ΓΕΝΝΗΜΕΝΗ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ το 1801, κόρη αριστοκρατικής οικογενείας, η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου θεωρείται η πρώτη Ελληνίδα πεζογράφος. Έζησε μέχρι τα τριάντα ένα της και πέθανε κατά τη διάρκεια του τοκετού του γιου της.

 

Αν και μεγάλωσε σε κλειστό περιβάλλον, ασχολήθηκε από νεαρή ηλικία με τα γράμματα έκανε δύο πεζές μεταφράσεις της Οδύσσειας και του Προμηθέα Δεσμώτη, έγραψε έργα για το θέατρο ‒και μάλιστα στα ιταλικά‒, οικονομικές και ποιητικές μελέτες, ποιήματα.

 

Παρά τον μεγάλο όγκο του συγγραφικού της έργου, το μόνο που σώθηκε ακέραιο είναι η Αυτοβιογραφία της, που αποτελεί μια σημαντική ιστορική μαρτυρία και συγχρόνως το πρώτο αξιόλογο δείγμα γυναικείας γραφής στη νεοελληνική γραμματεία. Εκδόθηκε από τον γιο της το 1881.

 

Έως τόσον απερνούσα πολλά καλά εις τα Πηγαδάκια. Εγώ δεν είχα κανένα πράγμα οπού να με ενοχλήση, και οι ώραις οπού εκεί απερνούσα ήσαν τη αληθεία ώραις ευτυχισμέναις.

 

Γεννημένη στις 2 Οκτωβρίου του 1802, η Ελισάβετ Μαρτινέγκου μεγάλωσε στη Ζάκυνθο των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα, όπου η επιθυμία της να μορφωθεί πέρα από κάποιο «εύλογο» όριο και να ασχοληθεί με τα γράμματα αντιμετωπιζόταν στις καλύτερες στιγμές ως ιδιοτροπία και στις χειρότερες ως παράπτωμα, ικανό να επιφέρει στιγματισμό.

 

Στην Αυτοβιογραφία τα προσκόμματα που παρεμβάλλει ο περίγυρος, στενότερος και ευρύτερος, παίρνουν συχνά τη μορφή ενός μεγάλου περισπασμού που δεν αφήνουν τη νεαρή Ελισάβετ να αφοσιωθεί στη μελέτη. Κι αυτό δεν είναι καθόλου παράλογο – όταν η αδικία που υφίστασαι είναι τόσο δομική, η κοινωνία ολόκληρη μετατρέπεται σε ενόχληση. Δεν είναι να απορεί κανείς που η Ελισάβετ διαμορφώνει ένα ιδανικό αναχωρητισμού: η εικόνα της ευτυχίας που προβάλλεται στις σελίδες της Αυτοβιογραφίας είναι αυτή μιας ζωής απαλλαγμένης από οχλήσεις:

 

[…] εγώ απαθής και υγιής εστοχαζόμουν πως είχα να ζήσω μακράν από τους θορύβους του κόσμου.

 

Μίαν ημέραν λέγωντάς μου μία χωριατοπούλα πως γνωρίζει το σπήτι μας εις την χώραν, εγώ εστάθηκα να το στοχασθώ με τον νουν, και με την φαντασίαν μού εφάνη πως ήτον γεμάτον σκοτάδι, όθεν εθαύμασα πώς εδυνήθηκα να ζήσω τόσους χρόνους κλεισμένη εις αυτό.  

 

Συνειδητοποιώντας πως μέσα στο σύνηθες πλαίσιο δεν πρόκειται ποτέ να της επιτραπεί να ζήσει όπως θέλει, η Μαρτινέγκου ψάχνει στην πραγματικότητα έναν χώρο εκτός της κοινωνίας: το μοναστήρι είναι μια επιλογή που για εκείνη δεν έχει θρησκευτικές συνδηλώσεις (παρά την ευσέβειά της) αλλά αντιπροσωπεύει απλώς έναν χώρο όπου ο αέρας της έμφυλης καταπίεσης αραιώνει, επιτρέποντάς της να περάσει κάτω από τα ραντάρ και να εκπληρώσει αυτό που έχει επιλέξει ως προορισμό της. Όταν η οικογένειά της τής φράζει αυτήν τη διέξοδο, η Ελισάβετ σκέφτεται ως εναλλακτική λύση την απόσυρση στο οικογενειακό κτήμα, όπου, και πάλι, όσα ονειρεύεται έχουν κυρίως να κάνουν με την απουσία περισπασμών:

 

Σπήτι ευρύχωρον, εύμορφα στολισμένον, καλή βιβλιοθήκη, εκκλησία έδεκει σιμά, πεδιάδα διά περίπατον, όποτε ήθελα να ημπορώ να βλέπω τους συγγενείς μου, άκρα ησυχία, καμμία αιτία διά να με κάμη να πέσω εις σφάλμα, ελπίδα πως ημπορούσα διά μέσου της σπουδής να γίνω ωφέλιμη εις την ανθρωπότητα […]

 

Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου
Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία, εισαγωγή: Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελίδες 160.

Η Μαρτινέγκου αναζητά την ηρεμία και την ειρήνη, κατά βάση για να μπορέσει να αναπτύξει την κλίση και την προσωπικότητά της, την επιθυμία της όμως αυτή θέλει να τη συνδέσει και με κάτι ευρύτερο, επιζητώντας, μέσω της σπουδής, να γίνει ωφέλιμη εις «την ανθρωπίνην εταιρείαν» και αναδεικνύοντας το εξής παράδοξο: ο μόνος τρόπος που έχει μια γυναίκα για να κερδίσει μια θέση στον κόσμο είναι να βγει από αυτόν.

 

Η αίσθηση που προκαλεί αυτή η ένταση –επιθυμία συμμετοχής σε μια συλλογική εμπειρία που σε κρατάει πεισματικά απέξω– αποδίδεται στη συγκλονιστική περικοπή όπου η συγγραφέας, μαθαίνοντας τα νέα για το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, αρχικά ενθουσιάζεται και στη συνέχεια αποκαρδιώνεται, καθώς καταλαβαίνει πως δεν ανήκει στο ίδιο ακριβώς σύνολο με τους επαναστατημένους, πως η ελευθερία που επιδιώκουν δεν την περιλαμβάνει:

 

Επεθύμησα, είπα, από καρδίας, αλλά εκοίταξα τους τοίχους του σπητιού οπού με εκρατούσαν κλεισμένην, εκοίταξα τα μακρά φορέματα της γυναικείας σκλαβίας και ενθυμήθηκα πως είμαι γυναίκα, και περιπλέον γυναίκα Ζακυνθία και αναστέναξα, αλλά δεν έλειψα όμως από το να παρακαλέσω τον Ουρανόν διά να ήθελε τους βοηθήση να νικήσουν […]

 

Οι τοίχοι που την κρατούν κλεισμένη, ο ιδιωτικός κόσμος του σπιτιού, ο μόνος επιτρεπτός για τις γυναίκες, αντιμετωπίζεται από την Ελισάβετ ως φυλακή:

 

Όχι να υπάγω να ησυχάσω, διατί δεν ηθέλησαν οι συγγενείς μου, όχι να υπανδρευθώ, διατί εγώ δεν ήθελα, έπρεπε λοιπόν να μείνω διά παντός εις το σπήτι. Διά παντός εις το σπήτι!

 

Αλλού, πάλι, το σπίτι συνδέεται με το σκοτάδι και την αφάνεια, μια αφάνεια που δεν είναι απλώς κοινωνική αλλά συσκοτίζει την ίδια την ύπαρξή της. Για την Ελισάβετ πρόκειται για αφάνεια του ίδιου της του εαυτού, για ένα πέπλο που την εμποδίζει να ζήσει συνειδητά, καθιστώντας την ύπαρξή της μικρότερης σημασίας ακόμα και για την ίδια. Αυτό της γίνεται πιο φανερό όταν, με κάποια αφορμή, απομακρύνεται, έστω για λίγες μέρες, από το σπίτι, παίρνοντας την ελάχιστη απόσταση από τη συνηθισμένη της ζωή:

 

Μίαν ημέραν λέγωντάς μου μία χωριατοπούλα πως γνωρίζει το σπήτι μας εις την χώραν, εγώ εστάθηκα να το στοχασθώ με τον νουν, και με την φαντασίαν μού εφάνη πως ήτον γεμάτον σκοτάδι, όθεν εθαύμασα πώς εδυνήθηκα να ζήσω τόσους χρόνους κλεισμένη εις αυτό.

 

Γενικά, οι λίγες στιγμές κατά τις οποίες η Ελισάβετ βρίσκεται στον δημόσιο χώρο χαρακτηρίζονται από διαύγεια, είναι στιγμές συνειδητοποίησης. Κατά την απονενοημένη προσπάθειά της να εγκαταλείψει κρυφά το σπίτι και να περάσει στην Ιταλία, η συγγραφέας δείχνει να εκπλήσσεται από το γεγονός ότι δεν νιώθει καμία δειλία:

 

Παράξενον πράγμα! […] εγώ δεν εγροίκησα καμμίαν δειλίαν, εις τον δρόμον μοναχή μου, και υπαντώμουν με τους ανθρώπους, τόσον οπού στοχάζομαι ότι οι νέοι άνδρες δεν έχουσι το πάτημα μήτε πλέον στερεόν, μήτε πλέον ογλίγωρον, αφ’ ό,τι εγώ τότε το είχα.

 

691
Το νέο τεύχος της δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Στα ελάχιστα λεπτά που η Ελισάβετ ζει ελεύθερη, μέσα σε μια απόφαση που κανείς άλλος δεν μαθαίνει ότι έχει πάρει, συνειδητοποιεί πως όλα όσα έμοιαζαν αδύνατα (επειδή οι άλλοι της έλεγαν πως ήταν αδύνατα) είναι τελικά δυνατά και μάλλον εύκολα: πως κι εκείνη μπορεί να κάνει ό,τι και οι νέοι άνδρες, ξεκινώντας από το περπάτημα. Κατανοεί έτσι καθαρά πως το βάρβαρο ήθος που την κρατάει κλεισμένη σπίτι δεν έχει κανένα, αδύναμο έστω, έρεισμα σε οποιαδήποτε πραγματικότητα, αλλά αποτελεί ωμό καταναγκασμό.

 

Γενικώς, καθ’ όλη την Αυτοβιογραφία η οικογένεια της Ελισάβετ δείχνει να μεταχειρίζεται διάφορους τρόπους για να ματαιώσει τις επιδιώξεις της: από την ευθεία άρνηση μέχρι τη χειραγώγηση, τις αναβολές και πάλι πίσω στην ευθεία άρνηση, όταν βλέπουν πως η θέλησή της δεν κάμπτεται.

 

Τούταις οι εναντιότητες, χωρίς να με κάμουν ν’ αλλάξω γνώμην, μ’ επίκραναν, πλην επαρηγορήθηκα με την ελπίδα, ότι βλέπωντάς με έπειτα από δύο ή τρεις χρόνους ακόμη στερεάν εις την γνώμην μου, και ότι φοβούμενοι μήπως η πίκρα είχε μού προξενήση κακόν εις την ζωήν μου, βεβαίως ήθελε με ευχαριστήση.

 

Η πιο χαρακτηριστική ίσως σχετική σκηνή συμβαίνει όταν η Ελισάβετ προειδοποιεί τη μητέρα της πως με την άρνησή τους θα την οδηγήσουν στον μαρασμό και τον θάνατο, για να λάβει την εξής απάντηση:

 

«Αχ! θυγατέρα μου, αυτή μού αποκρίνεται, το να σε χάσω, αφ’ ου σ’ έκαμα τόσον μεγάλην, με πικραίνει πολύ και τούτη η θλίψις θέλει μού προξενήσει και θάνατον, αλλά μ’ όλον τούτο δεν θέλει στέρξω εις εκείνο οπού γυρεύεις».

 

Παρότι σκιαγραφείται με θετικά χρώματα, γενικά, και η Ελισάβετ την αντιμετωπίζει πάντα με αγάπη, ως συμμέτοχη στην κοινή μοίρα, εδώ ο κυνισμός των λόγων της μητέρας παγώνει τον αναγνώστη.

 

Η Μαρτινέγκου θέλει απλώς να περάσει τη ζωή της διαβάζοντας και γράφοντας, αλλά φαίνεται πως για τους υπόλοιπους αυτό είναι παράπτωμα που επισύρει ακόμα και θάνατο: τόσο μεγάλο είναι το διακύβευμα, τόσο απόλυτη είναι η αξίωση που έχουν στη ζωή της. Δεδομένων των συνθηκών, εντυπωσιάζει η ψύχραιμη αντίδρασή της:

 

Βέβαια ανίσως και εγώ κάμω παιδία και ευρεθώ εις παρόμοιαν περίστασιν, δεν θέλει δώσω μίαν τοιαύτην απόκρισιν.

 

Η Μαρτινέγκου δεν κατάφερε να πετύχει τον στόχο της, δεν έζησε όπως ήθελε, δεν βρήκε –όσο ζούσε– μια θέση στον κόσμο. Η απόφασή της, οι βασικές της επιθυμίες αντιμετωπίστηκαν ως ιδιοτροπία, ως καπρίτσιο, κάτι που θα περνούσε με τον καιρό ή από το οποίο θα μπορούσε να απομακρυνθεί με οικογενειακές μηχανορραφίες.

 

Πράγματι, αποδεικνύεται πως με τα χρόνια η Ελισάβετ υπαναχωρεί, όχι όμως γιατί αλλάζει γνώμη, αλλά γιατί κάμπτεται η αποφασιστικότητά της προ των εμποδίων που διαρκώς της θέτουν.

 

Αφ’ ου λοιπόν είδα πως η γνώμη των συγγενών μου δεν άλλαξε, και πως χωρίς την θέλησιν αυτών εγώ δεν ημπορούσα να κάμω τίποτες, τους είπα ότι εγώ έβανα την επιθυμίαν του μοναστηρίου εις μίαν μερίαν (όχι διατί εκατάλαβα πως είναι κακή, αλλά διατί είχα καταλάβει πως δεν δύναμαι να την τελειώσω) και ότι ήμουν έτοιμη να δεχθώ οποίον συμβίον αυτοί ήθελε μου δώσουν.

 

Σχεδόν μέχρι τέλους η Ελισάβετ είχε εμμείνει στην επιθυμία της. Όσο της αρνούνταν εκείνο που ήθελε, τόσο πιο πεισματικά γαντζωνόταν από αυτό. Αδυνατώντας να χαράξει μια ζωή όπως την ήθελε, επέμενε απλώς, πεισματικά, σπαρακτικά, στην απόφασή της, αφού η επιμονή ήταν το μόνο μέσο που είχε για να επιβεβαιώσει πως διέθετε ελεύθερη βούληση – έστω κι αν δεν είχε πού να τη χρησιμοποιήσει.

 

Το γεγονός ότι, ακόμα και όταν τελικά κάμπτεται, δεν σπεύδει να ενστερνιστεί ολόψυχα τη νέα της «απόφαση», αλλά αναγνωρίζει πως πρόκειται για επιβολή και αρνείται να νιώσει χαρούμενη (παρά μόνο ήσυχη), περισώζει την ακεραιότητά της: κατά κάποιον τρόπο, η Ελισάβετ προτιμάει να παραμείνει θλιμμένη μέσα σε έναν μεγαλύτερο εαυτό αντί για χαρούμενη μέσα σε έναν μικρότερο.

 

Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Αυτοβιογραφία

Εισαγωγή: Κατερίνα Σχινά

Σελίδες: 160

Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.