Δεν το λέει για να προκαλέσει. Το λέει όπως άλλοι λένε το όνομά τους ή τον τόπο καταγωγής τους. Ο Γιάννης είναι 40 χρονών, ζει στην Ολλανδία και δηλώνει bottom χωρίς αστερίσκους, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς ανάγκη να απολογηθεί. Για εκείνον, ο ρόλος δεν είναι ούτε φάση ούτε αποτέλεσμα συνθηκών. Είναι κάτι βαθιά ενσωματωμένο, σχεδόν σωματική μνήμη.
Κάποια χρόνια νεότερος, ο Δημήτρης, 23 ετών, το λέει αλλιώς, αλλά το λέει το ίδιο καθαρά. «Είμαι bottom. Είναι απλό». Ανήκει σε μια γενιά που μεγάλωσε με εφαρμογές, με λέξεις διαθέσιμες, με ταυτότητες ονοματισμένες. Δεν κουβαλάει το βάρος της αμαρτίας· κουβαλάει την ανάγκη της ακρίβειας. Ανάμεσά τους χωράει σχεδόν ολόκληρη η ιστορία του bottom στο γκέι σεξ: από την ντροπή και τον εξευτελισμό στην επιλογή και τη δήλωση. Όχι ως κατάργηση των ρόλων αλλά ως επανατοποθέτησή τους.
«Την πρώτη φορά που κάποιος με ρώτησε “τι είσαι;”, δεν εννοούσε το όνομά μου, τη δουλειά μου ή το πού μένω», μου λέει ο Δημήτρης. «Το κατάλαβα από τον τρόπο που περίμενε την απάντηση – πριν καν συναντηθούν τα σώματά μας. Top, bottom ή vers;».
Σήμερα οι ρόλοι ρευστοποιούνται, ανταλλάσσονται, συχνά καταρρέουν μέσα στην ίδια τη σεξουαλική πράξη και μαζί τους γκρεμίζεται και το στερεότυπο που ήθελε το bottom περιορισμένο, προβλέψιμο ή μειονεκτικό.
Στις εφαρμογές γνωριμιών, το σεξ προηγείται συχνά της γνωριμίας. Το τρίπτυχο top, bottom, vers καλείται να συμπυκνώσει επιθυμίες, φαντασιώσεις και power dynamics πολύ προτού να υπάρξει επαφή. Όσο όμως οι επιλογές πολλαπλασιάζονται, τόσο πιο δύσκολο μοιάζει να δηλώσεις κάτι ξεκάθαρα – ειδικά αν αυτό είναι bottom.
Ο Δημήτρης μπαίνει κυρίως στο Grindr. «Τα υπόλοιπα δεν δουλεύουν τόσο για μένα». Εκεί βρίσκει συχνά άτομα που δηλώνουν bottom, όπως κι ο ίδιος. «Έχω καλή σχέση με την απόλαυση μέσω του πρωκτού, σε συνδυασμό με το πέος. Είναι απλό».
Παρότι οι ρόλοι προηγούνται συχνά της επαφής, στην πράξη, λέει, ξεθωριάζουν. «Όταν μπαίνεις σε έναν χώρο και υπάρχει αμοιβαία καύλα, η χημεία είναι πιο σημαντική από ό,τι έχουμε γράψει στα μηνύματα».
Για τον Δημήτρη, η ουσία δεν είναι πώς θα τον δει ένας πιθανός ερωτικός σύντροφος. «Με ένοιαξε πρώτα να αποδεχτώ εγώ τον εαυτό μου και να με δεχτεί η οικογένειά μου, αγαπώντας όλο το πακέτο. Όχι τι θα σκεφτεί κάποιος που μου στέλνει για σεξ».
Δεν νιώθει ντροπή για τον ρόλο του. «Αν κάποιος είναι από πάνω μου, είναι γιατί κάτι του αρέσει σε μένα. Κι εγώ είμαι εκεί γιατί κάτι μου αρέσει σε εκείνον».
Μπαίνει συχνά στις εφαρμογές, όχι όμως καθημερινά. «Υπάρχουν μέρες που δεν θέλω ούτε να δω άνθρωπο, ούτε να τσατάρω». Βγαίνει, γνωρίζει κόσμο μέσω apps, Instagram αλλά και σε sex clubs. Η σκηνή της Αθήνας τού φαίνεται μικρή, αλλά δεν τον ενοχλεί.
Αντίθετα, πιστεύει ότι σήμερα υπάρχει μια πιο ώριμη ανάγνωση του σώματος και της σεξουαλικότητας. «Ξέρουμε πια πόσο ρευστή είναι. Οι ταμπέλες δεν είναι περιοριστικές – είναι χρήσιμες. Μας βοηθούν να ξέρουμε τι υπάρχει εκεί έξω και να δηλώνουμε ανοιχτοί».
Εκτιμά πως οι γκέι άνδρες άνω των 40, που μεγάλωσαν σε μια εντελώς διαφορετική Αθήνα, θα ήθελαν τότε να ξέρουν ότι αυτό που είναι «υπάρχει και έχει όνομα», έξω από το πλαίσιο του ταμπού. Ο ίδιος, πάντως, λέει πως δεν έχει βιώσει περίεργες συμπεριφορές. Και για το 2026 έχει ήδη σχέδια: Βερολίνο και Παρίσι, για να εξερευνήσει τη σεξουαλική και κοινωνική πραγματικότητα εκεί.
Για δεκαετίες, το bottom στο γκέι σεξ κουβαλούσε ένα συγκεκριμένο φαντασιακό φορτίο: παθητικότητα, θηλυκότητα, έλλειψη ισχύος. Αυτή η ανάγνωση, όμως, απείχε από την ίδια την εμπειρία της απόλαυσης.
Σήμερα, το bottom δεν λειτουργεί πια ως συνώνυμο της αδυναμίας αλλά ως μια θέση ξεκάθαρης επιλογής. Όχι επειδή οι ρόλοι εξαφανίστηκαν, αλλά επειδή η πραγματικότητα των σωμάτων και των επιθυμιών τους τούς ξεπέρασε. Οι ρόλοι ρευστοποιούνται, ανταλλάσσονται, συχνά καταρρέουν μέσα στην ίδια τη σεξουαλική πράξη και μαζί τους γκρεμίζεται και το στερεότυπο που ήθελε το bottom περιορισμένο, προβλέψιμο ή μειονεκτικό.
Αυτό που αλλάζει δεν είναι απλώς ο τρόπος που οι γκέι άντρες κάνουν σεξ αλλά ο τρόπος που μιλούν γι’ αυτό. Οι ταμπέλες εξακολουθούν να υπάρχουν, όχι για να εγκλωβίσουν, αλλά για να περιγράψουν επιθυμίες και φαντασιώσεις. Μέσα από προσωπικές αφηγήσεις, εμπειρίες εφαρμογών και διαφορετικές γενιές ανδρών, το bottom επανατοποθετείται: όχι ως ρόλος ντροπής αλλά ως μια ενεργή σεξουαλική ταυτότητα. Ενδεικτικός είναι ένας διάλογος της σειράς «Heated Rivalry», όπου ο Χάντσον Γουίλιαμς (Σέιν) λέει στη φίλη του, ενώ μιλάνε για τη σχέση του με τον Κόνορ Στόρι (Ίλια), ότι εκείνος είναι η «τρύπα» και όχι το «καρφί».
Το Google Meet χτυπά και στην οθόνη εμφανίζεται πρώτος ο Γιάννης, καθ’ οδόν από το Ρότερνταμ στο Άμστερνταμ. Έχει μόλις φύγει από το σπίτι του fuck buddy του –ενός Ούγγρου εραστή– ύστερα από μια «τέλεια μέρα ρεπό».
Είναι 40 χρονών, ζει στην Ολλανδία τα τελευταία δυόμισι χρόνια και, όπως λέει γελώντας, «μπορείς να με πεις και μετανάστη του έρωτα, της σεξουαλικότητας ή και της καύλας».
Δεν έφυγε από την Ελλάδα για να κάνει καριέρα ή για οικονομική άνοδο. «Το να τα φέρεις βόλτα εδώ είναι πολύ δύσκολο. Συγκατοικώ, δουλεύω σε μουσείο, κάνω μια απλή δουλειά. Αλλά είμαι εδώ γιατί μπορώ να κάνω πράγματα που δεν μπορούσα στην Ελλάδα».
Το σεξουαλικό κομμάτι ήταν πάντα κεντρικό στη ζωή του. Ήταν και ο λόγος που έκανε δεύτερο μεταπτυχιακό στην Ολλανδία, στις Σπουδές Φύλου. «Η αναζήτησή μου μπορεί να σου φανεί επιφανειακή, αλλά αφορά καθαρά εμένα και τα σεξουαλικά μου φετίχ».
BDSM, kinky πρακτικές, γκέι υποκουλτούρες. Gag, rubber, leather. «Εδώ είναι αλλιώς δομημένα τα πράγματα. Δεν είναι Βερολίνο ή Παρίσι, αλλά είναι hub. Από εδώ πετάγεσαι εύκολα στην Αμβέρσα ή την Κολωνία». Κομβικό ρόλο στην εξερεύνηση παίζουν τα social media και οι εφαρμογές: Grindr, Planet Romeo, Recon, Scruff. «Μέσω αυτών γνωρίζεις κόσμο, ταξιδεύεις πιο εύκολα, κάνεις πιο εύκολα την καύλα σου».
Ο Γιάννης δηλώνει bottom χωρίς αστερίσκους. «Γεννήθηκα bottom». Θυμάται τον εαυτό του στα δώδεκα-δεκατρία να βλέπει γκέι πορνό από το βίντεο κλαμπ της γειτονιάς και να φαντασιώνεται αυτόν τον ρόλο. «Κάποιος να με πηδάει. Με όλο το content της ταπείνωσης και του υποβιβασμού».
Δεν προσπαθεί να το εξηγήσει ψυχαναλυτικά. Να μιλήσει για κυριαρχία, ασφάλεια, επανάληψη ρόλων. «Είναι σαν να με ρωτάς πώς αναπνέω». Αναφέρεται στο Τζούντιθ Μπάτλερ και στην επιτελεστικότητα του φύλου. «Επαναλαμβάνω μοτίβα που έχουν παρεισφρήσει μέσα μου. Αλλά επειδή αυτά τα μοτίβα δεν θεωρούνται “φυσιολογικά”, ανοίγουν χώρο για πολλές αληθινές εκδοχές του φύλου».
Στη δική του εμπειρία, bottom και top είναι συνδιαλλαγή προτίμησης. «Σχεδόν όλοι οι γκέι θέλουν, κάποια στιγμή, να τον πάρουν. Όχι απαραίτητα ως ταυτότητα, αλλά ως εμπειρία ευχαρίστησης».
Κι όμως, το βάρος της ταμπέλας παραμένει. «Υπάρχει bottom shaming. Όταν λες ότι είσαι bottom, ο άλλος φτιάχνει εικόνα: στα γόνατα, με ανοιχτά τα πόδια. Αυτό ακυρώνει κάτι από την αρρενωπότητα». Η bottom σεξουαλικότητα, επειδή πλησιάζει αυτό που θεωρείται «γυναικεία», εκθέτει την ευαλωτότητα και εκεί πολλοί αντιδρούν.
Γι’ αυτό και πολλοί δηλώνουν πια vers. Vers bottom, vers top, ποσοστά. «70% bottom, 30% active». «Αφήνεις παραθυράκι. Φαίνεσαι πιο ανοιχτός. Χάνεις λιγότερες επιλογές». Ο ίδιος πιστεύει ότι δηλώνοντας ξεκάθαρα bottom χάνει σεξ. «Ο άλλος σκέφτεται: πώς να διαχειριστώ κάποιον τόσο bottom;».
Στην πράξη, όμως, οι ρόλοι συχνά καταρρέουν. «Όταν γλείφεις, όταν κάνεις fisting, όταν παίζεις – τι ρόλο έχεις; Εκεί χάνονται οι ταμπέλες». Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με δεδομένα από εφαρμογές όπως το Scruff και το Hornet, η πλειονότητα των χρηστών δηλώνει πλέον versatile. Ακόμη και εγκυκλοπαιδικές πηγές, όπως η Wikipedia, καταγράφουν νέες κατηγορίες, όπως το «side». Οι χρήστες επιλέγουν τι θα δηλώσουν με στόχο τη μέγιστη αποδοχή.
Παρά τα 23 χρόνια που χρησιμοποιεί τις εφαρμογές, ο Γιάννης δεν μπαίνει σε αυτές με χαρά. «Είναι αγγαρεία. Άντε πάλι να παρουσιαστώ, άντε πάλι να πω τα ίδια».
Στο ρεπό του, ξύπνησε γύρω στις δέκα. Γυμναστήριο, ντους, προετοιμασία. Το σημαντικότερο ραντεβού της μέρας ήταν με τον fuck buddy του στο Ρότερνταμ. Έφτασε πέντε, έφυγε έξι και μισή, λίγο πριν επιστρέψει ο σύζυγος του εραστή του. «Είναι μια πορνογραφική σχέση», λέει. «Τον είδα και ένιωσα ότι τον είχα δει στον ύπνο μου. Masculine, leather, μουστάκι».
Παρά την ελευθερία που νιώθει στην Ολλανδία, δεν πιστεύει ότι τα στερεότυπα έχουν εξαλειφθεί. «Είμαστε έτσι μεγαλωμένοι». Αυτό που ψάχνει είναι ένας σύντροφος, όχι μονογαμία. «Partner in crime».
Επιστροφή στην Αθήνα. Για τον Δημήτρη, οι ταμπέλες δεν περιορίζουν αλλά ορίζουν. «Ξέρουμε πια πόσο ρευστή είναι η σεξουαλικότητα». Πιστεύει ότι οι μεγαλύτερες γενιές θα ήθελαν να ξέρουν πως αυτό που είναι «έχει όνομα» – όχι ως ταμπού αλλά ως δυνατότητα.
Ίσως αυτό να είναι και το πραγματικό τέλος του στερεοτύπου του bottom: όχι η εξαφάνισή του αλλά η απελευθέρωσή του από την ανάγκη να απολογείται.