σε έργα μικρότερης κλίμακας, λιγότερο απαιτητικά σε σχέση με τους μεγάλους καμβάδες με τους οποίους είχε συνδεθεί – πράγμα κατανοητό για έναν καλλιτέχνη 93 ετών. Παρ’ όλα αυτά, η αλλαγή ήταν εντυπωσιακή για κάποιον που είχε αφιερώσει 60 χρόνια στη ζωγραφική, όπως δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου με τις φιλοσοφικές του σκέψεις, «The daily practice of painting». Εν τέλει, ο Ρίχτερ απλώς αποστασιοποιήθηκε, ελαχιστοποίησε. Αλλά τι συνέβη πριν από την απόφαση της «απόσυρσής» του;
«Ο Ρίχτερ δεν έλεγε ότι φτιάχνει πίνακες· έλεγε ότι θέλει να δώσει μια εικόνα στον κόσμο. Και το έκανε μέσα από ένα έργο βαθιά στοχαστικό, πνευματικό, αλλά και βαθιά συγκινητικό», σημειώνει η καλλιτεχνική διευθύντρια του ιδρύματος Vuitton, Σουζάν Παζέ.
Το «χρέος» με την ιστορία – Birkenau
Τα τέσσερα μεγάλα έργα του κύκλου «Birkenau», θεωρούμενα από πολλούς ως η κορύφωση της δημιουργικής του πορείας, πιθανότατα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόφασή του να αποσυρθεί. Ο κύκλος «Birkenau» (2014) γεννήθηκε από τέσσερις κρυφές φωτογραφίες των Sonderkommando στο Άουσβιτς. Ο Ρίχτερ τις είδε στο βιβλίο του Ζορζ Ντιντί-Ιμπερμάν, «Images in spite of all: Four photographs from Auschwitz», και ζήτησε να συναντήσει τον συγγραφέα. Στο στούντιό του στην Κολωνία άρχισε μια βαθιά συνομιλία με τις τέσσερις φωτογραφίες και, κατόπιν, μια παραγωγική διαδικασία δύο ετών. Το αποτέλεσμα: τέσσερις μεγάλες αφηρημένες εικόνες, σκοτεινές, αυστηρές, γεμάτες χαράξεις και σημάδια. «Ήταν σαν ένα παλιό χρέος που έπρεπε επιτέλους να εξοφλήσω», είπε αργότερα. Αυτό το μνημειώδες εικαστικό σύνολο δεν είναι, μήπως, μια καλλιτεχνική διαθήκη; Ένα συγκλονιστικό τέλος μιας τεράστιας διαδρομής; Μια τακτοποίηση λογαριασμών, μια αφορμή για κάθαρση; Μήπως το έργο του υπονοεί πως, μετά το Άουσβιτς, η τέχνη δεν μπορεί να συνεχίσει αφελώς (για να θυμηθούμε και τον Αντόρνο); Χρειάζεται μια αυστηρή συνειδητοποίηση της φρίκης για να πάμε μπροστά. Αυτό λέει ο Ρίχτερ, έτσι καταθέτει το χρέος του.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Ένα τραπέζι το 1962
Αν το «Birkenau» αποτελεί το απόγειο της καριέρας του, ποιο ήταν το πρώτο του έργο; «Ένα Τραπέζι» («Tisch», 1962), απαντά χωρίς δισταγμό ο ίδιος, κατατάσσοντάς το στο Νο1 του καταλόγου του έργου του (catalogue raisonné). Ένα καθημερινό αντικείμενο καλυμμένο από ένα θολό γκρίζο νέφος, σαν ο καλλιτέχνης να ήθελε να το σβήσει. Μια συμβολική tabula rasa του παρελθόντος, το πρώτο του έργο μετά τη φυγή του από την Ανατολική Γερμανία στη Δύση.
Ανάμεσα στις δύο αυτές σημαδιακές χρονολογίες (1962-2014) εκτείνεται η μεγάλη αναδρομή που παρουσιάζει το Ιδρυμα Vuitton· μια έκθεση όπου ο επισκέπτης, πέρα από την απόλαυση της άμεσης επαφής με σχεδόν όλα τα εμβληματικά του έργα, ακολουθεί τις υπαρξιακές αναζητήσεις, τις αισθητικές αγωνίες και την ακατάπαυστη έρευνα ενός καλλιτέχνη που αυτοπροσδιορίστηκε πρωτίστως ως «κατασκευαστής εικόνων».
«Ο Ρίχτερ δεν έλεγε ότι φτιάχνει πίνακες· έλεγε ότι θέλει να δώσει μια εικόνα στον κόσμο», σημειώνει η καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Vuitton, Σουζάν Παζέ. «Και το έκανε μέσα από ένα έργο βαθιά στοχαστικό, πνευματικό, αλλά και βαθιά συγκινητικό». Εκείνη ήταν, άλλωστε, που τον παρουσίασε στο κοινό από την αρχή της καριέρας του στο Musée d'Art Moderne de la Ville de Paris.
Ποιος είναι, όμως, ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ;
Ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ γεννήθηκε το 1932 στη Δρέσδη, μια πόλη που ισοπεδώθηκε από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του 1945. Μεγάλωσε σε μια Γερμανία που διαλύθηκε από τον φασισμό και αναδιαμορφώθηκε μέσα από τον κομμουνισμό. Ο Ρίχτερ θυμόταν τη ζωή των παιδικών του χρόνων ως μια ζωή «απλή, τακτική, δομημένη – η μητέρα έπαιζε πιάνο και ο πατέρας έφερνε χρήματα». Ο πατέρας του, βιβλιοπώλης, επιστρατεύεται στον γερμανικό στρατό και αργότερα αιχμαλωτίζεται από τους Αμερικανούς. Οι δύο θείοι του σκοτώνονται στη μάχη, ενώ η θεία του Μαριάνε δολοφονείται από το ναζιστικό καθεστώς. Χάρη στη μητέρα του, καθηγήτρια Μαθηματικών, ο Ρίχτερ εκτέθηκε νωρίς σε έργα των Βελάθκεθ, Άλμπρεχτ Ντίρερ, Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ και Λόβις Κορίντ. Άρχισε να σχεδιάζει από μικρή ηλικία και στα δεκαπέντε του χρόνια παρακολούθησε νυχτερινά μαθήματα ζωγραφικής, ενώ σπούδαζε λογιστικά. Στα δεκαέξι εργάστηκε ως μαθητευόμενος σε επιχείρηση που έφτιαχνε λάβαρα για την κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ). Το 1950, έγινε ζωγράφος σκηνικών στο δημοτικό θέατρο, αλλά απολύθηκε όταν αρνήθηκε να ζωγραφίσει μια τοιχογραφία.
Απορρίφθηκε αρχικά από την Ακαδημία Τεχνών της Δρέσδης και για ένα διάστημα εργάστηκε σε εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας, μέχρι που έγινε δεκτός στην Ακαδημία το 1951. Εκεί ένιωσε από νωρίς ότι το καλλιτεχνικό πλαίσιο δεν ανταποκρινόταν στην εσωτερική του αναζήτηση. Το 1959, μια επίσκεψη στην documenta στο Κάσελ θα τον συγκλονίσει. Έργα των Τζάκσον Πόλοκ και Λούτσιο Φοντάνα (ο πρώτος αφήνοντας το χρώμα να ρέει στον καμβά, ο δεύτερος σκίζοντάς τον με αποφασιστική χειρονομία) τον πείθουν ότι πρέπει να φύγει από την Ανατολική Γερμανία, παρά την απαγόρευση. Περνάει από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο τον Φεβρουάριο του 1961, λίγους μόλις μήνες προτού ανεγερθεί το Τείχος. Εγκαθίσταται τελικά στο Ντίσελντορφ, ακολουθώντας τη συμβουλή του φίλου του γλύπτη Ράινχαρντ Γκράνερ. Ο Ρίχτερ δεν θα ξαναδεί ποτέ την οικογένειά του.
Στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ (που το 1961 προσφέρει ακαδημαϊκή θέση καθηγητή στον Γιόζεφ Μπόις) βρίσκει νέους συνεργάτες: τον γκαλερίστα Κόνραντ Φίσερ και τους καλλιτέχνες Ζίγκμαρ Πόλκε, Μπλίνκι Παλέρμο, Μάνφρεντ Κούτνερ, Βολφ Βόστελ και Κόνραντ Λουγκ. Μαζί δημιουργούν μια γερμανική εκδοχή της pop art, τον λεγόμενο «καπιταλιστικό ρεαλισμό», και οργανώνουν performative δράσεις που ανατρέπουν την ιδέα και τους κανόνες της έκθεσης.
Σταθμοί σε μια μεγάλη διαδρομή
Ο καπιταλιστικός ρεαλισμός δεν ήταν «κίνημα» αλλά μια σειρά από συνεργασίες που σατίριζαν ταυτόχρονα την καταναλωτική ευφορία της Δυτικής Γερμανίας, την αμερικανική πολιτιστική κυριαρχία, και τη συλλογική αμνησία σχετικά με το ναζιστικό παρελθόν. Το 1963, στην έκθεση «Living with pop: A demonstration for capitalist realism», που πραγματοποιήθηκε στην έκθεση επίπλων Berges στο Ντίσελντορφ, ο Ρίχτερ και ο Λουγκ κρέμασαν τα έργα τους δίπλα σε έπιπλα που παρουσιάζονταν επάνω σε βάθρα, ενώ παρουσιάστηκαν και οι ίδιοι στην έκθεση ως έργα τέχνης – ο Ρίχτερ ξαπλωμένος επάνω σε καναπέ σαν γλυπτό.
«Θολώνω για να αλληλεπιδράσουν, να διυλιστούν όλα τα στοιχεία».\
Την ίδια εποχή, ο Ρίχτερ βρίσκει το ιδίωμά του στον συνδυασμό φωτογραφίας και ζωγραφικής. Μεταφέρει φωτογραφίες στον καμβά (φωτοζωγραφική), αναπαράγει πιστά τα αντικείμενα και στη συνέχεια τα «θολώνει», τα διαλύει, τα παραμορφώνει, έως ότου σχεδόν σβήσουν, για να μπορέσει να τα ξαναεφεύρει. Αυτό δημιουργεί μια αίσθηση ανάμνησης, μια ψυχολογική απόσταση, αλλά και μια τεχνητή τελειότητα που παραπέμπει σε μηχανική εικόνα. Η πραγματικότητα περνά από φίλτρα. Αλλά παραμένει πραγματικότητα, έτσι δεν είναι;
Το 1964 ανοίγει το οικογενειακό άλμπουμ που πήρε μαζί του όταν έφυγε και ζωγραφίζει μια σειρά πορτρέτων, γλυκές στιγμές με τους γονείς και την αδελφή του, αλλά και πολλά έργα που είναι πιο φορτισμένα, όπως εκείνα του «Θείου Ρούντι» («Onkel Rudi», 1965), στρατιώτη της Βέρμαχτ, και της «Θείας Μαριάνε» («Tante Marianne», 1965), μιας γυναίκας με σχιζοφρένεια που δολοφονήθηκε το 1945 στο πλαίσιο του ναζιστικού προγράμματος ευγονικής, το οποίο αποσκοπούσε στην «καθαρότητα της φυλής». Ο Ρίχτερ χρησιμοποιεί την ιστορία του (και της οικογένειάς του) στην τέχνη του, όχι για να παραγάγει νέες εικόνες αλλά για να στοχαστεί επάνω στο παρελθόν. Πόσο πανανθρώπινο είναι αυτό!
«Όλα στο έργο του Ρίχτερ τείνουν προς την αμφισημία»
H σειρά «Atlas», από τη δεκαετία του 1960, συγκεντρώνει χιλιάδες φωτογραφίες, αποκόμματα, σκίτσα και σημειώσεις. Αποτελεί ένα είδος «χρονολογικού χάρτη» της δημιουργικής του διαδικασίας. Αργότερα, συνεχίζει με τη «δική» του οικογένεια αποτυπώνοντας φωτογραφίες των προσώπων που αγαπά: την «Έμα γυμνή στη σκάλα» («Ema-Akt auf einer Treppe», 1966 – ένας διάλογος με τον Ντισάν) και την κόρη του «Μπέτυ» («Betty») σε δύο εμβληματικά πορτρέτα (1977, 1988). Σε αντίθεση με το κλασικό πορτρέτο, το μοντέλο στρέφει το κεφάλι του μακριά, το πρόσωπό του ξεφεύγει από το βλέμμα του θεατή. Η τρίχα, τα υφάσματα, τα μοτίβα αποδίδονται με φωτορεαλιστική ακρίβεια. Η κόρη του κοιτάει αλλού – στο μέλλον; Βλέπει τη δική της ζωή;
Στο «Seestück (bewölkt)» (1969) δημιουργεί φυσικά τοπία που ανταγωνίζονται τον Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ. Παράλληλα, ξεκινά τις γιγαντιαίες χρωματικές «παλέτες»: το «1024 Farben» (1966) και αργότερα τη σειρά «Strip» (2010), ψηφιακής παραγωγής, όπου το βλέμμα ψάχνει απεγνωσμένα σημείο αναφοράς.
Στα αφαιρετικά έργα του –σύννεφα, θαλασσινά τοπία, νεκρές φύσεις– όλα ξεκινούν από μια εικόνα που ο καλλιτέχνης επεξεργάζεται μέχρι να αποδώσει την αρχική του συγκίνηση. Απλότητα, μεγαλείο – η καθημερινή αληθινή ζωή. Τα χρωματικά «πλέγματά» του συνυπάρχουν με μονοχρωμίες και καμβάδες που αναδεικνύουν την εκφραστική χειρονομία. Η ελευθερία, η χειρονομία και η γεωμετρία δεν είναι αντιφατικές· συνυπάρχουν μέσα σε ένα και μόνο έργο.
O Ρίχτερ δεν εγκαταλείπει ποτέ την αναφορά στους μεγάλους δασκάλους (Βερμέερ, Τιτσιάνο) ούτε τη συνεχή διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στη ζωγραφική και τη «μηχανική εικόνα». Συχνά φωτογραφίζει ο ίδιος και μερικές φορές ζωγραφίζει επάνω στις φωτογραφίες του. Φωτογραφίζει επίσης τα δικά του έργα και τα εκδίδει. Ο Ρίχτερ κινήθηκε εξίσου δυναμικά προς την αφαίρεση, χρησιμοποιώντας χρωματικές «κάρτες» (colour charts), υπερφωτορεαλιστικά γκρι μοτίβα ή αλλεπάλληλες στρώσεις μπογιάς με σπάτουλα (squeegee), μια τολμηρή τεχνική που έγινε εμβληματική. Από την άλλη, η γλυπτική του, κυρίως με χρήση υαλοπινάκων, διερευνά την αντίληψη, την αντανάκλαση, την οπτική αστάθεια.
Ο Ρίχτερ χρειάζεται μερικές φορές χρόνια για να ολοκληρώσει ένα θέμα. Το 1988 δημιουργεί τον κύκλο «18 October 1977» για τη RAF (Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ) όπου 15 γκρίζοι, θολωμένοι πίνακες αποτυπώνουν συλλήψεις και θανάτους. Με την ίδια αυστηρή προσήλωση, το 2005 ζωγραφίζει το «September», μια σχεδόν αφαιρετική αποτύπωση της κατάρρευσης των Δίδυμων Πύργων, μια εικόνα που τον απασχολούσε για χρόνια (το «September» αναφέρεται και στην ιστορία του Ντον Ντελίλο «Baader-Meinhof»). Στο «Birkenau», που αναφέραμε νωρίτερα, ο Ρίχτερ καλύπτει τις εικόνες κάτω από στρώσεις χρώματος, εκφράζοντας την αδυναμία αναπαράστασης, την ανάγκη μαρτυρίας και την ηθική βαρύτητα της μνήμης.
Το 1997 τιμάται με Χρυσό Λέοντα στην Μπιενάλε της Βενετίας. Στις αρχές του 2000 ξεκινά μια νέα σειρά έργων εμπνευσμένων από επιστημονικές απεικονίσεις μορίων σε μικροσκόπιο και το 2007 δημιουργεί ένα μεγάλο βιτρό για τον Καθεδρικό της Κολωνίας (Kölner Domfenster).
Επιστρέφοντας στην απόφασή του να αποσυρθεί: τι σημαίνει για έναν καλλιτέχνη να δηλώνει, όπως έκανε ο Ρίχτερ, ότι το ζωγραφικό του έργο είναι «ολοκληρωμένο»; Σημαίνει μήπως ότι μπορούμε να εντοπίσουμε μια αρχή και ένα τέλος, με μια υπαινισσόμενη διαδρομή, μια πορεία που μπορεί επιτέλους να τη δει κανείς συνολικά;
Γιατί είναι ίσως ο σημαντικότερος καλλιτέχνης της εποχής μας
«Δεν υπακούω σε καμία πρόθεση, κανένα σύστημα, καμία τάση· δεν έχω πρόγραμμα, ούτε στυλ, ούτε αξιώσεις. Μου αρέσει η αβεβαιότητα, το άπειρο και η μόνιμη ανασφάλεια»
Τα μόνα σταθερά στοιχεία στο έργο του είναι η αλλαγή, η αδιάκοπη περιέργεια και, ίσως περισσότερο από όλα, ένα επίμονο ερώτημα: τι είναι η εικόνα; Αυτή η πολυμορφία θα μπορούσε να εκληφθεί ως έκφραση μιας βαθιάς καχυποψίας προς κάθε ενιαία αισθητική στρατηγική, κάτι που έκανε πολλούς να εκφράσουν την άποψη ότι τα έργα του μοιάζουν σαν να έχουν δημιουργηθεί από διαφορετικούς καλλιτέχνες. Ωστόσο, ο Ρίχτερ κατάφερε το παράδοξο: να δημιουργήσει μια υπογραφή ακριβώς μέσα από την πολλαπλότητα. Το τελικό, στοχαστικό σύνολο χαρακτηρίστηκε από ορισμένους «ψυχρό» και «απόμακρο». Αλλά αυτό αγνοεί το κεντρικό μήνυμα του Ρίχτερ, ότι το συναίσθημα είναι ευάλωτο στις αναισθητικές συνέπειες του ιστορικού τραύματος – κάτι που με τη σειρά του θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την αποτελεσματικότητα της τέχνης. «Oι πίνακές μου είναι σοφότεροι από εμένα», έχει δηλώσει ο Ρίχτερ. Πράγματι, το έργο του συμπύκνωσε, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, τη μεταπολεμική εποχή, τη διαλεκτική μεταξύ βίας και πολιτισμού που χαρακτήρισε τον 20ό αιώνα. Ο Ρίχτερ είναι σημαντικός γιατί εξέφρασε με εντιμότητα το τραύμα και την αμφισημία του 20ού αιώνα και τις καταστροφικές συνέπειες της ιδεολογίας πάνω στην τέχνη. Ζωγράφισε ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί ευθέως: τη θολή μνήμη, την ενοχή, το βάρος της Ιστορίας, την αδυναμία της καθαρής αναπαράστασης. Μετενσάρκωσε τη σχέση της Γερμανίας με το παρελθόν της. Αναρωτήθηκε τι μπορεί να κάνει ένας ζωγράφος μπροστά στο Άουσβιτς, μπροστά στους Δίδυμους Πύργους. Και στα «Birkenau» και «September» απάντησε: μπορούμε μόνο να δείξουμε την αδυναμία της εικόνας να δείξει.
Την ίδια στιγμή, υπήρξε πρωτοπόρος στη διερεύνηση του φωτογραφικού βλέμματος. Δεν ζωγράφιζε από τη ζωή· ζωγράφιζε από την εικόνα. Αυτό του επέτρεψε να εξετάσει μια καίρια σύγχρονη συνθήκη, τη δυσπιστία μας απέναντι σε ό,τι βλέπουμε. Γιατί κανείς άλλος δεν συνέλαβε με τόση καθαρότητα τη ρήξη ανάμεσα σε πραγματικότητα και αναπαράσταση. Γιατί κάθε του έργο είναι μια φιλοσοφική θέση. Γιατί κατάφερε να ενσωματώσει το τραύμα χωρίς μελοδραματισμό και την ομορφιά χωρίς ευκολίες. Γιατί η τέχνη του μιλάει τόσο στο συναίσθημα όσο και στη διανοητική αναζήτηση. Ο Ρίχτερ είναι ίσως ο πιο πολυσυλλεκτικός ζωγράφος της εποχής μας. Το έργο του αγγίζει εκατοντάδες στυλ, τεχνικές και υλικά. Αυτή η διαρκής μετατόπιση δεν είναι αστάθεια αλλά η δύναμή του, η μέθοδός του. Δεν θέλει να εγκλωβιστεί σε κανένα ύφος γιατί θεωρεί ότι κάθε ύφος, από μόνο του, ψεύδεται. Δείχνει περιέργεια, αβεβαιότητα, γιατί προσπαθεί να δει κάτω από την επιφάνεια, γιατί ξύνει πληγές, γιατί παίζει και εφευρίσκει, γιατί μας θυμίζει ότι η πραγματικότητα θέλει ψάξιμο. Και, πάνω από όλα, γιατί η πορεία του αποδεικνύει ότι η ζωγραφική όχι μόνο δεν πέθανε στον 20ό αιώνα, αλλά αναγεννήθηκε μέσα από την αυτοαμφισβήτηση.
Τι είπε για την τέχνη του
«Δεν έχω στυλ. Το στυλ είναι ένα είδος φυλακής»
«Οι πίνακές μου είναι σοφότεροι από εμένα»
«Ζωγραφίζω για να βρω μια εικόνα που δεν ξέρω ακόμη»
«Η εικόνα είναι ένα μυστήριο. Ποτέ δεν την καταλαβαίνεις πλήρως»
«Το θόλωμα κάνει την εικόνα πιο αληθινή, γιατί μοιάζει με μνήμη»
Γιατί προτιμώ το φωτοζωγραφικό έργο του
Από όλα τα στάδια του Ρίχτερ, εκείνο που με συγκινεί βαθύτερα είναι το φωτοζωγραφικό έργο του. Δεν είναι απλώς τεχνικά άψογο, είναι επίσης υπαρξιακά στοχαστικό. Η φωτογραφία λειτουργεί ως απόδειξη, ως τεκμήριο, ως ίχνος. Όμως, όταν ο Ρίχτερ τη ζωγραφίζει, κάτι σαρωτικό συμβαίνει. Η εικόνα χάνει την αθωότητά της. Η «αλήθεια» της εν μέρει αμφισβητείται. Το θόλωμα, ο κόκκος, η απόσταση που δημιουργεί μεταξύ θεατή και θέματος μετατρέπουν την εικόνα σε ερώτημα. Αυτό το ερώτημα είναι ο λόγος για τον οποίο ο Ρίχτερ παραμένει τόσο συναρπαστικός, δεν μας επιτρέπει να ξεχάσουμε ότι κάθε εικόνα –φωτογραφική ή ζωγραφική– είναι μια κατασκευή. Και, άρα, η σχέση μας με την πραγματικότητα είναι πάντοτε έμμεση (διαμεσολαβητική).
Αγαπώ το φωτοζωγραφικό έργο του γιατί βλέπω σε αυτό έναν καλλιτέχνη που αναμετριέται με την εποχή της εικόνας προτού ακόμη αυτή εκραγεί πλήρως με την ψηφιακή τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη. Προσωπικά, βλέπω έναν καλλιτέχνη που αναρωτιέται όχι «τι βλέπω» αλλά «πώς και γιατί βλέπω έτσι». Και αυτό το ερώτημα, «τι είναι μια εικόνα;», είναι ίσως το πιο επίκαιρο ερώτημα της εποχής μας.
Τα πιο αγαπημένα μου έργα του Ρίχτερ
Ο Ρίχτερ εκπροσώπησε τη Γερμανία στην 36η Μπιενάλε της Βενετίας το 1972. Εκεί παρουσίασε 48 ασπρόμαυρα πορτρέτα διανοουμένων. Ο Ρίχτερ αγόρασε από εκεί μια καρτ-ποστάλ με τον πίνακα του Τιτσιάνο «Annunciation» (1488/90–1576, Scuola Grande di San Rocco, Βενετία). Επιστρέφοντας στη Γερμανία, δημιούργησε το 1973 πέντε αντίγραφα του αριστουργήματος του Τιτσιάνο σε προοδευτικά όλο και πιο θολές εκδοχές. «Δεν είναι δυνατόν να ζωγραφίσει κανείς έναν Τιτσιάνο στο σπίτι, οπότε κάνει αυτό και καταστρέφει την εικόνα. Είναι, ταυτόχρονα, μια αναγνώριση ενός ιστορικού έργου, ενώ δείχνει πόσο μακριά βρίσκεται ο ίδιος από αυτό», όπως λέει ο Ντίτερ Σβαρτς (πρώην διευθυντής του Zurich Kunstmuseum), ο οποίος μαζί με τον Νίκολας Σερότα (πρώην διευθυντής της Tate Modern) είναι οι επιμελητές της έκθεσης στη Fondation Louis Vuitton. Τα «Annunciation after Titian» (Verkündigung nach Tizian) είναι τα αγαπημένα μου έργα.
Μαζί, επίσης, το έργο «Reader» (Lesende, 1994), μια άμεση αναφορά στον Βερμέερ, ένα συγκινητικό οικείο πορτρέτο όπου ο Ρίχτερ αποτυπώνει στον καμβά τη συγκίνηση που νιώθει βλέποντας τη σύντροφό του, τη ζωγράφο Σαμπίνε Μόριτς, να διαβάζει.
Η έκθεση στη Fondation Louis Vuitton
Στο Παρίσι, η Fondation Louis Vuitton παρουσιάζει μία από τις σημαντικότερες εκθέσεις της διετίας 2025-2026, μια εκτενή αναδρομική στον Ρίχτερ, μια μοναδική ευκαιρία να αναμετρηθεί κανείς με τα όρια της εικόνας, της μνήμης και της ιστορίας. Η έκθεση ξετυλίγεται σε όλες τις αίθουσες και περιλαμβάνει 275 έργα όλων των μέσων, πίνακες, σχέδια, γλυπτικές εγκαταστάσεις, φωτογραφικές αναφορές και σελίδες από το περίφημο «Atlas».
Η εμπειρία της έκθεσης είναι αποκαλυπτική όχι μόνο λόγω της έκτασης και του βαθμού επιμέλειας αλλά γιατί ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει βήμα προς βήμα τον τρόπο με τον οποίο ο Ρίχτερ αντιμετωπίζει, αμφισβητεί και τελικά αναδιαμορφώνει την έννοια της «εικόνας». Από τις αναπαραστάσεις με βάση φωτογραφίες του οικογενειακού άλμπουμ μέχρι τους τεράστιους αφαιρετικούς καμβάδες που μοιάζουν με χρωματικές θύελλες, η έκθεση αποκαλύπτει έναν καλλιτέχνη που δεν σταμάτησε ποτέ να πειραματίζεται, να διασκεδάζει και να αναρωτιέται.
Η διάταξη των έργων επιτρέπει μια καθαρή χρονολογική και θεματική ανάγνωση.
Η Fondation Louis Vuitton δεν παρουσιάζει απλώς μια αναδρομή. Παρουσιάζει το πορτρέτο μιας ολόκληρης καλλιτεχνικής εποχής, σε μεγάλο βαθμό διαμορφωμένης από τον ίδιο τον Ρίχτερ. Και αυτή η επιμέλεια αναδεικνύει κάτι πολύ σημαντικό: το ότι ο καλλιτέχνης αυτός δεν εκπροσωπεί ένα στυλ, αλλά μια διαρκή διερώτηση. Μια συνεχή επιστροφή στο ερώτημα: τι είναι η εικόνα; Πώς διαμεσολαβεί την πραγματικότητα; Και τι σχέση έχουμε εμείς με αυτήν;
Σήμερα, στα 93 του χρόνια, ο Ρίχτερ παραμένει μια σχεδόν μυθική μορφή, μια συνείδηση της τέχνης που κατανοεί ότι η εικόνα είναι πάντοτε ένα ασταθές προϊόν μνήμης, συναισθήματος και ψευδαίσθησης. Ο «κατασκευαστής εικόνων» έχει πλέον κερδίσει τη θέση του δίπλα στους μεγάλους, τον Γκόγια, τον Πικάσο, καλλιτέχνες που δεν δίστασαν να αναμετρηθούν με την ίδια την Ιστορία. Τελικά, η τέχνη του Ρίχτερ δεν είναι άνετη. Δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, παρά μόνο την επίμονη πεποίθηση ότι κάθε εικόνα είναι ένα μυστήριο τυλιγμένο σε στρώματα ιστορίας, συναισθήματος και αντίληψης. Και ίσως γι’ αυτό, σε αυτήν τη σκληρή και αδιάκοπη εποχή των εικόνων, τα έργα του παραμένουν βαθιά επίκαιρα – επειδή μας θυμίζουν πως η ίδια η πραγματικότητα είναι συχνά θολή.
O Νικόλαος X. Αντωνίου ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες ως σύμβουλος επικοινωνίας εδώ και 26 χρόνια. Παράλληλα είναι καλλιτέχνης και συλλέκτης τέχνης.
Μερικές πηγές
https://press.uchicago.edu/ucp/books/book/chicago/I/bo5907594.html
https://www.prospectmagazine.co.uk/culture/67809/how-gerhard-richter-found-the-future-in-dusseldorf
https://www.fondationlouisvuitton.fr/en/events/gerhard-richter-exhibition
https://www.beauxarts.com/produit/gerhard-richter/
https://www.gerhard-richter.com/en
https://www.moma.org/artists/4907-gerhard-richter
https://news.artnet.com/art-world/gerhard-richter-fondation-louis-vuitton-paris-2713209
https://www.kunstforum.de/nachrichten/koeln-neupraesentation-der-gerhard-richter-portraets/
https://channel.louisiana.dk/video/gerhard-richter-art-we-find-beauty-and-comfort
https://www.youtube.com/@GerhardRichterVideos