«Τέχνη είναι η πράξη τού να συνειδητοποιείς τις σχέσεις σου με τα πράγματα και που απορρέει από έναν τρόπο ζωής-δράσης ή και αντίστροφα. Είναι μια πράξη με την οποία προσπαθούμε να καταλαβαίνουμε τα πράγματα, με τη διπλή έννοια της λέξης, δηλαδή “ενώ μαθαίνω, συγχρόνως κατανοώ”. Η κατανόηση των πραγμάτων είναι πριν από τη γνώση και πέρα απ’ αυτήν. Υπάρχει μια σκέψη, μια προβληματική, που εμποτίζει το έργο, που το κάνει πολυσήμαντο. Μπορούμε να πούμε ότι το έργο δεν είναι παρά η ίδια η προβληματική του.
Οι καινούργιες δομικές σχέσεις που αποκτάμε κάθε φορά απορρέουν από την ανάγκη ακριβώς αυτής της προβληματικής. Να τοποθετήσουν μία σχέση με την πραγματικότητα, έτσι όπως αυτή συγκεκριμενοποιείται στην πορεία του “ιστορικού της γίγνεσθαι”.
Διατυπώνει παραστατικά, τείνει να εκφράζει μια κοσμοθεώρηση, έτσι όπως αυτή ορίζεται από τις επιστημονικές, φιλοσοφικές και κοινωνικοπολιτικές θεωρήσεις κάθε εποχής. Πρόθεσή μου είναι η αναζήτηση μιας μεθοδολογίας σκέψης έτσι ώστε ένα έργο να ξεκινάει με αυτήν και να λειτουργεί με αυτήν. Η τέχνη δεν εκφράζει μόνο αυτό που δείχνει ότι πραγματεύεται. Το έργο δεν ολοκληρώνει τις προθέσεις του. Η μορφή ανταποκρίνεται στις βιολογικές μας σχέσεις και πραγματώνεται σαν γεγονός».
«Στο μυαλό μου κρατάω έναν αεικίνητο καλλιτέχνη που έψαχνε νόημα σε κάθε λεπτομέρεια και επιθυμούσε πάντα να καταλάβει τον άλλο».
Αυτά γράφει ο Γιάννης Μπουτέας για την τέχνη και τα επαναλαμβάνει συχνά σε καταλόγους έργων του. Αυτό δείχνει την αμετακίνητη πεποίθηση ενός καλλιτέχνη που σε όλο τον δημιουργικό του βίο πειραματιζόταν διαρκώς, αναζητούσε κάτι να τον συγκινήσει και να ερεθίσει τη φαντασία του, βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της πρωτοπορίας, διάβαζε πολύ, ήταν ενήμερος πολίτης, συνδύαζε τα σκληρά υλικά και το άυλο του φωτός, οργανώνοντας τα έργα του βάσει διαδοχικών διαλεκτικών όψεων και νοητών σχέσεων μεταξύ υλικών συνθηκών.
Ο Γιάννης Μπουτέας πέθανε σε ηλικία 85 ετών στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2026. Γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1941, σπούδασε χαρακτική στην ΑΣΚΤ της Αθήνας με τον Κ. Γραμματόπουλο (1959-1964) και συνέχισε τις σπουδές του στην École des Beaux-Arts στο Παρίσι (1966-1970). Ήταν υπότροφος του ΙΚΥ σε όλη τη διάρκεια των σπουδών του. Το 1972 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου εργάστηκε για δέκα χρόνια.
Το έργο του περιλαμβάνει κατασκευές και εγκαταστάσεις που αναδιαμορφώνουν τον εκάστοτε δεδομένο χώρο με βάση τη διάταξη και τις μορφές των υλικών. Χαρακτηριστικό εκφραστικό του μέσο είναι η χρήση του φωτός, φυσικού ή τεχνητού, συνήθως με τη μορφή σωληνωτών λαμπτήρων νέον, ένα υλικό που εμφανίζεται ήδη στην πρώτη ατομική του έκθεση στην Αθήνα (1972, Αίθουσα Τέχνης Αθηνών, Χίλτον).
Η τεχνολογική και γεωμετρική πλευρά της δουλειάς του τονίστηκε με τη συμμετοχή του στην ομάδα «Διαδικασίες-Συστήματα» (1976), την οποία ίδρυσε ο θεωρητικός της τέχνης Εμμανουήλ Μαυρομάτης. Ωστόσο η ορθολογιστική αυστηρότητα δεν επικρατεί απόλυτα στην πορεία του. Τα «φτωχά» υλικά που επιλέγει (σχοινιά και σπάγκοι, πέτρες, λαμαρίνες, πλαστελίνη, καουτσούκ, άσφαλτος και, αργότερα, καθρέφτες) διατηρούν την αυτόνομη εκφραστική και εννοιολογική τους φόρτιση, ενώ ταυτόχρονα γίνονται μέρος μιας ευρύτερης εικαστικής χειρονομίας που πηγάζει από την ευαισθησία του καλλιτέχνη και καθορίζει τη δυναμική του αποτελέσματος. Οι συνθέσεις του απλώνονται κατά κανόνα στο δάπεδο ή στους τοίχους, ενώ κατά καιρούς επανέρχεται στη δισδιάστατη εικόνα και συνδυάζει τις κατασκευές του με ζωγραφική ή φωτογραφικές επεμβάσεις.
Οι εξελικτικές φάσεις της πορείας του δείχνουν τη βαθύτερη συνέπεια και συνέχεια των αναζητήσεών του αλλά και μια σειρά από ανανεώσεις του μορφικού του λεξιλογίου. Στις ενότητες που έχει παρουσιάσει («Μεταπλάσεις», «Μορφογραμμικά», «Αναπτύγματα», «Διαστρωματώσεις» κ.ά.), το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται άλλοτε στην εννοιολογική και άλλοτε στην υλική-οπτική πλευρά των έργων, κρατώντας πάντα σε υψηλό επίπεδο τις εικαστικές ποιότητες.
Παρουσίασε το έργο του σε περισσότερες από δέκα ατομικές εκθέσεις και συμμετείχε σε ομαδικές και διεθνείς διοργανώσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη, π.χ. στη διεθνή έκθεση χαρακτικής στη Λιουμπλιάνα (1963), στην Μπιενάλε Νέων στο Παρίσι (1966, 1967), σε διάφορα παρισινά salons κ.ά. Εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο (1981) και της Βενετίας (1990).
Αναδρομική του έκθεση με τίτλο «Ρέουσες Καταστάσεις 1970-2004» παρουσιάστηκε στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (Θεσσαλονίκη, 2004). Το 2007 δημιούργησε το έργο «Διαστρωματώσεις Ενεργειακές Εικόνες ΧVΙ» για τον σταθμό του Κεραμεικού του αθηναϊκού μετρό.
«Οι εργασίες του Γιάννη Μπουτέα πραγματοποιούνται και λειτουργούν σε δύο επίπεδα, τόσο ως προς την εξέλιξη μιας θεωρητικής αντίληψης σε διάφορες φάσεις ανάπτυξής της όσο και στα περάσματα από ενότητες συνθηκών σε νέες συνθήκες ωστε η εργασία οργανώνεται σε διαδοχικές ενότητες που αποκαλύπτουν τους όρους τους (ύλη και χειρονομία) και τα όρια των συνθηκών κάτω από τις οποίες πραγματοποιούνται. Στην εργασία του Γιάννη Μπουτέα η έννοια του “ορίου” είναι πρωταρχική: αρχικά εσήμαινε τον καθορισμό γεωμετρικών χαράξεων σε μια επιφάνεια και τον προσδιορισμό νοητών χώρων που προκύπτουν από τη διασταύρωση γεωμετρικών εννοιών. Στη συνέχεια εσήμαινε τη χρησιμοποίηση υλικών που καθορίζουν τα όρια μιας γεωμετρικής ενότητας. Μέσα σε αυτό το πνεύμα, η εργασία αναπτύχθηκε ως προς την εισαγωγή της τρίτης διάστασης στο δισδιάστατο γραφικό επίπεδο και ως προς την υλοποίηση του χώρου, που αποτέλεσαν προέκταση, αναδιοργάνωση της επιφάνειας των δύο διαστάσεων», γράφει ο Εμμανουήλ Μαυρομμάτης.
Συναντήσαμε ανθρώπους που τον γνώρισαν και συνδέθηκαν φιλικά και επαγγελματικά μαζί του: την εικαστικό Ρένα Παπασπύρου, την αρχιτέκτονα Μαρία Μανέτα και τον επιμελητή Πάνο Γιαννικόπουλο, οι οποίοι μιλούν στη LiFO για τη δουλειά και τη θέση του Γιάννη Μπουτέα ανάμεσα στους Έλληνες καλλιτέχνες, αλλά και για τον χαρακτήρα ενός καλλιτέχνη που είχε χιούμορ, καλοσύνη και σπάνιο ήθος.
«Με τον Γιάννη Μπουτέα γνωριστήκαμε τη δεκαετία του ’60. Ο Γιάννης ήταν στη χαρακτική, στην Καλών Τεχνών, εγώ στη ζωγραφική», λέει η Ρένα Παπασπύρου. «Τον γνώρισα όμως καλά τη δεκαετία του ’70, όταν επέστρεψε από τη Γαλλία και μπήκε στην ομάδα του Μανώλη Μαυρομμάτη και της Ναυσικάς Πάστρα “Διαδικασίες - Συστήματα”, που συγκέντρωσαν επτά καλλιτέχνες, τον Μιχάλη Κατζουράκη, την Μπία Ντάβου, τον Παντελή Ξαγοράρη, τον Γιάννη Μίχα, τη Ναυσικά Πάστρα, την Όπυ Ζούνη και τον Γιάννη Μπουτέα, που ήταν και ο νεότερος. Αυτοί ήταν καλλιτέχνες που κινούνταν μέσα σε γεωμετρικά εννοιολογικά πλαίσια και ακολουθούσαν ένα σύστημα σκέψης, έτσι το ερμηνεύω εγώ.
Από τότε άρχισα να γνωρίζω και τη δουλειά του και τον ίδιο, γιατί ο Γιάννης έλειπε για αρκετά χρόνια στο Παρίσι με τη γυναίκα του· έμειναν εκεί γύρω στα 7 χρόνια. Ο Γιάννης ήταν πολύ επιφυλακτικό παιδί και θέλω εδώ να αναφέρω ότι με τη γυναίκα του, την Έφη, που ήταν αρχιτέκτονας, είχαν έναν εξαιρετικό σύνδεσμο, ήταν ένα δεμένο ζευγάρι που αντάλλασσε ιδέες και μπορούσε να συζητήσει τα θέματά του. Υπάρχουν και αυτές οι φωτογραφίες στις οποίες κάνουν αυτό το παιδικό παιχνίδι με το σχοινάκι, μια ωραία σειρά έργων.
Όταν άνοιξε στο Ψυχικό γκαλερί η Βίκυ Δράκου, είδα ένα υπέροχο έργο του Μπουτέα που δεν θα ξεχάσω, ένα τεράστιο σίδερο σαν σιδηροδοκό με νέον σε μια πιλοτή. Ο Γιάννης πρέπει να είχε δημιουργήσει πολύ καλές σχέσεις στο Παρίσι, γιατί αργότερα, το 1985, στο Drakos Art Center στην Ηροδότου, όταν γινόταν η Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα, είχε φέρει έναν Γάλλο φιλόσοφο και κριτικό τέχνης, τον Ρενέ Ντενιζό, ο οποίος έκανε μια ομαδική έκθεση με τίτλο “Αθήνα, πόλη δημιουργίας / δημιουργία μιας πόλης” με Γάλλους που ήταν εκείνη τη δεκαετία πολύ καλοί καλλιτέχνες, τον Ντανιέλ Μπουρέν, τoν Παολίνι, τον Τορονί, και από Έλληνες ήμασταν ο Γιάννης, εγώ, η Διοχάντη. Ο Ντενιζό ήρθε μέσω του Μπουτέα που ήξερε αυτόν τον θεωρητικό και φιλόσοφο από το Παρίσι και προφανώς τον έπεισε, γιατί η Αθήνα δεν ήταν Νέα Υόρκη για να έρθει να κάνει έκθεση, ήταν νότια βαλκάνια και ακόμα χειρότερα τότε. Αυτό είναι ένα κομμάτι της προσωπικότητας του Γιάννη που δεν το γνωρίζουμε, γιατί ήταν ένα βαθιά πνευματικό άτομο, χωρίς να το επιδεικνύει.
Μου άρεσε πολύ που στο έργο του χρησιμοποιούσε κι αυτός τα υλικά του αστικού τοπίου· χρησιμοποιούσε τη σιδηροδοκό, το νέον, τα σκοινιά, κι αυτά ήταν στοιχεία που αν έκανες μια βόλτα στην πόλη, τα έβρισκες. Τον είχα πάντα στον νου μου ως καλλιτέχνη που ψάχνει μια περιοχή παράλληλα με αυτή που έψαχνα κι εγώ αλλά με άλλο τρόπο, γιατί τον Γιάννη τον ενδιέφερε πάρα πολύ το φως σε διάλογο με τα στοιχεία που έβρισκε στον αστικό χώρο.
Είναι αλήθεια ότι δεν έχουμε συζητήσει πολύ για τον Γιάννη, κάτι που ισχύει και για αρκετούς άλλους καλλιτέχνες και μπορούμε να το ερμηνεύσουμε. Εκείνη την εποχή η μόδα ήταν αλλού, στην πολιτική τέχνη, σε παραστατικά και χρήσιμα για τα διάφορα μέσα έργα· όλοι εμείς δεν “εξυπηρετούσαμε”. Για μένα, βέβαια, είναι πιο βαθιά πολιτική θέση να αρνείσαι να κάνεις ένα καδράκι το οποίο να παριστάνει μια είσοδο στο Πολυτεχνείο που την έχουμε πολύ καλά εμπεδωμένη από φωτογραφίες και βίντεο, είναι πολύ πιο σημαντικό να ρίξεις μια σιδηροδοκό με νέον επάνω. Το κλίμα ήταν αλλού, οπότε ασφαλώς και δεν νομίζω ότι ο Γιάννης βρήκε τη θέση του όπως οι καλλιτέχνες αυτής της γενιάς και αυτής της νοοτροπίας. Οι καλλιτέχνες που σκέφτηκαν τις έννοιες των πραγμάτων και πώς έρχονται στον εικαστικό χώρο ως φορείς εικόνων, ιδεών, πραγματικότητας φυσικά και δεν είχαν θέση εκείνη την εποχή.
Θα ήταν παράλειψη να μη μιλήσω για τον χαρακτήρα του Γιάννη και θα αναφέρω ένα παράδειγμα. Μας κάλεσε μια φορά ένα υπουργείο για έναν διαγωνισμό νέων ως επιτροπή· εγώ εκπροσωπούσα την Καλών Τεχνών. Ο Γιάννης μου είπε “δεν μπορώ να έρθω γιατί δεν μπορώ να σκεφτώ ότι μπορεί να αδικήσω κάποιον με το να μη τον διαλέξω”. Αυτό δείχνει έναν χαρακτήρα. Τελικά, με τα χίλια ζόρια τού διηγηθήκαμε τη διαδικασία και καταφέραμε και τον πείσαμε. Αυτό δείχνει πόσο υπεύθυνος ήταν, πόσο πολύ ανησυχούσε για το πώς θα φερθεί στον άλλο, στον νέο συνάδελφο, στο πολύ νέο παιδί, να μη τον αδικήσει, να μη του δώσει λιγότερα και να μη τον ανακόψει στην αρχή. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο κατά τη γνώμη μου ο Γιάννης θα έπρεπε να είναι καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, κάτι που δεν κατέστη δυνατόν. Θα ήταν ένας εξαιρετικός δάσκαλος για τη σχολή. Ο Γιάννης τα τελευταία χρόνια της ζωής του έδειξε πολλές φορές δουλειά, οργανώθηκε μια εξαιρετική έκθεση στο Ίδρυμα Θεοχαράκη και σε μια άλλη έκθεση στην Τήνο εξέθεσε μια ακρίδα που είχε παγιδευτεί σε ένα τζάμι και ήταν πολύ χαρούμενος γιατί έκανε ένα θέμα που δεν είχε ξανακάνει. Ήταν διαρκώς ανήσυχος και πολύ αγχωμένος όταν δούλευε. Δεν θα ξεχάσω ότι τραβούσε τις τρίχες από το γένι του. Τον θυμάμαι να δουλεύει κάθε έργο σαν να το έκανε πρώτη φορά και να μην το είχε αντιμετωπίσει ποτέ. Είχε την αγωνία τού “από την αρχή καινούργιο”. Ήταν ένας σπάνιος χαρακτήρας, ένας καλός φίλος, γεμάτος χιούμορ και καλοσύνη».
«Ο Γιάννης Μπουτέας ήταν ένας καταπληκτικός άνθρωπος και καταπληκτικός καλλιτέχνης», λέει η Μαρία Μανέτα, που τον γνώρισε μόλις τελείωσε τις σπουδές της στην αρχιτεκτονική. «Το πρώτο μου μεγάλο έργο ήταν να κάνω τα κατασκευαστικά σχέδια στο έργο που έκανε στο μετρό Κεραμεικός, “Διαστρωματώσεις Ενεργειακές Εικόνες XVI”. Είχαμε μια καλή συνεργασία, ήταν ευγενής, τυπικός, με υγιή όρια και ήξερε τι ήθελε.
Γνωρίζοντάς τον καλύτερα τα επόμενα χρόνια, κατάλαβα ότι ο Μπουτέας ήταν υπερβολικά επαγγελματίας, ένας άνθρωπος που γεννήθηκε καλλιτέχνης, δεν έγινε, με ένα πνεύμα τρομερά διερευνητικό, που ενθουσιαζόταν με το καθετί και μελετούσε σε βάθος αν μπορούσε να πάρει κάτι από αυτό για να το μεταφράσει ή να το εντάξει στη δουλειά του με κάποιον τρόπο. Δεν έχω δει εύκολα τέτοια προσωπικότητα και έχω συνυπάρξει με πολλούς καλλιτέχνες.
Όταν έκανα μια επιμέλεια για την έκθεση “+ΘΛΙΨΙΣ” για το “Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός” στην Τήνο, στο μοναστήρι των Ουρσουλινών, τον κάλεσα· είχε καιρό να δείξει δουλειά. Έκανε κάτι πολύ διαφορετικό από αυτά που γνωρίζαμε, ένα τεράστιο έργο από πλεξιγκλάς, με μια ακρίδα που είχε πάει και είχε κάτσει στο παράθυρό του, ένα έργο που πραγματικά ήταν πρωτότυπο. Το ότι το έργο αυτό το παρατήρησαν και το συζήτησαν όλοι ήταν ένα έναυσμα που τον κινητοποίησε και στη συνέχεια.
Ήταν ένας καλλιτέχνης που τον ερέθιζε οτιδήποτε, διερευνούσε οτιδήποτε, η μεγάλη του έκφραση ήταν η γεωμετρία, η ύλη και η κατασκευή, αλλά σε ένα επίπεδο φιλοσοφικό, με βαθύτατα όρια, σκέψη και αναγωγές και με έναν πολύ διαφορετικό και σύγχρονο τρόπο. Νομίζω ότι είναι από τους πιο σύγχρονους, από τους καλύτερους της γενιάς του, ένας καλλιτέχνης άπιαστος. Όσο για τον χαρακτήρα του, ήταν ένας άνθρωπος ηθικός, εξαιρετικός».
«Τη δουλειά του Γιάννη Μπουτέα την ήξερα καλά, από τότε που έκανα το αρχείο στο ΙΣΕΤ, και είχα πάντα έναν ενθουσιασμό όταν την έβλεπα. Όταν με κάλεσαν να κάνω την έκθεση “A scattering of salts” στο Deree, είχαμε μιλήσει για να φτιάξει το έργο “Μεταπλάσεις”», λέει ο Πάνος Γιαννικόπουλος.
«Από εκεί ξεκίνησε η σχέση μας και μια συζήτηση που κράτησε μέχρι το τέλος. Ο Μπουτέας ήταν ένας καλλιτέχνης που ήθελε να έχει τον χρόνο της συζήτησης, την εμπλοκή σε βάθος, δεν υπήρχε περίπτωση να σου δώσει απλώς ένα έργο, πάντα δούλευε με τον χώρο της έκθεσης· η ιδέα του πώς ξαναφτιάχνεις τον χώρο μέσω του έργου επανερχόταν συνέχεια. Τελικά τις “Μεταπλάσεις” τις δείξαμε φωτογραφικά, το ίδιο το τεκμήριο γίνεται έργο, όπως και τα έργα του από το 1974-78 με τις πλαστελίνες. Ήταν εξαιρετική και η συμμετοχή του στην έκθεση “Αδειάζει, γεμίζει, το φως” που κάναμε στο Ίδρυμα Θεοχαράκη.
επιμελητής
Συναντιόμασταν στο καφέ κάτω από το σπίτι του στο Κουκάκι και στη διαδικασία του στησίματος μάς έβγαζε όλους νοκ άουτ, πάντα με ένα τσιγάρο στο χέρι, με τον καπνό να γίνεται προέκταση του χεριού του. Πηγαίναμε ξανά και ξανά στον χώρο για να δουλέψει με την αίθουσα. Συνεργαστήκαμε τρεις φορές κάπως συνεχόμενα και αναπτύχθηκε μια σχέση αγάπης· δεν μπορώ να το πω για κάποιον άλλο καλλιτέχνη. Μου δημιουργούσε δέος με την ευγένειά του, με το βάθος της συζήτησης και με ένα παιχνίδι παράλληλα, άλλωστε η ιδέα του παιχνιδιού υπάρχει στη δουλειά του. Ο ίδιος έλεγε ότι όλα ξεκίνησαν από το πώς έπαιζε με τα ξυλάκια στην παραλία, στην Καλαμάτα, όταν ήταν μικρός, και άρχισε να βλέπει μορφές, που τις χάρασσε στην άμμο. Άλλωστε, οι σπουδές του στη συνέχεια ήταν στη χαρακτική με τον Γραμματόπουλο. Ακόμα και η χαρακτική, που έχει σκληρή “κουζίνα”, γινόταν παιχνίδι για τον ίδιο και άνοιγε ως μέσο. Και οι πλαστελίνες έχουν ένα στοιχείο παιχνιδιού· το παιδικό παιχνίδι το θεωρούσε σημαντικό, την ενασχόληση με τη φόρμα και την ύλη.
Υπάρχει ένα έργο που με εντυπωσιάζει: είναι ο “Αντικατοπτρισμός” του έργου που εκθέτει σε μια γκαλερί απέναντι από το Πομπιντού και το έχει φωτογραφίσει να αντανακλάται στην πρόσοψη του μουσείου. Δημιουργείται ένας καινούργιος χώρος ανάμεσα στην έκθεσή του και το μουσείο· αυτό δεν είναι ένα υπαρκτό έργο, αλλά τον ενδιέφερε πολύ περισσότερο από κάθε υλική υπόσταση. Το φως, που τον ενδιέφερε πολύ, δίνει σε αυτό το έργο το άυλο και το εύπλαστο με το οποίο μπορείς να δημιουργήσεις χώρο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το Πομπιντού, που εμφανίζεται μαζί με τις δομές του, τους περίφημους σωλήνες του. Αυτό που ήταν τρομερό στη διαδικασία του στησίματος μιας ομαδικής έκθεσης, που όλα έχουμε μάθει να τα κάνουμε πολύ γρήγορα και χάνονται οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, ήταν ότι ο Μπουτέας επέμενε και δημιουργούσε σχέσεις, του ήταν απαραίτητο, ως μέρος μιας φιλοσοφικής και κοινωνικής πρακτικής απέναντι στους ανθρώπους και τη ζωή. Με την ανακοίνωση του θανάτου του, είδα πολλούς καλλιτέχνες τρομερά συγκινημένους.
Όλοι θα πουν πόσο σεμνός ήταν, για το τρομερό ήθος που τον χαρακτήριζε και νομίζω ότι και αυτό ήταν ένα διαφορετικό παράδειγμα σε σχέση με το πώς έχουμε συνηθίσει να υπάρχουμε στον χώρο της τέχνης, σε έναν χώρο στον οποίο ο ίδιος έμεινε με τρομερή συνέπεια. Το συναίσθημα, οι ανθρώπινες σχέσεις και η διατήρηση της ευγένειας, όπως και η αυστηρή δομή της δουλειάς του με ένα παιχνίδι μαζί, τον κάνουν από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες μιας ολόκληρης γενιάς. Δεν υπάρχει άνθρωπος, και από τους νεότερους καλλιτέχνες, που να μη το αναγνωρίζει αυτό, γιατί τους αντιμετώπιζε όλους με αίσθημα ευθύνης, ασχέτως ηλικίας και θέσης. Ανταποκρινόταν με τον ίδιο τρόπο. Είχε ανάγκη να γνωρίσει και να μιλήσει ακόμα και με τον πιο άγνωστο, τον πιο νέο καλλιτέχνη, και να επικοινωνήσει μαζί του. Στο μυαλό μου κρατάω έναν αεικίνητο καλλιτέχνη που έψαχνε νόημα σε κάθε λεπτομέρεια και επιθυμούσε πάντα να καταλάβει τον άλλο. Νομίζω ότι πρέπει να τον γνωρίσουμε σε βάθος και να επανεκτιμήσουμε το έργο και τα έργα του».