Η έκθεση «Άηχοι διάλογοι» ξεκίνησε από την Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ στο Μέτσοβο, πολύ κοντά στα Ιωάννινα, τόπο καταγωγής των δύο αδελφών, του ζωγράφου, λογοτέχνη και μουσικού Νίκου Χουλιαρά (1940-2015) και του γλύπτη Γιώργου Χουλιαρά (γεν. 1947), για να καταλήξει στην πλατεία Αυδή στο Μεταξουργείο, στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων.
Αυτό που διαπιστώνει ο επισκέπτης με το που εισέρχεται στον εκθεσιακό χώρο είναι ότι πρόκειται όντως για έναν εικαστικό «διάλογο» μεταξύ των δύο Ηπειρωτών καλλιτεχνών. Παρόλο που ο ένας εκ των δύο δεν βρίσκεται στη ζωή, είναι η πρώτη φορά που έργα τους εκτίθενται μαζί, κι όπως λέει η ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια της έκθεσης Μαρία Σφενδουράκη: «Η ιδέα της έκθεσης στηρίζεται στο ότι πρόκειται για δύο βιωματικούς καλλιτέχνες και στο ότι το έργο τους έχει ένα πολύ δυνατό υπαρξιακό άνοιγμα. Έχουν επιλεγεί έργα από όλη σχεδόν την περίοδο του Νίκου Χουλιαρά, καλύπτοντας χρονολογικά όλη σχεδόν τη ζωγραφική του, ενώ από τον Γιώργο Χουλιαρά παρουσιάζουμε αποκλειστικά έργα από μέταλλο, τα οποία αντιπροσωπεύουν κυρίως το εσωστρεφές ρεύμα της γλυπτικής του, δημιουργώντας διάλογο μεταξύ τους».
Σκοτεινοί, αινιγματικοί και μεταφυσικοί, οι δυο τους έμειναν από πολύ νωρίς μακριά από τη ρεαλιστική απόδοση της αναπαραστατικής τέχνης. Κι ενώ αποκλίνουν καλλιτεχνικά, υπάρχει ένα κοινό ρεύμα που διατρέχει το έργο τους.
Πρόκειται όντως για έναν εικαστικό «διάλογο» μεταξύ των δύο Ηπειρωτών καλλιτεχνών. Παρόλο που ο ένας εκ των δύο δεν βρίσκεται στη ζωή, είναι η πρώτη φορά που έργα τους εκτίθενται μαζί.
Ο Νίκος Χουλιαράς, ιδιοσυγκρασιακός και ακατάτακτος ως ζωγράφος, εισήγαγε στα έργα του σουρεαλιστικά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία αλλά και τον γραπτό λόγο, κάτι που τον απασχολούσε παράλληλα με τη ζωγραφική έτσι κι αλλιώς. Ο Γιώργος Χουλιαράς, ξεκινώντας από μια πιο ανθρωποκεντρική γλυπτική φόρμα, εξελίχθηκε στον κατεξοχήν εκφραστή της αφαίρεσης με σκληρά υλικά – πέτρα, τσιμέντο, μπρούντζο, ανοξείδωτο ατσάλι.
Τα ζωγραφικά έργα του πρώτου κυριαρχούνται χρωματικά από μια παλέτα γήινων αποχρώσεων σε τόνους του μαύρου και του γκρι, σπανιότερα με χρήση άλλων χρωμάτων, συνήθως για συμβολικούς λόγους, ενώ στη θεματική του βρίσκουμε από μινιμαλιστικά τοπία και αφαιρετικές συνθέσεις μέχρι μη προσδιορίσιμους χώρους όπου ενίοτε κυριαρχούν αλλόκοτα πλάσματα ή η υπερμεγέθης ανθρώπινη μορφή που σχεδόν πάντα παραπέμπει στον ίδιο, διαμορφώνοντας μια ιδιότυπη εκδοχή παραστατικής ψυχογραφίας.
Πρόκειται για ένα ιδίωμα που αρχικά αποδόθηκε σε μεγάλες φόρμες, το μέγεθος των οποίων εξαντλούσε τα όρια του κάδρου, χαρακτηριστικό που στην εξέλιξή του θα υποχωρούσε δραστικά. Οι μορφές σταδιακά αντικαταστάθηκαν από νυχτερινά τοπία με έντονο κοντράστ, ένα ιδιότυπο θέατρο όπου σκιές αναδεικνύουν τη βαθύτερη ουσία των προσωπικών του αναζητήσεων. Όπως οι σκιώδεις μορφές ζώων που συχνά συνοδεύουν ανθρώπινες φιγούρες υπογραμμίζοντας τη βαθύτερη υπαρξιακή αγωνία τού καλλιτέχνη, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η αφήγηση αποδίδεται εν είδει κόμικς.
Τα γλυπτικά έργα του Γιώργου Χουλιαρά χωρίζονται σε ανθρωπομορφικά και σε αφαιρετικές συνθέσεις, συχνά με κονστρουκτιβιστικά χαρακτηριστικά. Έχοντας συνεργαστεί με αρχιτέκτονες και έχοντας αναλάβει αναθέσεις για δημόσιους χώρους, πολλά έργα του έχουν μνημειακό χαρακτήρα. Με σεβασμό στην ιστορική μνήμη της τέχνης του και με βαθιά γνώση της τέχνης τού 20ού αιώνα επαναδιαπραγματεύθηκε και ανέδειξε διαχρονικές αξίες με σύγχρονο πνεύμα και υπαρξιακή ενδοσκόπηση.
Δύο ρεύματα διατρέχουν το έργο του: εκείνο που συνομιλεί με την αρχαία ελληνική πλαστική και λαϊκή τέχνη κι εκείνο που προέκυψε από την εσωστρέφεια του βλέμματος, δίνοντας έργα που συνδιαλέγονται με τη ζωγραφική του αδελφού του. Η ενότητα έργων με τον όρο «Μεταφύσεις», την οποία ανέπτυξε κυρίως κατά την περίοδο της πανδημίας εκφράζοντας αισθήματα αγωνίας και φόβου, συνυπάρχει με μια σειρά χυτών μικρογλυπτών ερωτικής θεματολογίας με εξπρεσιονιστικά χαρακτηριστικά και γκροτέσκ διάθεση που αντιπαραβάλλονται με την κωμική πλευρά του τραγικού της ζωγραφικής του Νίκου Χουλιαρά. Όπως εξηγεί και η επιμελήτρια κ. Σφενδουράκη όσον αφορά τη σχέση των δύο με την ανθρώπινη μορφή: «Το σώμα αντιμετωπίζεται ως μέσο πνευματικής έκφρασης, ως πεδίο βιωματικής πύκνωσης, ως “τόπος” έρωτα, ζωής και θανάτου».
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.