» Στην αρχή έμοιαζε με ένα αστείο επιπέδου Σεφερλή. Ελάχιστα καλύτερος από μια αυτοαναφορική μεσημεριανή εκπομπή που σχολιάζει το τίποτα με βαθυστόχαστο βλέμμα, ο γεμάτος τεστοστερόνη αθλητικός Τύπος προετοίμαζε με εμπορικές κραυγές το κλίμα του ντέρμπι Ολυμπιακού - ΑΕΚ της προηγούμενης εβδομάδας. Οι ρόλοι είχαν δοθεί, ανάλογα με τη χρωματική προτίμηση. Οι μεν ήταν τα «αλάνια», οι δε οι «τσαμπουκάδες». Κάποιοι οι σφετεριστές, κάποιοι άλλοι οι υπερασπιστές. Και στο τέλος, νικήτρια όλων η μετριότητα.

»Όσο περνάει ο καιρός, οι ρόλοι στο ελληνικό ποδόσφαιρο έχουν διανεμηθεί με ακρίβεια. Σαν μικρά παιδιά που μαλώνουν για το πόσο καλοί είναι οι μπαμπάδες τους, σαν γείτονες που μετράνε πόσο πράσινο είναι το απέναντι γκαζόν, οι ομάδες κινούνται στην αυτοαναφορική μετριότητα της σύγκρισης, χωρίς να αντιλαμβάνονται πως οι ευρωπαϊκές σφαλιάρες από τους Κύπριους δεν είναι συμπτώσεις αλλά συμπτώματα.

»Ενοχλητικές λεπτομέρειες, αλλά λεπτομέρειες. Από τις οποίες, αναπόφευκτα, ξεχωρίζουν οι μέτριοι στο ρόλο των καλών. Όπως ο Ολυμπιακός. Μια ομάδα που κινείται σε περιόδους hard rock όπου ο πρόεδρος αγναντεύει από τη Μύκονο, οι οπαδοί αγοράζουν εφημερίδες βρίζοντας (χαμηλόφωνα) τον πρόεδρο και οι παίκτες ξέρουν πως αν κάνουν δυο συνεχόμενες ήττες μπορεί να γίνουν καλοί φίλοι με τους φαναρτζήδες της γειτονιάς τους. Μια ομάδα, όμως, που στα δύσκολα αποδεικνύει πως μπορεί να αποδίδει στον ίδιο ύποπτα αποτελεσματικό τόνο. Το απέδειξε και την Κυριακή με πρωταγωνιστές δυο τύπους που το άθροισμα της ηλικίας τους φτάνει στα 70, κάτι γεροντοπαλίκαρα με ονόματα που τελειώνουν σ3 -ιτς.

»Κοβάσεβιτς και Τζόρτζεβιτς. Δυο παίκτες, ένα τριχωτό κεφάλι , δυο φυσιογνωμίες βγαλμένες από τον κυνισμό του αποτελέσματος. Δεν είναι τόσο ικανοί όσο παλιά, ο Μεγάλος Κουρέας χρόνος τους έχει κόψει πολλά εμφανισιακά και αγωνιστικά. Έχουν όμως την υπεραξία της ποδοσφαιρικής σοφίας να εμφανιστούν (χωρίς ιδρώτα) στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή. Αξία ανεκτίμητη σε ένα χώρο γεμάτο υπερεκτιμημένα τίποτα που σκάνε σαν φούσκες στα σημαντικά crash test. Και κάπως έτσι, το κακόγουστο αστείο του ελληνικού πρωταθλήματος συνεχίζεται. Και θα καταλήξει όπως οι περισσότερες κρυάδες. Σε ένα μικρό χαμόγελο από τον (πάλι κόκκινο;) πρωταθλητή απλά για την ευγένεια του πράγματος. Και μετά, πάλι τίποτα.