Όταν πριν από λίγους μήνες, τον Μάρτιο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε το εκτελεστικό διάταγμα 14253 με τίτλο «Αποκατάσταση της Αλήθειας και της Λογικής στην Αμερικανική Ιστορία», όλοι αντιλήφθηκαν ότι η Αμερική έχει μπει σε μια άλλη πορεία σε ό,τι αφορά την ιστορική αφήγηση, τα δικαιώματα και την κατανόηση της Ιστορίας της χώρας. Με το διάταγμα αυτό, ο Τραμπ βάζει στο στόχαστρο το Ίδρυμα Smithsonian και επιδιώκει να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο αυτό προβάλλει τις «αμερικανικές αξίες» ζητώντας την αποκατάστασή τους «στη θέση που τους αξίζει ως συμβόλου έμπνευσης και αμερικανικού μεγαλείου» και τη «διαγραφή ακατάλληλης ιδεολογίας».
Το Smithsonian είναι το μεγαλύτερο συγκρότημα μουσείων και ερευνητικών κέντρων στον κόσμο. Εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες και αποτελείται από 21 μουσεία και γκαλερί, ερευνητικά ινστιτούτα και το Εθνικό Ζωολογικό Πάρκο, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονται στην Ουάσιγκτον. Ιδρύθηκε το 1846 έχοντας ως αποστολή την ενίσχυση και τη διάδοση της γνώσης. Ανάμεσα στα μουσεία του Smithsonian συγκαταλέγεται και ένα από τα πιο δημοφιλή στον κόσμο, το Εθνικό Μουσείο Αεροναυπηγικής και Διαστήματος, όπως και το Εθνικό Μουσείο Αμερικανικής Ιστορίας, το Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, το Εθνικό Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού, το Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης του Smithsonian, το Εθνικό Μουσείο Αμερικανών Ινδιάνων, το Hirshhorn Museum and Sculpture Garden και η Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων, τα οποία χάρη στη δημόσια χρηματοδότηση λειτουργούν με δωρεάν είσοδο για το κοινό.
Στο στόχαστρο βρέθηκε και η καμπάνια της Εθνικής Πινακοθήκης Πορτρέτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο, θέλει να πάψει η Αμερική να είναι «πλούσια, ανοιχτόχρωμη και ανδροκρατούμενη», αλλά και το Μουσείο Αμερικανικής Ιστορίας, επειδή εκθέτει την «Intersex-Inclusive Progress Pride flag» σε περίοπτη θέση, δίπλα στην αμερικανική σημαία.
Τα δεκάδες ερευνητικά κέντρα και εργαστήρια που περιλαμβάνει δραστηριοποιούνται στους τομείς της ιστορίας, της τέχνης, της φυσικής ιστορίας, των περιβαλλοντικών επιστημών και της ανθρωπολογίας. Επίσης, διαθέτει τεράστιες ψηφιακές συλλογές στις οποίες η πρόσβαση είναι ελεύθερη, παρέχοντας εκπαιδευτικό υλικό σε σχολεία, φοιτητές και ερευνητές.
Διαγράφοντας την «ακατάλληλη ιδεολογία»
Φαίνεται πως οι εκθέσεις του Smithsonian είναι ιδιαίτερα ενοχλητικές για την κυβέρνηση Τραμπ, ο οποίος υποστηρίζει ότι η δραστηριότητα του Ιδρύματος και οι απεικονίσεις που παρουσιάζει «υποτιμούν το παρελθόν ή τη ζωή των Αμερικανών». Το διάταγμα Τραμπ ζητά από τα μουσεία να επαναφέρουν μνημεία, αγάλματα και σημάνσεις που έχουν αφαιρέσει ή τροποποιήσει προκειμένου να «διαιωνίσουν μια ψευδή αναπαράσταση της αμερικανικής Ιστορίας, να υποβαθμίσουν την αξία ορισμένων ιστορικών γεγονότων ή προσώπων και να προωθήσουν ανάρμοστες κομματικές ιδεολογίες».
Πέρα από τους ισχυρισμούς του ότι το Smithsonian τα τελευταία χρόνια «έχει επηρεαστεί από μια διχαστική ιδεολογία επικεντρωμένη στη φυλή» και ότι προωθεί «αφηγήσεις που παρουσιάζουν τις αμερικανικές και δυτικές αξίες ως εγγενώς επιβλαβείς και καταπιεστικές», ο Τραμπ εντείνει την πίεση απειλώντας να περικόψει κονδύλια για εκθέσεις ή προγράμματα που «υποβαθμίζουν τις κοινές αμερικανικές αξίες, προωθούν προγράμματα ή ιδεολογίες ασύμβατα με την ομοσπονδιακή νομοθεσία και πολιτική, και εξυμνούν τα επιτεύγματα των γυναικών». Επίσης, απαιτεί από το Ίδρυμα να μην αναγνωρίζει τους άνδρες ως γυναίκες «με οποιονδήποτε τρόπο».

Το Smithsonian, το οποίο διευθύνει από το 2019 ο ιστορικός Lonnie G. Bunch III, πρώτος διευθυντής του Εθνικού Μουσείου Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού, λειτουργεί ανεξάρτητα ως σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Το ύψος του ετήσιου προϋπολογισμού του –λίγο πάνω από ένα δισεκατομμύριο δολάρια– καθορίζεται από το Κογκρέσο, όχι από τον πρόεδρο, και καλύπτεται από κρατικά κονδύλια (μέσω Κογκρέσου) και ιδιωτική χρηματοδότηση. Σε ό,τι αφορά την οργανωτική δομή του Ιδρύματος, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι εκ του νόμου μέλη του διοικητικού συμβουλίου, αλλά η εκτελεστική εξουσία δεν ασκεί διοικητικό έλεγχο σε αυτό.
Ωστόσο, στο διάταγμά του, ο Τραμπ κάλεσε τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς να συνεργαστεί με τον Ρεπουμπλικανό Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων και τον Ρεπουμπλικανό Αρχηγό της Πλειοψηφίας στη Γερουσία, ώστε να διοριστούν στο 17μελές ΔΣ του Ιδρύματος μέλη «τα οποία θα στηρίζουν την πολιτική αυτού του διατάγματος». Επιπλέον, ο Τραμπ έχει επιχειρήσει να περικόψει προγράμματα και μπορεί να ζητήσει τη διακοπή της χρηματοδότησης του Ιδρύματος, κάτι που βέβαια απαιτεί σχετική έγκριση από το Κογκρέσο.
Ρητορική με όχημα την αμερικανική υπεροχή και τα αμερικανικά ιδανικά
Ο Τραμπ έχει ήδη χαρακτηρίσει το Smithsonian «εκτός ελέγχου», και στη ρητορική του προτάσσει το επιχείρημα της υπεράσπισης των Αμερικανών και την αποκατάσταση της αφήγησης της αμερικανικής Ιστορίας. Στις 12 Αυγούστου 2025 ο Λευκός Οίκος απέστειλε επιστολή στον διευθυντή του Smithsonian, απαιτώντας την άμεση αναθεώρηση (μέσα σε 30 μέρες) και εφαρμογή αλλαγών (μέσα σε 120 μέρες) σε ό,τι αφορά εκθέματα, εκπαιδευτικό υλικό και περιεχόμενο γενικά, ώστε αυτά να αντικατοπτρίζουν μονάχα «αμερικανικά ιδανικά» και «ενωτικές» αντί για «διχαστικές αφηγήσεις». Δεν δίστασε μάλιστα να κατηγορήσει, στα μέσα κοινωνικής του δικτύωσης, το Smithsonian ότι επικεντρώνεται υπερβολικά στο πόσο «κακή» είναι η Αμερική, αντί να προβάλλει την επιτυχία και τις προοπτικές της χώρας. Στο στόχαστρο μπήκε και η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Πορτρέτων Kim Sajet, η οποία παραιτήθηκε τον Ιούνιο του 2025, αφού ο Τραμπ είχε προσπαθήσει νωρίτερα να την απολύσει λόγω πολιτικών DEI (Ποικιλομορφία, Ισότητα και Συμπερίληψη).

Μια λίστα με «απαράδεκτα έργα αντιαμερικανικής προπαγάνδας»
Στις 21 Αυγούστου ο Λευκός Οίκος, σε άρθρο με τίτλο «President Trump Is Right About the Smithsonian» («Ο Πρόεδρος Τραμπ έχει δίκιο για το Ίδρυμα Smithsonian») που δημοσίευσε στον ιστότοπό του, επιχειρηματολογεί κατά της πολιτικής και των επιλογών του Smithsonian παραθέτοντας μια σειρά από παραδείγματα και φωτογραφίες. Πρόκειται ουσιαστικά για μια λίστα με καλλιτέχνες, έργα και εκθέσεις η οποία μοιάζει να προέρχεται από ένα πρόσφατο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο συντηρητικό διαδικτυακό περιοδικό «The Federalist», και υποστηρίζει ότι το Εθνικό Μουσείο Αμερικανικής Ιστορίας είναι γεμάτο με έργα «αντιαμερικανικής προπαγάνδας». Ανάμεσα στα παραδείγματα και τις εικόνες που παρατίθενται, αναφέρεται το Εθνικό Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού το οποίο, σε μια σειρά που αποσκοπεί στην εκπαίδευση του κοινού, παρουσίασε την «πυρηνική οικογένεια», την «εργατικότητα» και την «ευφυΐα» ως χαρακτηριστικά των λευκών, που έχουν ρίζες στον ρατσισμό.
Στο στόχαστρο βρέθηκε και η καμπάνια της Εθνικής Πινακοθήκης Πορτρέτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο, θέλει να πάψει η Αμερική να είναι «πλούσια, ανοιχτόχρωμη και ανδροκρατούμενη», αλλά και το Μουσείο Αμερικανικής Ιστορίας, επειδή εκθέτει την «Intersex-Inclusive Progress Pride flag» σε περίοπτη θέση, δίπλα στην αμερικανική σημαία.

Δεν θα μπορούσαν φυσικά να λείπουν οι υποτιμητικές αναφορές για την έκθεση «Ιστορία LGBTQ+» του Μουσείου Αμερικανικής Ιστορίας, που στοχεύει στην «κατανόηση των εξελισσόμενων και αλληλεπικαλυπτόμενων ταυτοτήτων», όπως και για τις εκθέσεις στο Εθνικό Μουσείο Λατινοαμερικανών, που εκπαιδεύουν άτομα «σχετικά με την ταυτότητά τους ως Latinx, LGBTQ+ και αναπήρων». Το ίδιο μουσείο –σύμφωνα με το άρθρο– χαρακτηρίζει την Επανάσταση του Τέξας ως μια «μαζική υπεράσπιση της δουλείας από λευκούς Αγγλοσάξονες εποίκους ενάντια σε Μεξικανούς που πάλευαν για την ελευθερία», και παρουσιάζει τον Πόλεμο ΗΠΑ-Μεξικού ως «βορειοαμερικανική εισβολή» που ήταν «απρόκλητη και υποκινούμενη από πολιτικούς».
Ακόμα και ο Δρ. Anthony Fauci, πρώην διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Λοιμωδών Νοσημάτων και ένας από τους πιο γνωστούς και επιδραστικούς γιατρούς και επιστημονικούς συμβούλους στις Ηνωμένες Πολιτείες, στοχοποιήθηκε. Η Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων είχε παραγγείλει από τον Hugo Crosthwaite τη δημιουργία μιας «animation ταινίας με σχέδια stop-motion» η οποία αφηγείται την πενηντάχρονη καριέρα του καταξιωμένου επιστήμονα. Ο Crosthwaite πιστεύει ότι δεν έχουν δει καν την ταινία, αλλά και μόνο το γεγονός πως αναφέρεται στον Fauci, τον οποίο μισούν, ήταν αρκετό για να συμπεριλάβουν την εν λόγω ταινία στη λίστα. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Τραμπ ο Fauci βρέθηκε στο επίκεντρο μιας θυελλώδους πολιτικής αντιπαράθεσης λόγω της διαφωνίας του σε δηλώσεις και πολιτικές του Λευκού Οίκου, ενώ την περίοδο της πανδημίας του κορωνοϊού δέχτηκε έντονη κριτική από αρνητές του ιού και συντηρητικούς κύκλους, και έγινε στόχος συνωμοσιολογικών θεωριών, απειλών και μιας μαζικής εκστρατείας παραπληροφόρησης.

Στη λίστα αναφέρονται επίσης εκθέσεις που υποστηρίζουν τρανς αθλητές, μετανάστες να παρακολουθούν πυροτεχνήματα της 4ης Ιουλίου «μέσα από ένα άνοιγμα στο τείχος των συνόρων», μια έκθεση που παρουσιάζει το Άγαλμα της Ελευθερίας «να κρατά μια ντομάτα στο δεξί της χέρι αντί για δάδα, και ένα καλάθι με ντομάτες στο αριστερό», ενώ μια άλλη έκθεση χαρακτηρίζεται ως αντιαμερικανική επειδή παρουσιάζει τους Λατινοαμερικανούς ως θύματα εκμετάλλευσης, «υπονοώντας ότι οι ΗΠΑ είναι κλεμμένη γη» και ότι η Ιστορία της βασίζεται στην «αποικιοκρατία». Στην ίδια λίστα θυμήθηκαν να αναφέρουν ακόμα και μια ρήση της ακτιβίστριας της δεκαετίας του ’60, ακαδημαϊκού και συγγραφέως Angela Davis, που παρατίθεται στον ιστότοπο του μουσείου, σημειώνοντας ότι η Davis είχε βρεθεί κάποτε στη λίστα με τους δέκα πλέον καταζητούμενους του FBI.
Σύμφωνα με αυτό το άρθρο-λίστα, το Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης χρησιμοποιεί την αμερικανική γλυπτική για να «προκαλέσει διάλογο και προβληματισμό πάνω σε ζητήματα εξουσίας και ταυτότητας», ενώ η έκθεση για τον Βενιαμίν Φραγκλίνο εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στη δουλεία, προτρέποντας τους επισκέπτες να μάθουν περισσότερα για τα «πειράματά του με τον ηλεκτρισμό και τους σκλάβους που διεξήγε στο σπίτι του», σημειώνοντας ότι τα «επιστημονικά του επιτεύγματα ήταν εφικτά χάρη στο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα στο οποίο ζούσε». Στο ίδιο κείμενο στοχοποιείται και η προσωρινή διευθύντρια του μελλοντικού Μουσείου Ιστορίας των Αμερικανίδων επειδή δήλωσε ότι το μουσείο θα είναι «συμπεριληπτικό» και για άνδρες που αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες.
Αυτή η λίστα με τα απαράδεκτα έργα τέχνης και εκθέσεις αποτελεί έναν ύμνο στη λευκή Αμερική την οποία οραματίζεται ο Τραμπ, με πολιτικές παρεμβάσεις που θέτουν σε κίνδυνο την αξιοπιστία των μουσείων, την ιστορική αλήθεια και την εμπιστοσύνη του κοινού.
Η αντίδραση της καλλιτεχνικής κοινότητας και η υπεράσπιση της ελευθερίας έκφρασης
Μουσεία και επιστήμονες από όλο τον κόσμο υπερασπίζονται σθεναρά την ανεξαρτησία του Smithsonian, θεωρώντας κάθε παρέμβαση της κυβέρνησης ακραία λογοκρισία που θυμίζει ιστορικά παραδείγματα πολιτικής παρέμβασης στην τέχνη, όπως οι ναζιστικές κατασχέσεις έργων «εκφυλισμένης τέχνης». Πρόκειται για μια πρακτική που επινόησαν οι ναζί στο πλαίσιο δημόσιας εκστρατείας για την καταστροφή της σύγχρονης τέχνης, η οποία, όπως ισχυριζόταν, παράγεται από «ηλίθιους», «ψυχικά ασθενείς», «εγκληματίες», «κερδοσκόπους», «μπολσεβίκους» και «Εβραίους». Οι κατασχέσεις αυτές διήρκεσαν από τη στιγμή που ο Χίτλερ ανήλθε στην εξουσία το 1933 μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Το ίδιο το Smithsonian αρνήθηκε να σχολιάσει τη λίστα που δημοσίευσε ο Λευκός Οίκος. Σημειώνεται βέβαια ότι τον Ιούνιο το Ίδρυμα εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία δεσμευόταν πως θα συνεχίσει να στηρίζει την έρευνα και την εξωστρέφεια με βάση την επιστημονική εγκυρότητα, και ότι παραμένει «ανεπηρέαστο από πολιτικές ή κομματικές σκοπιμότητες».

Ενώ πολλοί καλλιτέχνες και ακαδημαϊκοί αρνούνται να τοποθετηθούν δημοσίως προκειμένου να μη στοχοποιηθούν, κάποιοι θεωρούν ότι η επίθεση από τον Λευκό Οίκο αποτελεί «παράσημο τιμής», ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναφέρουν ότι η πολιτική Τραμπ θα έχει αποθαρρυντική επίδραση σε καλλιτέχνες, μουσεία και γκαλερί.
Στο εν λόγω άρθρο του Λευκού Οίκου απάντησαν και καλλιτέχνες και ακαδημαϊκοί που μίλησαν στο National Public Radio (NPR), αναφέροντας ότι ο έλεγχος που επιχειρεί να ασκήσει ο Αμερικανός πρόεδρος στα μουσεία του Smithsonian έχει στόχο την ευθυγράμμιση του Ιδρύματος με τις πολιτιστικές οδηγίες του Τραμπ ενόψει των εορτασμών για τη 250ή επέτειο της Διακήρυξης της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, το 2026, και την προβολή της υπεροχής της Αμερικής.

Ο Rigoberto A. González, που ο πίνακάς του με τίτλο «Πρόσφυγες που Διασχίζουν το Τείχος των Συνόρων προς το Νότιο Τέξας» μπήκε στη λίστα Τραμπ, αρνείται ότι με το έργο του προωθεί την παράνομη διέλευση των συνόρων. Αντίθετα, όπως λέει, αποτυπώνει την πραγματικότητα. Ο ίδιος είναι Αμερικανός πολίτης του οποίου το έργο συχνά εστιάζει στη ζωή των ανθρώπων στην παραμεθόρια περιοχή, στα νότια σύνορα του Τέξας, όπου ζει. Όπως δήλωσε στο NPR, αρχικά σοκαρίστηκε όταν είδε το έργο του στη λίστα αλλά θεωρεί ότι πήρε μια εύγλωττη απάντηση για το τι συμβαίνει στην Αμερική, «από μια προεδρία που εφαρμόζει πολιτική ξεκάθαρα αντιμεταναστευτική».
Στο στόχαστρο του Λευκού Οίκου βρέθηκε και ο Ibram X. Kendi, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Howard και συγγραφέας, ο οποίος χαρακτηρίζεται «σκληροπυρηνικός woke ακτιβιστής». Ο Kendi, συγγραφέας του βιβλίου «Πώς να είσαι αντιρατσιστής», που παρουσιάστηκε το 2019 από το Εθνικό Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού σε μια διαδικτυακή εκπαιδευτική σειρά, και προτρέπει τους αναγνώστες να «αποδομήσουν ενεργά τον ρατσισμό, να “ξεμάθουν” τις ρατσιστικές ιδέες και να αναγνωρίσουν τη φυλετική ισότητα», δεν εκπλήσσεται. «Όσοι από εμάς ασχολούνται με την έρευνα προσπαθώντας να εξηγήσουν με επιστημονικό τρόπο τι είναι ο ρατσισμός, έχουν συνήθως περιγραφεί ως ακτιβιστές, σε αντίθεση με αυτό που πραγματικά είμαστε: ακαδημαϊκοί και διανοούμενοι που χρησιμοποιούμε την έρευνα και την ανάλυση με σκοπό να παρουσιάσουμε την αλήθεια. Είναι ένας τρόπος να με δυσφημίσουν, να αποσπάσουν την προσοχή από την ακαδημαϊκή μου δραστηριότητα και να με μετατρέψουν σε ένα ανάξιο λόγου άτομο που δεν πρέπει να λαμβάνει κανένας σοβαρά υπόψη», λέει.

Ο Kendi, του οποίου το όνομα περιλαμβάνεται τα τελευταία πέντε χρόνια σε λίστες σαν αυτή, λέει ότι οι ενέργειες του Λευκού Οίκου θυμίζουν την εποχή του Τζιμ Κρόου, όταν οι πολιτικοί και οι ηγέτες που ασκούσαν φυλετικό διαχωρισμό «ήταν σθεναρά αντίθετοι στο να παρουσιάζουν τα δημόσια μουσεία μας μια ακριβή εικόνα της δουλείας, ή του Εμφυλίου Πολέμου, ή του ακτιβισμού υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων. Ακόμα και πριν από αυτό», σημειώνει, «ορισμένοι ηγέτες προσπάθησαν να παρουσιάσουν τη δουλεία ως “καλή” για τους Αφροαμερικανούς και να υποβαθμίσουν το επίπεδο φρίκης, βασανιστηρίων και τρόμου που αντιμετώπιζαν οι μαύροι».
Τον περασμένο μήνα, η ζωγράφος Amy Sherald, προτού το όνομά της συμπεριληφθεί στη λίστα Τραμπ, ακύρωσε την επερχόμενη έκθεσή της στην Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων. Η Sherald, η οποία είναι από τις διασημότερες εικαστικούς στην Αμερική και έχει φιλοτεχνήσει το πορτρέτο της Μισέλ Ομπάμα που εκτίθεται στην Πινακοθήκη, δεν δέχτηκε την απόπειρα προληπτικής λογοκρισίας όταν της ζητήθηκε να αποσύρει το έργο της «Trans Forming Liberty» που απεικονίζει μια τρανς γυναίκα με ροζ μαλλιά και μπλε φόρεμα που κρατάει έναν φακό, ώστε να μην «προκαλέσει» τον Τραμπ. Μιλώντας στο NPR, η καλλιτέχνιδα δήλωσε ότι «κάθε πορτρέτο που φτιάχνω είναι μια αντιτρομοκρατική πράξη για να αντιμετωπίσω αυτό το είδος επίθεσης στην αμερικανική Ιστορία, στην ιστορία των μαύρων Αμερικανών και στους μαύρους Αμερικανούς».

Ο Richard Meyer, ιστορικός τέχνης και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, λέει ότι τα μηνύματα του Λευκού Οίκου για το Smithsonian τον έχουν μπερδέψει. «Δεν έχω ξαναδεί ποτέ μια τέτοια λίστα. Εννοώ, μου θυμίζει εποχές μακαρθισμού. Είναι σαν ένα είδος “λίστας εχθρών”; Σημαίνει ότι τα έργα θα αποσυρθούν και δεν θα είναι προσβάσιμα για το κοινό; Τι συμβαίνει ακριβώς; Ποιος λαμβάνει αυτές τις αποφάσεις; Πώς αντιμετωπίζεται η τέχνη και σε ποιο σημείο ασκείται λογοκρισία;» αναρωτιέται.
Σύμφωνα με τον Meyer, αυτό που εκτυλίσσεται σήμερα είναι λιγότερο ξεκάθαρο από ό,τι οι πολιτιστικοί πόλεμοι που συνέβησαν στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τότε, είχαν ξεσπάσει πολιτικές διαμάχες για τις ομοερωτικές φωτογραφίες του Robert Mapplethorpe, τις οποίες κάποιοι θεώρησαν «άσεμνες», και για τη φωτογραφία του Andres Serrano του 1987 «Piss Christ», που δείχνει τη μορφή του Χριστού σε σταυρό μέσα σε μια λίμνη ούρων. Και τα δύο έργα ξεσήκωσαν μια σταυροφορία από τον τότε γερουσιαστή Jesse Helms κατά του National Endowment for the Arts (NEA). Η κυβέρνηση Τραμπ ήδη έχει αρχίσει να ακυρώνει τις επιχορηγήσεις προς το NEA.

Ο Meyer, που έχει γράψει το βιβλίο «Εκπροσώπηση, λογοκρισία και ομοφυλοφιλία στην αμερικανική τέχνη του 20ού αιώνα», επισημαίνει ότι η λογοκρισία της τέχνης πάντα προκαλούσε έντονες αντιδράσεις, ωστόσο φοβάται ότι υπάρχει ο κίνδυνος οι ανερχόμενοι καλλιτέχνες να αρχίσουν να αυτολογοκρίνονται, κάτι που θεωρεί το χειρότερο είδος λογοκρισίας.
Και ενώ ο πόλεμος Τραμπ-Smithsonian μαίνεται, το Ίδρυμα μοιάζει αποφασισμένο να κρατήσει χαμηλούς τόνους, παρότι καμία από τις κρίσεις που έχει περάσει στο παρελθόν δεν συγκρίνεται με την ένταση της επίθεσης που έχει εξαπολύσει τώρα η κυβέρνηση με στόχο να ελέγξει πλήρως το αφήγημα της αμερικανικής Ιστορίας μέσω του πιο ισχυρού πολιτιστικού πυλώνα της χώρας, της ναυαρχίδας των μουσείων και των πολιτιστικών ιδρυμάτων.
Πηγές: The Washington Post, National Public Radio, New York Times, The Smithsonian, The White House