«Ποράιμος» –όρος που εισήγαγε ο Ρομά μελετητής και ακτιβιστής Ίαν Χάνκοκ τη δεκαετία του 1990, και σημαίνει «αφανισμός»– ονομάζεται η προσπάθεια της ναζιστικής Γερμανίας και των συμμάχων της κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου να διαπράξει εθνοκάθαρση, η οποία κατέληξε σε γενοκτονία των Ρομά της Ευρώπης. Οι Ρομά και οι Σίντι (μια φυλή Ρομά ινδικής προέλευσης που εγκαταστάθηκε στα περίχωρα των αστικών κέντρων της κεντρικής Ευρώπης) ήταν από τις ομάδες που στοχοποιήθηκαν από τους ναζί για ολοκληρωτική εξόντωση. Εκατοντάδες χιλιάδες άτομα δολοφονήθηκαν, πολλά χωρίς να καταγραφούν ποτέ, ενώ πολύ περισσότερα φυλακίστηκαν, υποχρεώθηκαν σε καταναγκαστική εργασία ή υποβλήθηκαν σε αναγκαστική στείρωση και ιατρικά πειράματα. Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι σχεδόν πεντακόσιες χιλιάδες Ρομά και Σίντι έχασαν τη ζωή τους από τους ναζί και τους συνεργάτες τους κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μεταξύ αυτών και ένας από τους θρύλους της δεκαετίας του ’30 στη Γερμανία, ένας πυγμάχος-είδωλο που προτίμησε τον θάνατο από το να προδώσει τη φυλή του. Ο Γιόχαν «Ρουκέλι» Τρόλμαν είναι μια ξεχωριστή περίπτωση για τα χρονικά της Γερμανίας, ξεχασμένος για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο –δεν μιλούσαν γι’ αυτόν ούτε καν τα επιζώντα μέλη της οικογένειάς του–, μέχρι το 1997 που κυκλοφόρησε ένα βιβλίο για τη ζωή του, το οποίο πυροδότησε το ενδιαφέρον για το πρόσωπό του και έδωσε την αφορμή σε έναν απόγονό του (τον Μάνουελ Τρόλμαν, ανιψιό του εγγονού του), να αρχίσει να ερευνά την οικογενειακή ιστορία. Εβδομήντα χρόνια μετά, η Γερμανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας αναγνώρισε τελικά τον Ρουκέλι ως νικητή του αγώνα πρωταθλήματος του 1933, έναν τίτλο που του αρνήθηκαν οι ναζί, και τον συμπεριέλαβε στον κατάλογο των πρωταθλητών Γερμανίας.
«Αν πεις “δεν είμαι Τσιγγάνος” προδίδεις τον πατέρα σου, προδίδεις τη μάνα σου, ο Τρόλμαν δεν το έκανε», προσθέτει ο Δημήτρης, «γιατί θα μπορούσε να είναι ο βασιλιάς του κόσμου εκείνη την εποχή, και η επιλογή του είχε ακόμα πιο μεγάλη αξία, γιατί ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου».
Η αποκατάσταση του ονόματος ενός πρωταθλητή που διώχτηκε ανελέητα και δολοφονήθηκε στα 37 του χρόνια από το ναζιστικό καθεστώς, επειδή εξαιτίας της καταγωγής του «υποβίβαζε το κύρος» της αρίας φυλής, έστρεψε το ενδιαφέρον των γερμανικών μέσων πάνω του, έτσι η τραγική ιστορία του Γιόχαν «Ρουκέλι» Τρόλμαν έγινε γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο. Ένα άρθρο του δημοσιογράφου Μικαΐλ Κράουσνικ που έφτασε πριν από μερικά χρόνια στα χέρια του σκηνοθέτη Ηλία Μαλανδρή τού έδωσε έμπνευση να γράψει το θεατρικό έργο «Πού πήγαν;», το οποίο βασίστηκε στη ζωή του Ρουκέλι, και στη συνέχεια αποφάσισε να το κάνει ταινία μυθοπλασίας. «Έχουν γυριστεί πολλά ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή του Ρουκέλι», λέει, «και πέρσι στο Φεστιβάλ των Καννών προβλήθηκε μια εικαστική ταινία κινουμένων σχεδίων με θέμα τη ζωή του, αλλά είναι η πρώτη φορά που γυρίζεται ταινία μυθοπλασίας. Η ταινία είναι μια φιλόδοξη συνεργασία ελληνο-γερμανο-ισπανικής παραγωγής με πρωταγωνιστές Ρομά, ενώ εμβληματικούς ρόλους θα ερμηνεύσουν Ισπανοί, Γερμανοί και Έλληνες ηθοποιοί. Είναι η πρώτη διεθνής ταινία που γυρίζεται σχεδόν με αποκλειστικά Ρομά πρωτοβουλία, με στελέχωση από νέους Ρομά δημιουργούς».
Για τους Ρομά ο Ρουκέλι είναι ήρωας, και ο σκηνοθέτης ήθελε ο πρωταγωνιστής του να είναι Έλληνας Ρομά. Άρχισε να κάνει οντισιόν και να ψάχνει νεαρούς πυγμάχους σε καταυλισμούς Ρομά και σε αθλητικές ομοσπονδίες. Aφού είδε εκατοντάδες υποψηφίους για τον ρόλο, κατέληξε σε έναν 16χρονο πυγμάχο με Ρομά καταγωγή, τον Δημήτρη Λιακόπουλο.
«Το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν να βρω έναν νεαρό που να μοιάζει φυσιογνωμικά στον Ρουκέλι αλλά να έχει και το “χορευτικό” στυλ του, και ο Δημήτρης είναι ιδανικός για τον ρόλο», λέει. «Είναι ανιψιός του τράπερ Jitano, ο οποίος θα έχει επίσης ενεργό συμμετοχή στην ταινία σε ρόλο-έκπληξη».
Στις φωτογραφίες ο νεαρός Δημήτρης μοιάζει με μια σύγχρονη ενσάρκωση του Ρουκέλι –η ομοιότητα είναι εντυπωσιακή– και δείχνει μεγαλύτερος από την πραγματική ηλικία του. Από κοντά είναι ένα παιδί, ντροπαλό και συνεσταλμένο, που φαίνεται ότι δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα αυτό που του έχει συμβεί: να βρεθεί ξαφνικά πρωταγωνιστής σε μια διεθνή ταινία που φιλοδοξεί να φτάσει όπου υπάρχουν Ρομά. «Όταν έμαθα ποιος είναι ο άνθρωπος που θα υποδυθώ, τρόμαξα», λέει, «γιατί είναι μεγάλο το βάρος που πρέπει να σηκώσω για να παίξω έναν θρύλο. Ασχολούμαι με την πυγμαχία και είμαι και κουρέας. Όταν ήρθε η πρόταση, με αιφνιδίασε, νόμιζα ότι μου κάνουν πλάκα. Έλεγε “θέλεις να παίξεις σε μια ταινία;”. Όταν το είδα, σκάλωσα και απάντησα “όχι, σε ευχαριστώ πολύ, αλλά δεν με ενδιαφέρει. Καλή συνέχεια”. Δεν φαινόταν να είναι αληθινό. Μετά πήραν τηλέφωνο τον θείο μου, τον Jitano, και μου είπε “θα τους δούμε”. Κλείσαμε ραντεβού με τον κύριο Ηλία και κατάλαβα ότι ήταν κάτι σοβαρό που ήταν πρόκληση για μένα. Διάβασα αυτά που είχε ετοιμάσει και έμαθα ποιος ήταν ο άνθρωπος που θα υποδυθώ. Μου άρεσε που ως Τσιγγάνος δεν έχανε, αλλά όταν έγινε Γερμανός, αφέθηκε να χάσει. Μου άρεσε επίσης που ήταν περήφανος για την καταγωγή του. Ο Γιόχαν Ρουκέλι Τρόλμαν έγινε σύμβολο ακριβώς επειδή τον σκότωσαν, για την ανάγκη του να πει “εγώ αυτό είμαι, και θα με δεχτείτε όπως είμαι, γι’ αυτό που είμαι”. Αυτό έχει αξία και σήμερα γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν ρατσιστικές συμπεριφορές. Είμαι Τσιγγάνος και είμαι περήφανος για την καταγωγή μου και έτσι πρέπει να είναι όλοι οι άνθρωποι. Έχω πολλές φορές αισθανθεί όμως ότι οι άνθρωποι με βλέπουν αλλιώς όταν λέω ότι είμαι Τσιγγάνος. Δεν έχω ζήσει ακραίες συμπεριφορές, αλλά καταλαβαίνω ότι σε βλέπουν αλλιώς ως Τσιγγάνο. Για να μπω στον ρόλο του Τρόλμαν, διάβασα τα πάντα γι’ αυτόν. Ακούω κάποια τραγούδια, κάνω ασκήσεις ορθοφωνίας και κάνω ό,τι μου λέει ο σκηνοθέτης για προετοιμασία».
«Η ταινία θα γυριστεί σε πραγματικούς χώρους, δηλαδή στο Νόιενγκαμε και σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αυστρία, μια κοινότητα βασικά όπου πήγαιναν αυτούς που ήθελαν να σκοτώσουν», λέει ο σκηνοθέτης. Όταν έλαβα το άρθρο του Μικαΐλ Κράουσνικ για τον Ρουκέλι που μου έστειλε μια φίλη μου, αυτό που έκανε γνωστή την ιστορία του Ρουκέλι στη Γερμανία το 2003, σκέφτηκα ότι θα είχε πολύ ενδιαφέρον να μάθει γι’ αυτόν περισσότερος κόσμος, γι’ αυτό έγραψα το θεατρικό. Το θέατρο όμως είναι κάτι περιορισμένο, και σίγουρα δεν πιάνει τόσο τις κοινότητες των Ρομά, σπανίως πηγαίνουν θέατρο. Επειδή είναι μια δική τους ιστορία, σκέφτηκα από την αρχή να την πουν οι ίδιοι κι εμείς να είμαστε βοηθητικοί. Ήταν πολύ βοηθητικό το ότι η κόρη του Ρουκέλι ζει και μας έδωσε μια συνέντευξη με πολλές πληροφορίες. Η Ρίτα Φόβε Τρόλμαν έμαθε ποιος ήταν ο πατέρας της μόλις στα 15 της –από τη θεία της, η μητέρα της δεν της είχε μιλήσει ποτέ γι’ αυτόν– σε μια εποχή που τα αντι-Ρομά αισθήματα παρέμεναν έντονα στη μεταπολεμική κοινωνία. Σήμερα είναι πολύ περήφανη για τον πατέρα της και συμμετέχει ενεργά στη διατήρηση της μνήμης του.
Δεν μου αρέσει η φαντασία, προσπαθώ με τις μελέτες μου να βασίζομαι σε πραγματικά γεγονότα, αλλά πολλές φορές με λογικούς συνειρμούς. Για παράδειγμα, δεν έχουμε καμία πληροφόρηση ότι ο Αδόλφος Βιτ, ο αντίπαλος του Ρουκέλι στους αγώνες, ήταν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά το γεγονός ότι αυτός έδωσε στην κόρη του Ρουκέλι τις επιστολές που είχε γράψει ο πατέρας της μέσα στο στρατόπεδο σε οδηγεί να σκεφτείς “πώς αλλιώς θα μπορούσε να τις έχει αυτές τις επιστολές;”. Ο Αδόλφος Βιτ ήταν αντίπαλος του Ρουκέλι αλλά ήταν και ο άνθρωπος που τον προστάτευε – έπρεπε να τον στείλουν σε άλλο στρατόπεδο για να τον σκοτώσουν, όπου δεν είχε προστασία».
Ο Γιόχαν «Ρουκέλι» Τρόλμαν γεννήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1907 κοντά στο Ανόβερο, και ήταν ένα από τα εννέα παιδιά μιας γερμανικής οικογένειας Σίντι. Ξεκίνησε την πυγμαχία σε ηλικία οκτώ ετών και πολύ σύντομα άρχισε να αγωνίζεται με τον σύλλογο Heros-Eintracht του Ανόβερου. Προτού καν κλείσει τα 20 είχε κατακτήσει τέσσερα περιφερειακά πρωταθλήματα και ένα πρωτάθλημα Βόρειας Γερμανίας ως ερασιτέχνης.
Η πυγμαχία ήταν εξαιρετικά δημοφιλές άθλημα στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και ο Ρουκέλι έγινε διάσημος όχι μόνο για την εμφάνισή του –που τον έκανε κάτι σαν είδωλο της εποχής– αλλά και για την ταχύτητα, την ευκινησία και την τεχνική του αρτιότητα. Ανέπτυξε το χαρακτηριστικό «χορευτικό» του στυλ στο ρινγκ, το οποίο σήμερα συχνά θεωρείται προάγγελος της σύγχρονης πυγμαχίας. Ωστόσο, το 1928 τού αρνήθηκαν μια θέση στην εθνική ομάδα της Γερμανίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ, λόγω του «μη γερμανικού» στυλ του. Απτόητος, μετακόμισε στο Βερολίνο και έγινε επαγγελματίας, κερδίζοντας 29 από τους 52 αγώνες στους οποίους συμμετείχε μεταξύ Οκτωβρίου 1929 και Μαΐου 1933. Με την άνοδο όμως των ναζί, τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης άρχισαν να τον στοχοποιούν όλο και περισσότερο, αποκαλώντας τον «ο Τσιγγάνος στο ρινγκ». Στις 9 Ιουνίου 1933, ο Ρουκέλι αγωνίστηκε εναντίον του Αδόλφου Βιτ για τον τίτλο του πρωταθλητή Γερμανίας στην κατηγορία των ημιβαρέων, τίτλο που είχε εγκαταλείψει ο εβραϊκής καταγωγής κάτοχός του, Έριχ Ζέελιγκ, ο οποίος είχε διαφύγει από τη χώρα φοβούμενος για τη ζωή του. Ο Ρουκέλι είχε σίγουρη τη νίκη, όταν ο ναζιστής πρόεδρος της πυγμαχικής αρχής παρενέβη, διατάζοντας τους κριτές να βγάλουν «μη απόφαση» και να μην απονείμουν τον τίτλο. Η έκβαση αυτή προκάλεσε τέτοια κατακραυγή από το κοινό ώστε ο Ρουκέλι ανακηρύχθηκε εσπευσμένα πρωταθλητής, όμως λίγες ημέρες αργότερα τού αφαιρέθηκε ξανά ο τίτλος από τις γερμανικές αρχές πυγμαχίας με την αιτιολογία της «κακής πυγμαχίας».
Ορίστηκε νέος αγώνας για τις 21 Ιουλίου και ο Ρουκέλι διατάχθηκε να αγωνιστεί με «γερμανικό στυλ» και «να μη χορεύει σαν Τσιγγάνος». Ήξερε ότι έπρεπε να χάσει, επειδή ήταν Σίντι. Μπήκε στο ρινγκ με το πρόσωπο και το σώμα του καλυμμένα με αλεύρι και τα μαλλιά του βαμμένα ξανθά: μια καρικατούρα του Άριου και μια θαρραλέα πράξη διαμαρτυρίας απέναντι στις διακρίσεις που υφίστατο. Έμεινε σχεδόν ακίνητος, δεχόμενος τα χτυπήματα του αντιπάλου του, Γκούσταβ Έντερ, μέχρι που βγήκε νοκ άουτ στον πέμπτο γύρο.
Αυτό σήμανε το τέλος της πυγμαχικής του καριέρας. Πάλεψε να επιβιώσει, στάλθηκε δύο φορές στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας Ανόβερο-Άλεμ και για ένα διάστημα κρύφτηκε για να αποφύγει περαιτέρω διώξεις. Το 1938, προκειμένου να αποφύγει την απέλαση σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, συμφώνησε να υποβληθεί σε στείρωση με τη «διάγνωση» της «εκ γενετής πνευματικής ανεπάρκειας». Χώρισε τη Γερμανίδα (μη Σίντι) σύζυγό του για να προστατεύσει εκείνη και τη μικρή τους κόρη, Ρίτα. Με το ξέσπασμα του πολέμου το 1939 επιστρατεύτηκε στον γερμανικό στρατό.
Το 1942 αποστρατεύτηκε ατιμωτικά από τη Βέρμαχτ για φυλετικούς λόγους, μαζί με όλους τους Σίντι και Ρομά, και λίγο αργότερα συνελήφθη από την Γκεστάπο, βασανίστηκε άγρια και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νόιενγκαμε κοντά στο Αμβούργο. Ο διοικητής του στρατοπέδου τον αναγνώρισε ως πρώην αστέρα της πυγμαχίας και τον διέταξε να εκπαιδεύει τους άνδρες των SS τη νύχτα, μετά από εξαντλητικές 12ωρες βάρδιες εργασίας. Καθώς η υγεία του επιδεινωνόταν, η παράνομη επιτροπή κρατουμένων σκηνοθέτησε τον θάνατό του, του εξασφάλισε ψεύτικη ταυτότητα και κατάφερε να τον μεταφέρει στο Βίτενμπεργκ, ένα από τα παραρτήματα του Νόιενγκαμε. Ωστόσο, και εκεί αναγνωρίστηκε ως ο πρώην πυγμάχος και αναγκάστηκε να αγωνιστεί με τον Έμιλ Κορνέλιους, έναν διαβόητο μαφιόζο. Ο Τρόλμαν τον νίκησε, αλλά σε μια πράξη άγριας εκδίκησης ο Κορνέλιους τον ξυλοκόπησε μέχρι θανάτου με ρόπαλο τον Μάρτιο του 1944.
«Ο ρατσισμός ενάντια στους Ρομά είναι μια θλιβερή κατάσταση», λέει ο Δημήτρης, «και εδώ στην Ελλάδα είναι ακόμα πιο θλιβερή, γιατί στις περισσότερες χώρες του κόσμου έχουν αφομοιωθεί, ενώ εδώ θέλουν να μας κρατούν στο περιθώριο. Στην πορεία και οι ίδιοι οι Ρομά θέλουν να μένουν στο περιθώριο, γιατί αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους με καχυποψία.
Η οικογένειά μου έχει χαρεί πολύ για τον ρόλο, δεν έχω αποφασίσει ακόμα όμως αν θα συνεχίσω με την ηθοποιία, δεν ξέρω πώς θα είναι, δεν ξέρω αν θα μου αρέσει τόσο ώστε να σταματήσω αυτό που κάνω ή αν θα μείνει εδώ που είναι. Δεν έχω δει ακόμα τη δυσκολία της δουλειάς. Αν δεν έχω επιτυχία σε αυτό, θα συνεχίσω να είμαι μπαρμπέρης. Αν όλα πάνε καλά, θα ήθελα να πάω σε μια δραματική σχολή».
«Δεν είναι πολύ σκληρός ο ρόλος για έναν 16χρονο;» ρωτάω τον σκηνοθέτη.
«Ναι, και να σου πω την αλήθεια ήμουν σε μεγάλο δίλημμα, γιατί είναι μικρός. Στις φωτογραφίες και στα στόρι φαίνεται πιο μεγάλος, περίμενα να είναι 20-21, αλλά στην πρώτη συνάντηση έμαθα ότι είναι 16 και όλο αυτό είναι λίγο αγχωτικό. Από την άλλη, αν καθίσεις να συζητήσεις μαζί του χωρίς το μικρόφωνο, που τον αγχώνει, είναι πιο ώριμος από την ηλικία του και έχει τη δυνατότητα της μεταμόρφωσης. Θα παίξει όλες τις ηλικίες του Τρόλμαν γιατί δεν βρίσκεις εύκολα αυτό το φιζίκ, που να του μοιάζει.
Το θέμα είναι να εξελίσσεται κάποιος και να ανεβαίνει όσο ζει, γιατί ερχόμαστε σε αυτήν τη ζωή και πρέπει κάτι να αφήσουμε. Να γίνουμε κι εμείς καλύτεροι άνθρωποι. Πιστεύω ότι ο Δημήτρης, παίζοντας αυτόν τον ρόλο, αναγκαστικά θα ταυτιστεί με τις ιδέες του Τρόλμαν».
«Αν πεις “δεν είμαι Τσιγγάνος” προδίδεις τον πατέρα σου, προδίδεις τη μάνα σου, ο Τρόλμαν δεν το έκανε», προσθέτει ο Δημήτρης, «γιατί θα μπορούσε να είναι ο βασιλιάς του κόσμου εκείνη την εποχή, και η επιλογή του είχε ακόμα πιο μεγάλη αξία, γιατί ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Δεν έκρυψε την καταγωγή του απλώς για να κάνει καριέρα· θα μπορούσε να είχε ζήσει αν την είχε κρύψει. Αυτό το υπόδειγμα ιδεαλισμού είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα για ένα παιδί που ζει μέσα σε αυτή την κοινότητα. Και μόνο για αυτή την ιστορία είμαι περήφανος που είμαι Τσιγγάνος».
Ο χορευτικός τρόπος που ο Δημήτρης παίζει μποξ είναι ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό που έχει κοινό με τον Ρουκέλι. «Το χορευτικό στυλ μου μού το είχε δείξει ο προπονητής μου και στην αρχή δεν το πήρα πολύ στα σοβαρά», λέει, «αλλά μετά, όταν το είδα σε άλλους, κατάλαβα ότι είναι δύσκολο ο άλλος να σε πετύχει αν κινείσαι διαρκώς. Όπως έκανε και ο Ρουκέλι. Από τότε πάω κι εγώ έτσι. Μου αρέσει προφανώς».
«Τα γυρίσματα ξεκινούν στο τέλος Απριλίου, σε Ισπανία, Γερμανία, Ελλάδα», λέει ο Ηλίας Μαλανδρής. «Στην Ελλάδα έχουν γίνει ήδη κινήσεις για να γίνει γνωστή η ιστορία του Ρουκέλι, έχει βγει ένα κόμικ (“Νεκρός Χορός”, εκδόσεις Μικρός Ήρως, 2025) και στις Κάννες πέρσι παίχτηκε ένα εικαστικό βίντεο με την ιστορία του. Ο στόχος είναι το 2033, εκατό χρόνια από τότε που πέθανε αυτός ο άνθρωπος, να έχει συγκεντρωθεί από όλες τις χώρες στις οποίες υπάρχουν Ρομά ένα υλικό που θα οδηγήσει στο να θυμηθούμε τη δράση του Ρουκέλι – που δεν είναι σύμβολο μόνο για τους Ρομά, είναι σύμβολο για όλη την ανθρωπότητα που δεν θέλει την παγκοσμιοποίηση· θέλει ο καθένας να μπορεί να πει ξεκάθαρα “εγώ αυτός είμαι και θα με δεχτείτε όπως είμαι και όχι όπως θέλετε να με φτιάξετε”. Επί του πρακτέου, αυτήν τη στιγμή συζητάμε με δύο μεγάλες εταιρείες στην Ελλάδα, μία στην Ισπανία και μία στη Γερμανία. Θα συμβάλει η ΕΡΤ και το Kανάλι της Βουλής και μας έχει δώσει και μια χορηγία η ΔΕΗ».
«O Jitano είναι ο αδερφός της μάνας μου», λέει ο Δημήτρης. «Γεννήθηκα στην Καλαμάτα και είχα μια πολύ ανέμελη παιδική ηλικία, με πολύ παιχνίδι. Μετά οι γονείς μου χώρισαν και ήρθαμε με τη μάνα μου στην Αθήνα και από τότε πηγαινοέρχομαι, Καλαμάτα - Αθήνα. Αν πρέπει να αναφέρω κάτι που είναι ξεκάθαρα τσιγγάνικο, θα σου πω τις γιορτές μας, που κρατάνε όλη μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, και όχι μόνο μερικές ώρες. Οι γάμοι μας κρατάνε τρεις μέρες. Αυτό είναι επίσης κάτι χαρακτηριστικό της φυλής μας: τα παιδιά λογοδίνονται από μικρά, από νεαρή ηλικία, τους το περνάνε αυτό οι γονείς, αυτοί αρραβωνιάζουν τα παιδιά από νωρίς γιατί πιστεύουν ότι αυτό είναι το σωστό. Ευτυχώς αυτό με τα χρόνια αλλάζει, δεν είναι εύκολο όμως γιατί θεωρείται αυτονόητο, μέρος της κουλτούρας...».