Στον κύριο Διονύση Φωτόπουλο
Χάρη στην αγάπη του Γιάννη Τσαρούχη, αγάπη θαυμαστική και ανυπόκριτη και άδολη που ξεπερνάει τα φύλα, τον χρόνο και τον θάνατο, και χάρη στο εμμονικό πάθος του Ερρίκου Σοφρά που τη συνάντησε στο Παρίσι και συλλέγει έργα της εδώ και είκοσι πέντε χρόνια, η σκηνογράφος και ζωγράφος Λίλα Ντε Νόμπιλι (1916-2002) έχει γίνει οικεία στον ελληνικό χώρο. Δεν θα σταθούμε στις λεπτομέρειες της ζωής της. Αυτή η κομψότατη –έτσι τη θέλουν οι φωτογραφίες των νιάτων της– απόγονος αριστοκρατικής οικογένειας έμενε στο τέλος του βίου της στον πέμπτο όροφο ενός διαμερίσματος στον αριθμό 16 της οδού Ντε Βερνέιγ στο Παρίσι, σε δύο δωμάτια, που το ένα χρησιμοποιούσε για σπίτι και το άλλο για εργαστήριο – περισσότερο σοφίτα παρά διαμέρισμα, από αυτά που αρχικά προορίζονταν για δωμάτια υπηρεσίας, με εμφανείς δοκούς στην κεκλιμένη τους οροφή. Σε τέτοια δωμάτια βάζει ο Πουτσίνι τη Μιμή να κινείται στην «La Bohème»: Ampia finestra dalla quale si scorge una distesa di tetti coperti di neve. A destra un camino. Una tavola, un letto, quattro sedie, un cavaletto da pittore con una tela sbozzata: libri sparsi, molti fasci di carte (Μεγάλο παράθυρο απ’ όπου φαίνεται έκταση από χιονοσκεπασμένες στέγες. Στα δεξιά ένα τζάκι. Ένα τραπέζι, ένα κρεβάτι, τέσσερις καρέκλες, ένα καβαλέτο ζωγράφου με ένα μισοτελειωμένο έργο: σκόρπια βιβλία, πολλά χειρόγραφα).
Ούτε θα σταθούμε στα όσα απόκρυφα μα αληθινά συνέβαιναν τότε: το δωμάτιο-σπίτι ανέδιδε μια μυρωδιά γατίλας από τα πάμπολλα αδέσποτα μα ευγενικά αιλουροειδή που περιμάζευε από τους δρόμους του Παρισιού. Η ίδια είχε όψη ζητιάνας, άβαφη και απεριποίητη, και κυκλοφορούσε με φθαρμένα ρούχα και ένα ψάθινο καλαθάκι αντί για τσάντα, σαν μια διά ζωγραφικής σαλή. Η περιβολή της ήταν τόσο ταπεινή ώστε όταν πήγαινε για υποθέσεις της στην Opéra Garnier, οι φύλακες την έδιωχναν. Πουλούσε έργα της και από τα έσοδα βοηθούσε κρυφά τους αναξιοπαθούντες. Αίφνης θα μπορούσε να τη βρει κανένας μέσα στο τρένο να πηγαινοέρχεται αστραπή Παρίσι-Μιλάνο για να παρασταθεί σε κάποιον ψυχορραγούντα οροθετικό ασθενή μέσα σε έναν σκοτεινό και κρύο θάλαμο νοσοκομείου την εποχή της θανατηφόρας επιδημίας του ιού. Αλλά όλα αυτά ας παραμείνουν κρυφά και ας είναι η μνήμη της αιωνία, όχι στους αχάριστους και επιλήσμονες ανθρώπους, αλλά σε Εκείνον που τίποτα δεν ξεχνά και όλα τα βλέπει.
Η Ντε Νόμπιλι αποφεύγει συστηματικά τη σχολαστική ακρίβεια στην αναπαράσταση των μορφών και με χειρονομιακή ελευθερία αποδίδει την ουσία, τη ζωντάνια και την έκφραση του προσώπου.
Μετά την έκθεση του Μουσείου Μπενάκη «Lila de Nobili - Γιάννης Τσαρούχης: Μία συνάντηση» (2002), η έκθεση της συλλογής του Ερρίκου Σοφρά «Lila de Nobili. Υλικά Ονείρων» (Ίδρυμα «Η άλλη Αρκαδία», 10/12/2025-20/2/2025) αποκαλύπτει στο ευρύτερο κοινό όχι μόνο τη μεγάλη σκηνογράφο αλλά κυρίως τη σπουδαία –και ακατάτακτη εισέτι– ζωγράφο. Από την κομβική αυτή έκθεση θα απομονώσουμε ένα τετράπτυχο παραβάν και θα το αναλύσουμε. Το έργο ανήκε άλλοτε στη συλλογή του Ζαν-Πιερ Ζιροντού, γιου του περίφημου δραματουργού Ζαν Ζιροντού, πιθανότατα αγορασμένο από τη μοναδική ατομική έκθεση της Ντε Νόμπιλι το 1951 στο Παρίσι.
Μπροστά στον θεατή εκτυλίσσεται ονειρική σκηνή με νύμφες και ξωτικά σε ένα βαθύσκιωτο, πυκνό, απρόσιτο και άγριο δάσος, μια selva oscura. Οι βασικές τέσσερις μορφές αντιστοιχούν σε καθένα από τα φύλλα του παραβάν με παραδειγματική –και ευφυή συνθετικά– τοποθέτησή τους σε κάθε τμήμα του. Η Ντε Νόμπιλι αποφεύγει συστηματικά (όχι μόνο εδώ αλλά και στο σύνολο του έργου της) τη σχολαστική ακρίβεια στην αναπαράσταση των μορφών και με χειρονομιακή ελευθερία αποδίδει την ουσία, τη ζωντάνια και την έκφραση του προσώπου τους. Τα φωτισμένα μέλη σε όλες τις φιγούρες αναδύονται μέσα από χώρο άλλοτε υποφωτισμένο και άλλοτε σκοτεινό, χωρίς να έχουν υποχρεωθεί στην τήρηση των τυπικών κανόνων του σκιοφωτισμού, και υπακούν μόνο στις συγκεκριμένες συνθετικές απαιτήσεις του έργου.
Στο πρώτο φύλλο, διαβάζοντας το έργο από τα αριστερά προς τα δεξιά, νεαρό κορίτσι κινείται σχεδόν χορευτικά εμπρός και αριστερά, ενώ στρέφει το κεφάλι του προς τα δεξιά και εκτείνει το σώμα του για να ατενίσει με μειδίαμα την ψηλότερη, ανδρόγυνη μορφή στο παράπλευρο φύλλο του παραβάν. Αυτή κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά γέρνει προς τα εμπρός. Οι βασικοί άξονες και των δύο συγκλίνουν σε νοητή κορυφή πάνω και έξω από τον ζωγραφικό χώρο και έτσι επιτρέπουν στο μάτι του θεατή να συλλάβει τον ενδιάμεσο ρομβοειδή χώρο.
Όπως σε όλη τη μεγάλη ζωγραφική, οι κανόνες των αντιθέσεων υπάρχουν εδώ με τρόπο κρυφό. Το κορίτσι προβάλλει την μπαλαρίνα του δεξιού της ποδιού, ενώ η ανδρόγυνη μορφή προβάλλει γυμνό το αριστερό της πόδι. Το χέρι του κοριτσιού πάλι απλώνεται γυμνό και μόνο στο κάτω μέρος του φορά κοντό πράσινο γάντι, ενώ η ανδρόγυνη φιγούρα φορά μακρύ αραχνοΰφαντο γάντι στολισμένο με φύλλα κισσού και ταυτόχρονα τραβά προς τα κάτω το πάνω μέρος του φορέματος. Έτσι αποκαλύπτει τη γύμνια του στήθους, του κορμού, του ώμου, αλλά όμως ο θεατής περισσότερο τα μαντεύει παρά τα διακρίνει ευκρινώς, αφού αυτό πράττει ζωγραφικά συνέχεια η Ντε Νόμπιλι: υπαινίσσεται αντί να αναπαριστά πιστά και νατουραλιστικά.
Το κορίτσι έχει ξέπλεκα τα μακριά, χρυσά, ξανθά μαλλιά του και αυτά στεφανώνουν το σχεδόν κατάλευκο, φωτισμένο, κουκλίστικο, αγγελικό πρόσωπό του. Στο πάνω μέρος του κεφαλιού φορά κάτι σαν διάφανο καπέλο με επίστεψη μια ημισέληνο (είναι το σύμβολο της θεάς Αρτέμιδος) με τα άκρα της δίκην κεράτων στραμμένα προς τα πάνω, ενώ λίγο παραπάνω εξέχει σκοτεινό και δυσδιάκριτο ένα ζωόμορφο πρόσωπο (φαύνος; γάιδαρος; άλλο;). Αντιθέτως, ακόμα μια φορά, η ανδρόγυνη μορφή έχει μαζεμένα τα πλούσια καστανοκόκκινα μαλλιά της, σε χαλαρό κότσο, στην κορυφή του κεφαλιού. Η μορφή φοράει στο πλάι της κεφαλής μεγάλο πράσινο καπέλο με πυκνό γερτό λευκό φτερό και στην κορυφή του κεφαλιού καρφώνεται λαμπερό στολίδι άλλη ημισέληνος.
Το ανάλαφρο δαντελωτό μαντίλι στον λαιμό που κυματίζει προς τα δεξιά και πάνω υποδεικνύει την ξαφνική κίνηση της ανδρόγυνης μορφής, αλλά το μείζον εδώ είναι η απόδοση και έκφραση των χαρακτηριστικών της. Πρόκειται για εξαιρετικά δύσκολη ζωγραφικά απεικόνιση ενός ανεπαίσθητου, γεμάτου κρυφή αυτοπεποίθηση μειδιάματος σε συνάρτηση με την πονηρή, σκαμπρόζικη χροιά των ματιών που περιμένει, σχεδόν σίγουρη, για το αποτέλεσμα της αποκάλυψης προς τον κρυμμένο νεαρό θαυμαστή ή υποτακτικό της που παραμονεύει πίσω από τις φυλλωσιές στο τελευταίο φύλλο του παραβάν. Τα βλέμματά τους συναντώνται νοητά και παρέχουν στον θεατή μια σκόπιμη ένταση μαγνητισμού, γοητείας, έλξης και συνάφειας.
Στο ενδιάμεσο τρίτο τμήμα αφήνεται στο πάνω μέρος ελεύθερος χώρος με απόμακρη απεικόνιση λεπτομέρειας ενός αρχοντικού με μεγάλη σκάλα (που στολίζεται εκατέρωθεν με άγαλμα καθιστού λιονταριού αριστερά και προτομής στα δεξιά), ενώ οδηγεί ψηλότερα σε μεγάλη τζαμαρία. Όλα αυτά εντελώς πειστικά φτιαγμένα με ελάχιστες πινελιές σε πράσινο ξέφωτο. Το κάτω μέρος καταλαμβάνει, για την ισορροπία της συνολικής σύνθεσης του έργου, ένα αινιγματικό, καθισμένο κατάχαμα, παράξενο παιδάκι με κατακόκκινα σκαρπίνια, σκουρόχρωμο ρούχο μαζεμένο ψηλά να αφήνει γυμνά τα λευκά ποδαράκια – έτσι η Ντε Νόμπιλι δίνει προοπτική κατεύθυνση βάθους στο έργο. Κόκκινα στολίδια διακοσμούν το ρούχο του στις μανσέτες, φιογκάκια στα μαλλιά και στο καπέλο με την ημισέληνο και εδώ. Κάποιο φασματικό πρόσωπο με καπέλο αμέσως στα δεξιά τρομάζει το παιδί και αυτό φωνάζει και στρέφει το δεξί χεράκι προς τα αριστερά στην προσπάθεια να το αποφύγει. Είναι μια ομολογουμένως απρόσμενη συνθετική λύση και μάλλον υπαγορεύεται από σκηνή θεατρικού έργου (αλλά περισσότερα γι' αυτό στο τέλος).
Ας γυρίσουμε στο τελευταίο τμήμα του παραβάν – το πιο αφαιρετικό. Το πρόσωπο του νεανία, με την εύγλωττη έκφραση και κίνηση να κρυφοκοιτάζει τις αιθέριες παρουσίες της σύνθεσης, η στάση του με τα γαντοφορεμένα λευκά χέρια (το δεξί του χέρι βρίσκεται στο τρίτο φύλλο του παραβάν), το κεφάλι με την υπόνοια της ημισελήνου και εδώ, όλα τα παραπάνω, και ιδιαίτερα η θέση των χεριών, θυμίζουν επίκληση ή ξόρκι ή μαγγανεία. Στο κάτω μέρος, σκοτεινό στοιχείο ανοιγμένο σε οριζόντια ανάπτυξη (είναι άραγε τα φτερά μιας νυχτερίδας;) δίνει μια νότα φόβου και αγωνίας για την εξέλιξη του ξαφνικού συναπαντήματος και υποδηλώνει τη νυχτερινή ώρα της εικόνας, τα «περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μας τη ζωή».
Χρωματικά, η σύνθεση έχει ζωγραφιστεί με λιτότητα και θαυμαστή αρμονία, ολόκληρη υπαγορευμένη από την προσωπική γκάμα της Ντε Νόμπιλι. Είναι ουσιαστικά μια συμφωνία γήινων καφέ, κόκκινων, πράσινων, γκρίζων και ελάχιστων φωτεινών τόνων που παίζουν με τα σπασμένα λευκά και μπεζ. Η δημιουργός καταφέρνει με απόλυτη επιτυχία να μεταφέρει τη σκηνή του πυκνού δάσους χωρίς να απεικονίσει ούτε ένα δέντρο ή θάμνο (!), αλλά με τις χειρονομιακές πινελιές της υποβάλλει όχι μόνο την ατμόσφαιρα αλλά και την υγρασία ακόμα του ανήλιαγου εδάφους.
Για το τέλος θα αποτολμήσουμε μια σύντομη ερμηνεία της σκηνής. Πιθανότατα, πρόκειται για απεικόνιση της πρώτης σκηνής από τη Δεύτερη Πράξη του «Ονείρου Θερινής Νυκτός» του Σαίξπηρ με τη διαμάχη του Όμπερον και της Τιτάνιας στο δάσος έξω από την Αθήνα, θέμα αγαπητό στην τέχνη του Ρομαντισμού – ο δε Ρομαντισμός λίαν αγαπητός στην Ντε Νόμπιλι. Η Βασίλισσα και ο Βασιλιάς των Ξωτικών βρίσκονται κατά σειρά στο πρώτο και δεύτερο φύλλο του τετράπτυχου από τα αριστερά προς τα δεξιά και στη συνέχεια το νεραϊδοπαίδι και ο Πουκ στο τρίτο και τέταρτο φύλλο. Τα συμπαρομαρτούντα της ζωγραφικής σύνθεσης (ημισέληνοι για τους ακολούθους της Αρτέμιδος, η υπόμνηση της κεφαλής του γαϊδάρου στο πρώτο φύλλο πάνω από την Τιτάνια σαν προ-όραση του παροδικού της έρωτα για τον μεταμορφωμένο Σαΐτη στην Τρίτη Πράξη) σε συνδυασμό με τα συμφραζόμενα της υπόθεσης του «Ονείρου Θερινής Νυκτός» (αλλά αυτά πρέπει να τα ανακαλέσει ο αναγνώστης μόνος του) οδηγούν σε μια εικόνα αισθησιακού παγανισμού συμβατού με την κωμωδία του μεγάλου βάρδου.
Θα μπορούσαμε να πούμε ακόμα πολλά για το τετράπτυχο αυτό της Λίλα Ντε Νόμπιλι: για το πώς τα κόκκινα παπούτσια του νεραϊδοπαιδιού ίσως να είναι ανάμνηση από το ομώνυμο κινηματογραφικό έργο των Πάουελ και Πρέσμπεργκερ, πολύ κοντινό (1948) στη δημιουργία της Ντε Νόμπιλι· για το πώς η μορφή του Πουκ θυμίζει Μποτιτσέλι ή Ντα Βίντσι και η στάση του αριστερού χεριού προσομοιάζει στην ανάλογη της Παναγίας στην «Παρθένο των Βράχων» στο Λούβρο και στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου. Αλλά τα σπουδαία έργα έχουν πολλές ερμηνείες και πολλές πλευρές. Και τέτοιο είναι όχι μόνο το συγκεκριμένο, αλλά όλο το έργο της Λίλα Ντε Νόμπιλι: σπουδαίο.