O εκρηκτικός αθηναϊκός λόγος του Κώστα Ταχτσή

O εκρηκτικός αθηναϊκός λόγος του Κώστα Ταχτσή Facebook Twitter
Για τον Ταχτσή, το λειτουργικό δίπολο, το σκοτεινό και το φωτεινό, το απολλώνειο και το διονυσιακό, ήταν η μόνιμη φύση του και η δική του προσπάθεια να καταλάβει τον εαυτό του και την πόλη.
0

«Η ταυτότητά μου λέει ότι γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, αλλά μη δίνετε ποτέ μεγάλη πίστη στις ταυτότητες: είμαι Αθηναίος και μάλιστα από τους ελάχιστους πέμπτης γενιάς. Άλλο να τα ξέρεις από τα βιβλία πως εδώ που πατάμε τώρα κάποτε ίσως να κάθισε ο Σωκράτης με τον Φαίδρο και άλλο να τα ξέρεις από πρώτο χέρι. Να μπορείς να λες: τη βλέπετε αυτή την πολυσύχναστη λεωφόρο, πνιγμένη στο αυτοκίνητο και τα καυσαέρια; Τον καιρό που ήμουν παιδί ήταν ρέμα με κάμποσα σκουπίδια αλλά και με μια ήσυχη νεροσυρμή που πότιζε όσα πλατάνια είχαν απομείνει. Θέλω να πω πως βλέπω την Αθήνα μέσα στην προοπτική του χρόνου, όπως είναι αδύνατον να τη δει ο επαρχιώτης έποικος και ο ξένος επισκέπτης της, και μέσα από αυτήν βλέπω και τον εαυτό μου» γράφει με αστική παρρησία ο Κώστας Ταχτσής στο βιβλίο του Η γιαγιά μου η Αθήνα.


Ένας Ταχτσής (και πάλι) αυτοβιογραφούμενος, όπως σε όλα σχεδόν τα κείμενά του, όπου οι όροι του βιώματος και του παιχνιδιού διαρκώς μπλέκονται και, όπως σε αυτό το χαρακτηριστικό απόσπασμα, η Αθήνα δεσπόζει σε κάθε κρυφό ή φανερό πλάνο. Τα φραγκμέντα της πόλης σαρώνουν το φαντασιακό του συγγραφέα και ποιητή, ενώνοντας την αρχαία εκδοχή με τη σύγχρονη, με την Ηγησώ, για παράδειγμα, από τη διάσημη επιτύμβια στήλη, που τότε παρέμενε εκτεθειμένη στο νεκροταφείο του Κεραμεικού, να του θυμίζει την πολυαγαπημένη του πρόγονο ή, αντίστοιχα, με τον λόφο του Φιλοπάππου να λειτουργεί ταυτόχρονα ως τόπος εξοικείωσης αλλά και απομάκρυνσης από το κέντρο της πόλης, που στα μάτια του ήταν πάντοτε μυθικό, ξεπεσμένο, αλλόκοτο, βρόμικο, αλλά πάντοτε παρόν.

Η επαμφοτερίζουσα στάση που κράτησε ως προς τη λογοτεχνική του ταυτότητα, και όχι μόνο –σε ποιον βαθμό, αλήθεια, ήταν ποιητής και σε ποιον μυθιστοριογράφος, ποια ήταν όρια της αυτοβιογραφίας και κατά πόσο κρατούσε κρυμμένα μυστικά;– είναι διάχυτη σε κάθε αφηγηματική του έξαρση.

Ήταν οι αυλές όπου ξεδιπλώνονταν διάλογοι σαν εκείνους ανάμεσα στη Νίνα και στην Εκάβη από το Τρίτο Στεφάνι, οι παλιές πολυκατοικίες όπου απλώνονταν οι αμέτρητες μπουγάδες, τα τρένα, τα πάρκα, αλλά και οι παράξενες σπηλιές, ναι, σπηλιές, στους λόφους κοντά στην Ιπποκράτους, όπου βίωσε τους πρώτους αγορίστικους έρωτες. Στη λεγόμενη «Τσαγκαρογειτονιά», όπως αποκαλείται η Νεάπολη Εξαρχείων, που είναι και το επίκεντρο της δράσης στο Τρίτο Στεφάνι, ένιωσε τα πρώτα σκιρτήματα για τα αγόρια, προτού αυτά μεταμορφωθούν σε ολοκληρωμένους έρωτες. Σύγκρουση και επιθυμία παραμόνευαν αργότερα στα σκοτεινά στέκια της Ομόνοιας, όπως εκείνα όπου γυρόφερνε ο ήρωάς του, ο καταραμένος γκέι, κομμουνιστής και εξαρτημένος –περίπου όπως ο ίδιος– Ντίνος από το Τρίτο Στεφάνι, ο οποίος ανίχνευε το δικό του βερλενικό καταφύγιο, ένα σκοτεινό λαγούμι κρυμμένο ακριβώς στο κέντρο της πόλης.


Ενώ, λοιπόν, οι περισσότεροι έχουν επικεντρωθεί στη μικροαστική μεγαλοπρέπεια των λόγων της Εκάβης ή της Νίνας στο Τρίτο Στεφάνι, ελάχιστοι έχουν εστιάσει στις διαδρομές των δύο εκδιωχθέντων από την επίσημη τάξη της πόλης, των ανδρικών χαρακτήρων του Δημήτρη και του Ντίνου, αδιαφορώντας για τα δύο αυτά σχεδόν καφκικά αρχέτυπα που πηγαίνουν κόντρα στις νόρμες της σεξουαλικότητας – ακόμα και στις νόρμες της αφήγησης. Για τον Ταχτσή, αυτό το λειτουργικό δίπολο, το σκοτεινό και το φωτεινό, το απολλώνειο και το διονυσιακό, ήταν η μόνιμη φύση του και η δική του προσπάθεια να καταλάβει τον εαυτό του και την πόλη.

O εκρηκτικός αθηναϊκός λόγος του Κώστα Ταχτσή Facebook Twitter
Κανείς δεν κατάφερε να εφεύρει τόσο ενσαρκωμένες ηρωίδες και να γράψει ακριβώς ένα βιβλίο σαν το Τρίτο Στεφάνι, αν και πολλοί το μιμήθηκαν.


Σαν τους δύο θείους του, που ο ένας τον έσερνε στον υπόκοσμο της Ομόνοιας και ο άλλος στον φανταχτερό κόσμο του Συντάγματος – αυτός ο «κόσμος των αδεσμεύτων», όπως τον χαρακτήριζε, τον έκανε να καταλάβει τις εκδοχές του εαυτού του και του άστεως: από τα φτωχικά χαμόσπιτα του Κολωνού στο πιο σενιαρισμένο σπίτι της Ιπποκράτους, από κει στο Σύνταγμα και πίσω στο Μεταξουργείο. Ήταν και ο ίδιος, άλλωστε, ένας αλλόκοτος flâneur με τεράστια μαύρα γυαλιά ηλίου, αγορασμένα προφανώς από κάποιο από τα αμέτρητα ταξίδια του στο εξωτερικό, ένας γεννημένος Θεσσαλονικιός που γυρνοβολούσε στην άλλοτε γενέτειρα του Σοφοκλή, στον Κολωνό, και στη γειτονική περιοχή του Ψυρρή, ανακαλύπτοντας νεοκλασικά με Καρυάτιδες, όπως το θρυλικό σπίτι που έγινε απαραίτητο συστατικό στοιχείο της αφηγηματικής του φαντασμαγορίας. Επρόκειτο για το σπίτι που πρωταγωνιστεί στη σκηνή όπου η Εκάβη αφηγείται στη Νίνα τη ζωή της και της λέει για την εποχή που της άρεσε να κάθεται σε ένα μπαλκόνι με Καρυάτιδες και να χαζεύει τον Θόδωρο που τη γλυκοκοίταζε, το οποίο υπήρχε στην πραγματικότητα. Από αυτό εμπνέεται αργότερα ο Τσαρούχης για να φτιάξει την ομότιτλη υδατογραφία, αλλά και το σκηνικό για τις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, σε μετάφραση του ίδιου του Κώστα Ταχτσή, όπου οι γυναίκες θυμίζουν κατά πολύ τη Νίνα ή την Εκάβη στην εκφορά του παραληρηματικού, γοητευτικού γυναικείου λόγου.


Τα πάντα άλλωστε, από τον μεγάλο φίκο μέχρι τις αυλές, τις μπουγάδες, τους θορύβους της πόλης, το τραμ, τις ξεχασμένες και κρυμμένες μνήμες πίσω από τα γκρεμισμένα ή τα τρυπημένα από σφαίρες σπίτια τον καιρό του Εμφυλίου, απηχούν τη σύνδεση καθαυτή του Κώστα Ταχτσή με την ελληνική Ιστορία, την ερωτική έξαψη και την πόλη στο Τρίτο Στεφάνι, αλλά και στις ιστορίες από τα Ρέστα.

Είναι η πρώτη φορά –ίσως μετά τον Δημήτρη Χατζή– που ένας λογοτέχνης μεταθέτει τα μυθοπλαστικά δεδομένα από τα κυριλέ σαλόνια στις αυλές και στα μπουγαδόνερα, πάνω από τα οποία «δύο γυναίκες συζητάνε για την Ιστορία», όπως φέρεται να έχει πει η Έλλη Αλεξίου, αποκαλύπτοντας τα βαθιά ελληνικά τραύματα. Απωθημένα πολιτικά, ιστορικά και σεξουαλικά έρχονται για πρώτη φορά στην επιφάνεια, αλλά και οι αλήθειες των απανωτών συγκρούσεων και πολέμων, οι αλλοτριωμένες συνειδήσεις και οι βαθιές, χαίνουσες πληγές.


Για τις δύο πρωταγωνίστριές του από το Τρίτο Στεφάνι αυτός ο θυμός ζει μαζί με τα ανεκπλήρωτα όνειρα, αλλά και με μια πρωτόγνωρη αφηγηματική δύναμη που τις κάνει να επιβιώνουν τόσα χρόνια στο συλλογικό φαντασιακό της ελληνικής κουλτούρας: έγιναν ηρωίδες σε ραδιοφωνική εκπομπή, σε θεατρικά έργα, σε τηλεοπτικά σίριαλ. Κανείς δεν κατάφερε να εφεύρει τόσο ενσαρκωμένες ηρωίδες και να γράψει ακριβώς ένα βιβλίο σαν το Τρίτο Στεφάνι, αν και πολλοί το μιμήθηκαν.


Δεν εξαγρίωσε τυχαία τους φιλολογίζοντες κόσμους του καφέ Μπραζίλιαν και του καφέ Βυζάντιον, που ωστόσο ενέπνευσαν και τα αντίστοιχα ποιήματα, όπου ο Κώστας Ταχτσής αντιπαρέρχεται τους κριτικούς, τους πάσης φύσεως εκφραστές της δοκησισοφίας αλλά και τους άγνωστους εραστές, τους κήνσορες, τους όποιους ποδηγέτες. Δεν ανήκε, άλλωστε, ποτέ σε στρατόπεδα ή κλίκες και έκανε ταυτόχρονα παρέα με την τραβεστί Πάολα και τον Νίκο Καρούζο. Η παραληρηματική φωνή της Νίνας, που αντίστοιχα τα βάζει με άνδρες, γειτονιά, σύστημα, γενεαλογικά συστήματα και εν τέλει τον ίδιο της τον εαυτό, γίνεται η επίσημη εκφορά ενός λογοτεχνικού λόγου που δεν άντεξε ποτέ τα λογοτεχνικά συστήματα.

O εκρηκτικός αθηναϊκός λόγος του Κώστα Ταχτσή Facebook Twitter
Τελειώνει το βιβλίο το '60, όταν επιστρέφει από μια κάπως αποτυχημένη απόπειρα να γυρίσει την Ευρώπη με μια βέσπα(!), γράφοντάς το σχεδόν από την αρχή.


Η επαμφοτερίζουσα στάση που κράτησε ως προς τη λογοτεχνική του ταυτότητα, και όχι μόνο –σε ποιον βαθμό, αλήθεια, ήταν ποιητής και σε ποιον μυθιστοριογράφος, ποια ήταν όρια της αυτοβιογραφίας και κατά πόσο κρατούσε κρυμμένα μυστικά;– είναι διάχυτη σε κάθε αφηγηματική του έξαρση: στον ατελείωτο μονόλογο της Νίνας και στον επίσης αντιφατικό χαρακτήρα της Εκάβης, στις σημειώσεις του, στα κείμενά του, στα εξομολογητικά γράμματα προς τους ομοτέχνους του, ειδικά προς τον Νάνο Βαλαωρίτη. Ενώ, λοιπόν, οι προηγούμενοι κριτικοί προσπάθησαν να απαντήσουν στις επιθέσεις που δέχτηκε ο Ταχτσής από τους ομοτέχνους του, φέρνοντάς τον στην πρώτη γραμμή, οι νέοι φιλόλογοι έχουν καταφέρει να εντοπίσουν τον «νέο τόνο», όπως είναι γνωστός στη φιλολογία.

  

Αν παλιότερα την παντιέρα του κύκλου των μελετητών κρατούσαν οι επιμελητές του, όπως ο Θανάσης Νιάρχος, σήμερα αναφαίνεται μια πολύτιμη γενιά φιλολόγων που έχουν καταφέρει να επαναπροσδιορίσουν καίρια τον έκκεντρο λόγο του συγγραφέα και ποιητή. Ο Δημήτρης Παπανικολάου κάνει λόγο για πολλαπλά προσωπεία στα επιμελημένα από τον ίδιο Ποιήματα αλλά και στα Ρέστααπό τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, ενώ πρωτύτερα τον εξεγερμένο λόγο που αναδεικνύει χαμένες φωνές και νόρμες, όπως είχε κάνει στην Ισπανία ο Λόρκα, τον είχε εντοπίσει με επιτυχία στις μελέτες του ο Ανδρέας Αγγελάκης. Για να μην αναφέρουμε τα άκρως ενδιαφέροντα ντοκιμαντέρ γνωστών σκηνοθετών, όπως αυτό του Τάκη Σπετσιώτη.

Η ειρωνική στάση ήταν ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος που διέθετε ο Ταχτσής για να απωθεί την ταμπελοκρατία και την ιδεοληψία που χαρακτήριζε τους πνευματικούς κύκλους. Το 1954, λίγο πριν εγκαταλείψει την Ελλάδα για να γυρίσει στον κόσμο, εκδίδει τη Συμφωνία του Μπραζίλιαν, με το φιλοτεχνημένο από τον Γιάννη Τσαρούχη εξώφυλλο να είναι ένα κηδειόχαρτο! Παρωδώντας ακόμα και κορυφαία ποιήματα, όπως η Έρημη Χώρα του Έλιοτ, αυτοπροσδιοριζόμενος «κίναιδος» και γράφοντας με σαφήνεια «δεν ντρέπομαι» στο ομώνυμο ποίημα, γίνεται η σωκρατική αλογόμυγα που ήξερε να ζαλίζει τους συντηρητικούς θαμώνες των πνευματικών κέντρων της Αθήνας.


Είναι η ίδια περίοδος που, αφού αποκηρύσσει την εγχώρια πνευματική τάξη, αρχίζει τα ταξίδια: φεύγει με ένα φορτηγό προς τη Γερμανία, συμμετέχει στα γυρίσματα της ταινίας Το παιδί και το δελφίνι ως βοηθός σκηνοθέτη, εκτελεί χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του πιανίστα Τόνι Γεωργίου στην Αφρική, φτάνει μέχρι τη μακρινή Αυστραλία. Κατά τη διάρκεια αυτών των περιηγήσεων γράφει το Τρίτο Στεφάνι, διατηρώντας την απαραίτητη απόσταση από την πατρίδα, που τον βοηθάει να απελευθερωθεί. Τελειώνει το βιβλίο το '60, όταν επιστρέφει από μια κάπως αποτυχημένη απόπειρα να γυρίσει την Ευρώπη με μια βέσπα(!), γράφοντάς το σχεδόν από την αρχή. Εννοείται πως το βιβλίο απορρίφθηκε επανειλημμένως από τους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους και τελικά, παρ' ότι εκδόθηκε με δικά του έξοδα το 1962, έμεινε στην αφάνεια.

Επανακυκλοφόρησε από τον Ερμή της περίφημης Λένας Σαββίδη το 1970, δηλαδή κατά τη διάρκεια της χούντας. Οι έγκλειστοι στη φυλακή που διαβάζουν το Τρίτο Στεφάνι μανιωδώς το κάνουν ανάρπαστο και το βιβλίο μεταδίδεται από στόμα σε στόμα παντού: το αγοράζουν δεξιοί και αριστεροί, μικροαστοί και διανοούμενοι. Η αταξινόμητη δύναμή του το καθιστά ευπώλητο, αλλά η αντικομφορμιστική του ιδιοσυγκρασία δεν του επιτρέπει να πάρει εύκολα τη θέση που του αξίζει στα μεγάλα λογοτεχνικά σαλόνια, όπως φαίνεται και από τις πρώτες αρνητικές κριτικές που έχει θησαυρίσει ο μελετητής του Ανδρέας Αγγελάκης.

Ο ίδιος ο Κώστας Ταχτσής, βέβαια, ξέρει ότι ο λόγος του είναι ανοιχτός στο μέλλον, είναι ένα φανταχτερό διαστημόπλοιο με αλλόκοτες, ενίοτε αντικρουόμενες λέξεις που ακούγονταν στο εσωτερικό του πιο ακραίου μικροαστισμού – αυτές που θα ακούγονταν ηχηρά ή θα μετατρέπονταν σε ατελείωτες σιωπές στον κινηματογράφο που θα έφτιαχνε μετέπειτα ο Λάνθιμος και θα θαύμαζαν οι απανταχού οπαδοί του ελληνικού μοντερνισμού. Ο Κώστας Ταχτσής το είχε δει από τότε πως δεν ήταν μόνο το πρωτότυπο εξαγώγιμο προϊόν της Ελλάδας –το Τρίτο Στεφάνι κυκλοφόρησε στα αγγλικά από τις εκδόσεις Penguin και είχε απήχηση στη Γαλλία, καθώς μεταφράστηκε από τον Λακαριέρ– αλλά η ίδια η ενσαρκωμένη δύναμη της πόλης, που ήταν ανεξέλεγκτη όσο και αληθινή.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

________________________

Ας φυσά τώρα

To νέο βιβλίο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου κυκλοφορεί.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ ΑΠΟ ΤΟ SHOPLIFO

Βιβλίο
0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Κώστας Ταχτσής: ο συγγραφέας του Τρίτου Στεφανιού, ένας ιδιοφυής και αντισυμβατικός άνθρωπος

Σαν Σήμερα / Κώστας Ταχτσής: ο συγγραφέας του Τρίτου Στεφανιού, ένας ιδιοφυής και αντισυμβατικός άνθρωπος

Σαν σήμερα το 1988 βρίσκεται άγρια δολοφονημένος. Το έγκλημα παραμένει μέχρι σήμερα ανεξιχνίαστο. Ο σκηνοθέτης Τάκης Σπετσιώτης μιλά στο Lifo.gr για το τηλεοπτικό αφιέρωμα που ετοιμάζει για τον μεγάλο συγγραφέα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Γιώργος Ιωάννου μιλά στο ραδιόφωνο για «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή

Μια άγνωστη συνέντευξη / Ο Γιώργος Ιωάννου μιλά στο ραδιόφωνο για «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή

Μια σπάνια ραδιοφωνική συνομιλία του Γιώργου Ιωάννου για τον Κώστα Ταχτσή και το Τρίτο στεφάνι, έτσι όπως διασώθηκε και απομαγνητοφωνήθηκε από τον Θανάση Νιάρχο.
ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ*

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Σοφία Αυγερινού: «Όλα ξεκίνησαν από το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι»

Βιβλίο / Η Σοφία Αυγερινού έκανε κάτι σημαντικό. Μετέφρασε Μπροχ στα ελληνικά

Έχει αναμετρηθεί με τα μνημειώδη έργα του Χέρμαν Μπροχ –«Οι υπνοβάτες», «Τα μάγια», «Ο θάνατος του Βιργιλίου» και έχει κατορθώσει να τα παραδώσει σε ένα νέο κοινό. Η συγγραφέας και μεταφράστρια μιλάει για τη σχέση της με τη λογοτεχνία και τον τρόπο με τον οποίο έχει επηρεάσει τη δουλειά της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
ΕΠΕΞ Δέκα βιβλία που δεν θα βρεις εύκολα σε άλλες λίστες

Βιβλίο / Δέκα βιβλία που δεν θα βρεις εύκολα σε άλλες λίστες

Μια επιλογή τίτλων που καλύπτει από την Κατοχή και τους δωσίλογους, μέχρι τη συναίνεση, το «1984», ένα «αρχέγονο queer», τα Τέμπη, τη hyperpop, έναν αυτοκράτορα-φιλόσοφο και τους συνειρμούς ενός Αθηναίου «ευπατρίδη».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
90’ με τη συντακτική ομάδα της «βλάβης»

Βιβλίο / Αυτή η παρέα φτιάχνει τη «βλάβη», το πιο φρέσκο έντυπο για το βιβλίο

Είναι millennials, πιστεύουν ακόμα στην αξία του τυπωμένου χαρτιού, δεν δέχονται διαφημίσεις, ξέρουν πολύ καλά το βιβλίο, δεν αναρτούν τίποτα στο internet γιατί θέλουν να σε δουν να ξεφυλλίζεις το περιοδικό τους. Και πολύ καλά κάνουν γιατί η «βλάβη» τους είναι ένας νέος τρόπος να μιλάς για το βιβλίο και για τον πολιτισμό.
M. HULOT
«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT