Χάνια Γιαναγκιχάρα: Μια ατρόμητη συγγραφέας των καιρών μας Facebook Twitter
Αν είσαι queer, ή τρανς άτομο, ή γυναίκα που θέλει να κάνει άμβλωση και ζεις στη Νέα Υόρκη ή στο Λος Άντζελες, έχεις πρόσβαση σε κάποιου είδους ελευθερία που δεν υπάρχει στην υπόλοιπη χώρα. Είναι πολύ εύκολο να παρασυρθείς σε μια φούσκα ασφάλειας που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει.

Χάνια Γιαναγκιχάρα: Μια ατρόμητη συγγραφέας των καιρών μας

0

«Μια ατρόμητη και ανελέητη συγγραφέας των καιρών μας»: έτσι είχε χαρακτηρίσει η μεταφράστριά της Μαρία Ξυλούρη τη Χάνια Γιαναγκιχάρα σε παλιότερη κουβέντα μας και αυτή η άποψη με βρίσκει απολύτως σύμφωνο.

Γεννημένη στο Λος Άντζελες με ρίζες από την Κορέα, μεγαλωμένη στη Χαβάη και ζώντας στη Νέα Υόρκη, η δημοσιογράφος που έκανε διακριτική εμφάνιση στη λογοτεχνική σκηνή το 2013 με το δύστροπο «Οι άνθρωποι στα δέντρα», όπου πραγματεύεται με τρομερή τόλμη την αληθινή ιστορία ενός παιδόφιλου νομπελίστα γιατρού (τι θέμα κι αυτό για λογοτεχνικό ντεμπούτο, λογικό να μην αγαπηθεί ιδιαίτερα), και έγινε σούπερ σταρ το 2015 με τη «Λίγη Ζωή», το μεγάλο queer μυθιστόρημα της προηγούμενης δεκαετίας, έχει εξελιχθεί σε αληθινή ηρωίδα για την παγκόσμια ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα που έδωσε στο δεύτερο βιβλίο της πραγματικά οπερατικές διαστάσεις.

Η Αμερικανίδα συγγραφέας επέστρεψε φέτος με το τρίτο και πιο φιλόδοξο έργο της που έχει τίτλο Προς τον Παράδεισο και αποτελεί ένα από τα μεγάλα εκδοτικά γεγονότα του 2022. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή σάγκα γραμμένη σε τρία μέρη που τοποθετούνται στην εκπνοή τριών διαφορετικών αιώνων στην Αμερική: στο 1893, στο 1993 και στο 2093.

Εδώ η Γιαναγκιχάρα επιχειρεί μια σειρά από καινοτομίες στη γραφή και στις θεματικές της: στο πρώτο μέρος ξαναγράφει την αμερικανική ιστορία, προτείνοντας την (περιορισμένη σε συγκεκριμένες Πολιτείες) σεξουαλική ελευθερία. Στο δεύτερο μιλά για πρώτη φορά για τους αυτόχθονες της Χαβάης, ένα αρκετά αποσιωπημένο και άγνωστο στο ευρύ κοινό κομμάτι της αμερικανικής ιστορίας – που προσωπικά με έκανε να θέλω να το μελετήσω. Στο τρίτο προσεγγίζει για πρώτη φορά ένα μέλλον βυθισμένο στον απολυταρχισμό και τις πανδημίες, σε μια μοιραία χρονική στιγμή που έμελλε να συμπέσει με την έκρηξη του Covid-19.

H Αμερική είναι μια χώρα ενεστώτα χρόνου, που δίνει στον κόσμο την ενέργεια, την αισιοδοξία και την ελπίδα της, αλλά δεν μπορούμε καν να συμφωνήσουμε για τα βασικά: πώς γεννήθηκε, πώς φτιάχτηκε, ποιοι την έφτιαξαν, και αν είναι γη δικαιοσύνης. 

Πέρα από τις τεχνικές απαιτήσεις (κάθε μέρος είναι γραμμένο σε διαφορετικό ύφος, έχει διαφορετική αφήγηση και αναφέρεται σε διαφορετικά λογοτεχνικά είδη), το «Προς τον Παράδεισο» διαπνέεται από μια έντονα κριτική ματιά στο αμερικανικό όνειρο –ή μάλλον στο αμερικανικό «πείραμα»–, καθώς η Γιαναγκιχάρα θέτει αμείλικτα ερωτήματα για την ουσία της έννοιας της ελευθερίας. Έχοντας διχάσει και πάλι σφόδρα τους κριτικούς και το κοινό (ο Έντμουντ Γουάιτ αποκάλεσε το βιβλίο τόσο καλό όσο το «Πόλεμος και Ειρήνη», ενώ δεν έλλειψαν χαρακτηρισμοί όπως «ανέμπνευστο» και «βαρετό»), αυτό είναι σίγουρα το πιο αμερικανικό από τα μυθιστορήματά της.

H προηγούμενη συνέντευξη μαζί της, με αφορμή τη «Λίγη Ζωή», είχε γίνει αναγκαστικά μέσω μέιλ και το αποτέλεσμα δεν με ικανοποίησε – όπως συνήθως συμβαίνει με τις συνεντεύξεις που γίνονται με γραπτές ερωτήσεις. Γι’ αυτό τώρα, στην τηλεφωνική μας επικοινωνία, ήμουν μεν ενθουσιασμένος που επιτέλους θα μιλούσα μαζί της, αλλά και αποφασισμένος να κρύψω τον θαυμασμό μου.

Ήταν πρωί στη Νέα Υόρκη, μέσα Σεπτεμβρίου, όταν μιλήσαμε, και απ’ ό,τι είχα καταλάβει από την «κατασκοπεία» μου στο Instagram της, εκείνο το διάστημα η καθημερινότητά της περιλάμβανε την παρακολούθηση των fashion shows στις εβδομάδες μόδας – η Χάνια, παρά την επιτυχία των βιβλίων της, παραμένει ενεργή αρχισυντάκτρια του «T», του περιοδικού μόδας και στυλ των «New York Times».

Περίμενα ότι δεν θα είναι ιδιαίτερα πρόθυμη να εξηγήσει τις προθέσεις της. Κι όμως, μίλησα επί σαράντα περίπου λεπτά με έναν δοτικό άνθρωπο, με όρεξη για ανάλυση και μια, παραδόξως, αρκετά αποστασιοποιημένη προσέγγιση όσων έχει γράψει.

«Η Αθήνα είναι από τις αγαπημένες μου πόλεις, αλλά κάθε φορά που έρχομαι κάνει τόσο πολλή ζέστη. Τιμωρητική ζέστη!» ξεκίνησε να μου λέει. «Η μέρα μου ως τώρα πάει πολύ καλά. Ο καιρός είναι τέλειος στη Νέα Υόρκη αυτή την περίοδο. Αυτό, ξέρεις, συμβαίνει μόνο για δύο εβδομάδες τον χρόνο, τότε που έχουμε πραγματικά φθινοπωρινό καιρό. Η θερμοκρασία είναι ιδανική, έχει ήλιο, η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, έχω πραγματικά πολύ καλή διάθεση. Σήμερα είναι μια από αυτές τις καλές μέρες».

Χάνια Γιαναγκιχάρα: Μια ατρόμητη συγγραφέας των καιρών μας Facebook Twitter
Μετά το τρίτο βιβλίο βλέπω πως συγκεκριμένα μοτίβα και θεματικές επανέρχονται: γιατί δεν υπάρχουν μητέρες στα βιβλία μου; Γιατί πάντα υπάρχει μια πάλη, ή μια συζήτηση, ή ένα βάσανο γύρω από ένα όνομα; Γιατί δεν εμφανίζονται γονείς; Υπάρχουν παππούδες, θετοί γονείς, γονεϊκά υποκατάστατα, αλλά ελάχιστη γονεϊκή παρουσία. Δεν είμαι σίγουρη για τίποτε απ’ όλα αυτά. Φωτ.: Getty Images/Ideal Image

— Το «Οι άνθρωποι στα δέντρα» είναι τοποθετημένο σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ενώ η «Λίγη Ζωή» όχι. Τώρα ο χρόνος είναι ξανά βασικό στοιχείο των τριών ιστοριών που αποτελούν το «Προς τον Παράδεισο». Πόσο δύσκολο είναι να γράφεις ένα βιβλίο «εναλλακτικής» ιστορίας;
Είναι απλό. Όταν γράφεις ένα βιβλίο για το μέλλον –μετά θα σου μιλήσω για το παρελθόν– η βασική ερώτηση στην οποία πρέπει να απαντήσεις είναι αν θα υπάρχει πολλή τεχνολογία ή καθόλου. Όταν λυθεί αυτό το ζήτημα, όλα τα υπόλοιπα μπαίνουν σε σειρά: πόσο ελεύθεροι είναι οι χαρακτήρες, πόση γνώση διαθέτουν.

Σε έναν υπερ-τεχνολογικό κόσμο μπορεί να έχουν πρόσβαση στα πάντα, αλλά και μεγάλη ενσυναίσθηση. Σε έναν κόσμο όπως αυτός της Τσάρλι (σ.σ. η κεντρική ηρωίδα στο τρίτο μέρος) στο δικό μου 2093 γνωρίζουν ότι υπάρχει η δυνατότητα για πιο εκλεπτυσμένες μορφές επικοινωνίας, όμως η γενιά της δεν γνώρισε την εποχή που όλα ήταν ευρέως διαθέσιμα.

— Στο πρώτο μισό του δεύτερου βιβλίου διέκρινα μια αναφορά στις «Ώρες» του Μάικλ Κάνιγχαμ, στο αποχαιρετιστήριο πάρτι του άνδρα που πεθαίνει σε μια Νέα Υόρκη που μαστίζεται από την επιδημία του AIDS.
Ίσως, υποσυνείδητα, αλλά το δικό μου βιβλίο είναι στην πραγματικότητα μια συνομιλία με το επόμενο έργο του, το Specimen Days (Ιδιαίτερες Μέρες, εκδ. Λιβάνης), που το διάβασα όταν εκδόθηκε και το αγάπησα τόσο πολύ που δεν το ξαναδιάβασα έκτοτε. Διαδραματίζεται κι αυτό σε τρεις διαφορετικές εκδοχές της Νέας Υόρκης, σε τρεις χρονικές περιόδους και είναι ένα πανέμορφο βιβλίο.

Όταν έγραψα το πρώτο μέρος, το έστειλα στον Μάικλ Κάνιγχαμ. Μου είπε κάτι που δεν είχα ξανασκεφτεί: ότι οι λογοτέχνες παραείναι πιστοί στην Ιστορία. Εννοούσε ότι όταν κάποιος γράφει ιστορική λογοτεχνία, περιμένουμε να είναι πιστός στα γεγονότα, σαν να βρίσκεται όντως στην εποχή που περιγράφει. Γιατί ένας λογοτέχνης να πιέζεται τόσο;

Αν δεις τους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, είναι χαλαροί, έχουν την αυτοπεποίθηση ότι μπορούν να εστιάσουν σε συγκεκριμένες πτυχές της Ιστορίας που θέλουν να αναδείξουν, αγνοώντας τα υπόλοιπα. Μόλις συνειδητοποιήσεις ότι δεν χρειάζεται να είσαι πιστός στην καταγεγραμμένη Ιστορία, αυτόματα απελευθερώνεσαι, μπορείς να παίξεις κι έτσι αποκτάς μεγάλη αυτοπεποίθηση. Επιτρέπεις στον εαυτό σου να αγνοήσει την Ιστορία. Μόλις τη δεις ως εργαλείο και όχι ως θέσφατο, ανοίγονται διαφορετικές προοπτικές στο τι μπορεί να κάνει ένα μυθιστόρημα, πώς μπορεί να φωτίσει την Αμερική, χωρίς να μένει προσκολλημένο στην ιστορία της.

— Στην ουσία εδώ ξαναγράφεις την ιστορία του Αμερικανικού Εμφυλίου.
Κατά κάποιο τρόπο. Ξέρεις, οι Νότιοι ονόμαζαν τον εμφύλιο «πόλεμο της επανάστασης». Άρχισα να σκέφτομαι τι θα είχε συμβεί αν οι Νότιοι έχαναν και πάλι, αλλά αποφάσιζαν να μην προσαρτηθούν. Πώς θα ήταν αυτή η χώρα.

Η ερώτηση είναι σχετική, γιατί υπάρχει η αίσθηση, έστω μεταφορικά, ότι και τώρα η Αμερική έχει σαφώς οριοθετημένες περιοχές με βάση τα politics και τις ιδεολογίες. Με έναν τρόπο το βιβλίο ζωντάνεψε αυτές τις περιοχές, με πραγματικές συνοριακές διαφορές, όχι φιλοσοφικές.

— Από την άλλη, θεωρώ ότι όλο το πρώτο μέρος θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως ένα σχόλιο για την ετεροκανονικότητα. Όλοι οι αγώνες της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας για ίσα δικαιώματα τα τελευταία χρόνια, για τον γάμο και την τεκνοθεσία, έχουν οδηγήσει σε σημαντική πρόοδο, όμως η τάση προς την ετεροκανονικότητα οδηγεί, κατά τη γνώμη μου, συχνά στην απώλεια της ουσίας του queerness που περιλαμβάνει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και οικογένειες κατ’ επιλογή. Τα είχες αυτό κατά νου; Στην πρώτη ιστορία τα πάντα είναι ίδια, ο ρατσισμός, οι κοινωνικές τάξεις, το κοινωνικό στάτους, η μόνη διαφορά είναι η σεξουαλική ελευθερία, αλλά αυτή δεν οδηγεί σε πραγματική, ουσιαστική ελευθερία και σε έναν καλύτερο κόσμο.
Σε ένα πολύ μικρό κομμάτι γης, τις Ελεύθερες Πολιτείες, οι γκέι είναι ασφαλείς. Δεν αναφέρουν καν τη λέξη. Είναι απλώς «όχι στρέιτ». Ακόμα κι αν αυτές οι σχέσεις στο πρώτο μέρος δείχνουν να έχουν το προνόμιο της κοινωνικής αποδοχής, αυτό συμβαίνει μόνο εντός συνόρων. Μόλις βγουν εκτός, διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο, καθώς οι Ελεύθερες Πολιτείες ως πραγματικό έθνος δεν είναι αποδεκτές σχεδόν πουθενά στον κόσμο. Δίνουν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας.

Αν είσαι queer, ή τρανς άτομο, ή γυναίκα που θέλει να κάνει άμβλωση και ζεις στη Νέα Υόρκη ή στο Λος Άντζελες, έχεις πρόσβαση σε κάποιου είδους ελευθερία που δεν υπάρχει στην υπόλοιπη χώρα. Είναι πολύ εύκολο να παρασυρθείς σε μια φούσκα ασφάλειας που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει.

Στο βιβλίο, λοιπόν, γνωρίζουν ότι ζουν σε έναν παράδεισο, μια Εδέμ που είναι ταυτόχρονα και φυλακή. Εκεί είναι προστατευμένοι. Μόλις απομακρυνθούν, ο παράδεισος τελειώνει και ακολουθεί το χάος. Το μεγάλο δίλημμα του Ντέιβιντ (σ.σ. του κεντρικού ήρωα του πρώτου μέρους) είναι αν θα ακολουθήσει την αγάπη, αφήνοντας πίσω την ελευθερία ‒ ελευθερία κινήσεων, ταυτότητας.

Οπότε έχεις δίκιο. Αυτοί οι άνθρωποι, που δεν έχουν μια λέξη για να χαρακτηρίσουν τον εαυτό και την ταυτότητά τους, έχουν μεγάλα προνόμια και πλούτο, αλλά αυτό είναι σχετικό. Γνωρίζουν ότι η ελευθερία τους διακυβεύεται συνεχώς και ότι μόνο τα χρήματα φτιάχνουν το τείχος που τους χωρίζει από την καταπίεση.

παραδεισος
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΠΡΟΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Χάνια Γιαναγκιχάρα, Προς τον Παράδεισο, Μτφρ. Μαρία Ξυλούρη, εκδόσεις Μεταίχμιο

— Γιατί οι πρωταγωνιστές των ιστοριών σου είναι γκέι άνδρες; Τι σε συναρπάζει στις ιστορίες τους;
Αυτό δεν συνέβη στο πρώτο μου βιβλίο! Η σύντομη απάντηση είναι «δεν ξέρω». Αυτά είναι πράγματα που ένας συγγραφέας δεν γνωρίζει, όπως ούτε και ποια κίνητρα τον ωθούν στη συγγραφή. Κάποιοι, βέβαια, είναι πολύ καλοί στο να εξηγούν γιατί επιλέγουν το καθετί. Κάποιοι όχι. Εγώ ανήκω στη δεύτερη κατηγορία. Μακάρι να είχα καλύτερη απάντηση.

Μετά το τρίτο βιβλίο βλέπω πως συγκεκριμένα μοτίβα και θεματικές επανέρχονται: γιατί δεν υπάρχουν μητέρες στα βιβλία μου; Γιατί πάντα υπάρχει μια πάλη, ή μια συζήτηση, ή ένα βάσανο γύρω από ένα όνομα; Γιατί δεν εμφανίζονται γονείς; Υπάρχουν παππούδες, θετοί γονείς, γονεϊκά υποκατάστατα, αλλά ελάχιστη γονεϊκή παρουσία. Δεν είμαι σίγουρη για τίποτε απ’ όλα αυτά.

— Μπορείς να μου πεις λίγα πράγματα για τη χαβανέζικη εμπειρία που περιγράφεται στο δεύτερο μέρος; Τι σημαίνει να είσαι Χαβανέζος, να μεγαλώνεις στο νησί; Υπάρχει κάποια αναλογία με το να είσαι Μαύρος ή Ασιάτης στην Αμερική;
Στην πραγματικότητα δεν έχω χαβανέζικο αίμα, πρόκειται για συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα και δεν προέρχομαι από αυτή. Οι περισσότεροι Ασιάτες ήρθαν στη Χαβάη στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα ως εργάτες σε φυτείες ζαχαροκάλαμων και ανανάδων. Εγώ γεννήθηκα το 1974, οπότε ανήκω στην πρώτη γενιά της οικογένειάς μου που δεν δούλεψε ποτέ στα χωράφια ή στην κονσερβοποιία. Η μητέρα μου δούλευε στην κονσερβοποιία ανανάδων, οι αδελφοί της στη συγκομιδή ‒ τα καλοκαίρια αυτό ήταν σύνηθες. Για πολλά χρόνια η Χαβάη ήταν αγροτικό νησί.

Δεν ήθελα να παραλληλίσω τη χαβανέζικη με τη μαύρη ή την ασιατική εμπειρία. Ξέρεις, όταν ανοίγουμε το θέμα της φυλής στην Αμερική, συνήθως η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το δίπολο Μαύρος - Λευκός. Λογικό. Οι Μαύροι θεμελίωσαν την Αμερική, την έχτισαν, η κουλτούρα μας είναι μαύρη, και υπάρχει λόγος. Η αδικία που διαπράττεται εις βάρος τους είναι τόσο εκτεταμένη, που απειλεί τη σταθερότητα ολόκληρης της χώρας και το πώς η ίδια βλέπει τον εαυτό της. Υπάρχουν όμως άλλα αφηγήματα και άλλοι τρόποι συζήτησης για τη φυλή σε αυτήν τη χώρα, που είναι σε εξέλιξη.

Ο Βίκα (σ.σ. ο κεντρικός ήρωας του δεύτερου μέρους) παλεύει με την ιδέα της ταυτότητας, που ήταν μεγάλο ζήτημα στα ’60s και στα ’70s στην Αμερική. Δεν είναι ξεκάθαρο το πώς αντιλαμβάνεται το ότι ανήκει σε μια φυλή. Αυτό το ερώτημα αφορά πολλούς ανθρώπους που δεν βλέπουν τον εαυτό τους στο πλαίσιο μιας φυλετικής ταυτότητας, ακόμα κι αν η ίδια η Αμερική πρέπει να το απαντήσει.

— Γιατί επέλεξες να μιλήσεις για τη χαβανέζικη εμπειρία μέσα από μια επιστολή;
Κάθε μέρος χρησιμοποιεί μια παλιομοδίτικη λογοτεχνική φόρμα. Το πρώτο είναι χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, σαν μυθιστόρημα του δέκατου ένατου αιώνα. Το δεύτερο μοιάζει με μεταμοντέρνο αφήγημα, με διαφορετικούς αφηγητές που εναλλάσσονται. Και ακολουθεί ο επιστολικός χαρακτήρας, με πρωτοπρόσωπη αφήγηση.

Ήθελα αυτό το μέρος να μιλά για την αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ ενός γονιού και του παιδιού του, για δυο ανθρώπους που δεν μπορούν να βρουν τρόπους επαφής. Ο Βίκα σαφώς αγαπά τον γιο του, αλλά δεν μπορεί να τον κατανοήσει, και αυτό το βρίσκω θλιβερό. Ο ένας λέει την ιστορία του, ο άλλος αφηγείται τη δική του ζωή, αλλά ποτέ δεν θα καταλάβει ο ένας τι βιώνει ο άλλος.

— Είχες ξεκινήσει να γράφεις το τρίτο μέρος πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας. Πώς ένιωσες με αυτήν τη σύμπτωση;
Τη μέρα που μας έστειλαν σπίτι –νομίζω ήταν 7 Μαρτίου 2020–, ήμουν περίπου στα μισά του τρίτου μέρους. Μείναμε εκτός γραφείου για πάνω από δυο χρόνια, ξαφνικά ήταν όλα τόσο διαφορετικά. Όμως ο κόσμος των πανδημιών στο βιβλίο είναι πολύ πιο τρομακτικός, πολύ πιο άγνωστος.

Όταν περπατούσα στους δρόμους της Νέας Υόρκης εκείνη την πρώτη περίοδο, ήμουν σαν όλους τους άλλους, τρομαγμένη και αγχωμένη, όμως στο βιβλίο μου ήξερα τι έγραφα και πού το πήγαινα. Το γράψιμο για έναν κόσμο που είχα υπό τον δικό μου έλεγχο μού παρείχε μια ψευδαίσθηση ηρεμίας. Δεν ήταν το ίδιο σύμπαν, δεν ένιωθα ότι υπάρχει συσχετισμός.

— Θα σου πω μια ιστορία. Πριν από πέντε χρόνια, την πρώτη φορά που βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, το πρώτο πράγμα που ήθελα να κάνω ήταν να βρω την οδό Λίσπεναρντ (σ.σ. ένας μικρός δρόμος του Μανχάταν, στην περιοχή της Τραϊμπέκα, απ’ όπου ξεκινά η ιστορία στη «Λίγη Ζωή»).
Με τιμάς! Πήγες;

— Φυσικά. Έμενα κοντά και ήταν το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις προσγειώθηκα. Και η «Λίγη Ζωή» και το «Προς τον Παράδεισο» τοποθετούνται στη Νέα Υόρκη. Έχεις την τάση να μετατρέπεις μικρές γωνιές της πόλης σε εμβληματικά τοπόσημα, όπως έκανες με αυτό το δρομάκι ή τώρα με την πλατεία Ουάσινγκτον. Γιατί την επέλεξες; Έχεις μνήμες από εκεί;
Ζω κοντά. Μένω στο Σόχο, περίπου επτά λεπτά με τα πόδια, με γρήγορο περπάτημα. Περνάω συχνά από κει. Αγαπώ βέβαια και το ομώνυμο βιβλίο του Χένρι Τζέιμς.

Αυτή η πλατεία έχει πολλές διαφορετικές ζωές. Δεν είναι σαν το Σέντραλ Παρκ που δημιουργήθηκε ως πάρκο και ήταν πάντα πάρκο. Ανά τις δεκαετίες διαφοροποιούνταν και από τα ’60s και τα ’70s μέχρι και τα ’90s, που ήρθα εγώ, ήταν ένα χωνευτήρι. Σε μια μικρή έκταση συναντούσες εμπόρους ναρκωτικών σε μια γωνιά, προαγωγούς σε μια άλλη, roller skaters πιο κάτω, ανθρώπους που κάθονταν και χάζευαν. Πολλοί φωτογράφοι δούλεψαν εκεί, η Νταϊάν Άρμπους, ο Πίτερ Χούτζαρ… Ήταν το τελευταίο κομμάτι πρασίνου πριν από το άγνωστο του downtown στα ’70s, το Σόχο, την Τραϊμπέκα, την Τσάϊνατάουν. Ήταν ένα αληθινό δημόσιο «καθιστικό», μια αληθινή πιάτσα, ένα σταυροδρόμι.

Το 2020, με το κίνημα Black Lives Matter, οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν εκεί για να ξεκινήσουν τις πορείες. Στο Pride της Νέας Υόρκης, επίσης, εκεί καταλήγουν πολλοί αφού η παρέλαση στρίψει στον 8ο Δρόμο δυτικά προς το Βίλατζ. Διαμαρτυρίες ξεκίνησαν και τελείωσαν εκεί, είναι σημείο συνάντησης, αν ζεις στο downtown, οπουδήποτε από το Γουέστ Βίλατζ και κάτω, είναι σημείο απ’ όπου θα περάσεις και θα δεις πάντα κόσμο. Και έχει αυτή την περίεργη ενέργεια, έντονη και ηλεκτρισμένη ‒ νομίζω πως πάντα την είχε. Νιώθεις ότι εκεί κάτι αλλάζει. Παρόλο που δεν είναι το πιο όμορφο σημείο της πόλης, έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της.

— Θα ήθελα να μιλήσουμε για τις διεθνείς μεταφράσεις των βιβλίων σου. Η Μαρία Ξυλούρη, η Ελληνίδα μεταφράστριά σου, έχει κάνει εξαιρετική δουλειά και με τα τρία βιβλία σου.
Είναι υπέροχος άνθρωπος και υπέροχη μεταφράστρια. Δεν με εκπλήσσει αυτό που μου λες.

— Είναι συγγραφέας και η ίδια, στοιχείο που μπορεί να αποτελεί πρόκληση για έναν μεταφραστή, από την άποψη ότι μπορεί να θέλει να ενσωματώσει το δικό του στυλ στην εκάστοτε μετάφραση. Όμως η Μαρία έχει ακολουθήσει αυστηρά τον δικό σου τρόπο. Κρατάς επαφή με τους μεταφραστές σου; Δίνεις οδηγίες, στέλνεις διορθώσεις, απαντάς στις ερωτήσεις τους;
Μου αρέσει να επικοινωνώ μαζί τους. Είναι τόσο γενναιόδωρη η δουλειά τους. Πρέπει να αφήσουν κατά μέρος το δικό τους στυλ και να αποκωδικοποιήσουν το δικό μου. Με τη Γερμανή μεταφράστρια που έχει κάνει και τα τρία βιβλία μου έχουμε μεγάλη συνδιαλλαγή, όπως και με το team των Ρώσων μεταφραστών. Με τη Μαρία επίσης ανταλλάξαμε αρκετά μέιλ, όπως και με τον Ιταλό, που είναι καινούργιος.

Γενικά συζητήσαμε πολύ για την απόδοση της λέξης «negro». Είναι μια λέξη που είχε συγκεκριμένη σημασία στην αμερικανική λογοτεχνία του δέκατου ένατου αιώνα. Δεν υπάρχει αντίστοιχη σε πολλές γλώσσες. Δεν θυμάμαι τι κάναμε στα ελληνικά, νομίζω το κρατήσαμε «νέγρος».

— Σωστά, είναι η ακριβής μετάφραση στα ελληνικά.
Στα ολλανδικά η συζήτηση γύρω απ’ αυτήν τη λέξη ήταν συναρπαστική. Το άλλο ζήτημα ήταν τα χαβανέζικα, αν θα μεταφραστούν ή αν θα μείνουν με λατινικούς χαρακτήρες. Υπάρχει μια βρισιά –παρόλο που δεν τις χρησιμοποιώ συχνά στα γραπτά μου– στο τρίτο μέρος και η Μαρία είχε προβληματιστεί πολύ για την απόδοσή της. Είναι μεγάλη χαρά και τύχη να δουλεύω με ανθρώπους όπως η Μαρία, που είναι πολύ δοσμένη και σέβεται αυτό που προσπαθώ να κάνω.

Πολλές φορές οι μεταφραστές βρίσκονται σε αδιέξοδο και χρειάζονται μια εικόνα για να καταλάβουν τι εννοείς. Ειδικά όταν πρόκειται για τη νεοϋορκέζικη αρχιτεκτονική, τα κτίρια της πόλης. Θυμάμαι μια σκηνή στη «Λίγη Ζωή». όπου ο Τζουντ παίρνει παυσίπονα και εκεί χρησιμοποιούσα μια παρομοίωση από την αρχιτεκτονική. Οι μεταφραστές έπρεπε να καταλάβουν τι εννοούσα για να αποδώσουν την αίσθηση και την υφή.

Γενικά, τα αγγλικά είναι πολύ ασαφής γλώσσα και μπορείς να κρυφτείς σε πολλές περιπτώσεις. Δεν χρειάζεται να διευκρινίζεις το φύλο, οι χρόνοι είναι σχετικοί, μπορείς να ελίσσεσαι και να είσαι όσο ασαφής θέλεις, με τρόπο που δεν μπορείς σε άλλες γλώσσες, ειδικά στις λατινογενείς. Στην ισπανική μετάφραση του τρίτου μέρους χρησιμοποίησαν γλώσσα ασαφή ως προς το φύλο. Η Τσάρλι δεν αυτοπροσδιορίζεται ως non binary αλλά ως γυναίκα. Όμως αν διαβάσεις το βιβλίο στα αγγλικά, δεν είναι ξεκάθαρο από την αρχή ότι η Τσάρλι είναι γυναίκα. Σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες το μαθαίνεις αναγκαστικά από την αρχή.

— Το 2018, όταν ήρθες στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, μου υπέγραψες ένα αντίτυπο του «Οι άνθρωποι στα δέντρα», γράφοντας «from one journalist to another». Το βρήκα υπέροχο. Μετά από αυτή την τόσο μεγάλη επιτυχία των βιβλίων σου, θεωρείς ακόμα τον εαυτό σου δημοσιογράφο;
Ναι. Έτσι ξεκίνησε η καριέρα μου. Είμαι στον χώρο των περιοδικών πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε αυτόν της λογοτεχνίας. Εξέδωσα το πρώτο μου βιβλίο όταν ήμουν τριάντα οκτώ χρονών. Είναι πολύ πιο δύσκολο να είσαι αρχισυντάκτης ενός περιοδικού παρά συγγραφέας. Είναι λιγότεροι οι αρχισυντάκτες.

Δεν είμαι ρεπόρτερ, είμαι πολύ κακή σε αυτό, γι’ αυτό και πραγματικά εκτιμώ τους ρεπόρτερ με τους οποίους συνεργάζομαι, απολαμβάνω να τους ακούω να δουλεύουν, να με ρωτάνε πράγματα, να τους βλέπω να κυνηγούν ένα θέμα, να είναι σωστοί και ειλικρινείς.

Η επινόηση ιστοριών και τα ψέματα δίνουν μεγάλη χαρά στη λογοτεχνική μου ζωή. Είναι πολύ πιο δύσκολο να γράψεις κάτι που πρέπει να είναι ειλικρινές. Απαιτεί ικανότητες που δεν έχω. Αλλά συναναστρέφομαι με ανθρώπους που προσπαθούν να λένε ιστορίες με ειλικρίνεια και αυτό έχει νόημα για μένα.

— Τελικά, με αυτό το βιβλίο θες να αποδομήσεις το αμερικανικό όνειρο;
Νομίζω πως όλους μας στην Αμερική, σε όποια πλευρά της κι αν βρισκόμαστε, μας αφορά το τι σημαίνει αυτό το έθνος, το πού βρισκόμαστε στον κόσμο και το αν εκπληρώνουμε τα όνειρά μας ή όχι. Είναι η Αμερική καλύτερη ή χειρότερη απ’ ό,τι στο παρελθόν; Γίνεται καλύτερη ή χειρότερη;

Αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα νομίζω πως απασχολούν όλους τους Αμερικανούς. Είμαστε πολύ νέα χώρα και υπάρχει αυτό το άγχος. Δεν μπορούμε να σχετιστούμε με την ιστορία μας, όπως εσείς οι Έλληνες ή άλλα παλιά έθνη, δεν έχουμε μέτρο σύγκρισης. Είναι μια χώρα ενεστώτα χρόνου, που δίνει στον κόσμο την ενέργεια, την αισιοδοξία και την ελπίδα της, αλλά είναι και μια χώρα στην οποία δεν μπορούμε καν να συμφωνήσουμε για τα βασικά: πώς γεννήθηκε, πώς φτιάχτηκε, ποιοι την έφτιαξαν, και αν είναι γη δικαιοσύνης.

Εγώ λέω πως δεν είναι, αλλά πολλοί θα διαφωνήσουν. Είναι σαν έναν έφηβο που αναρωτιέται τι θα απογίνει και ποιος ήταν. Αυτά τα πυρετώδη ερωτήματα και οι φόβοι ορίζουν σήμερα την πολιτική και την αμερικανική νοοτροπία γενικότερα.

Τα βιβλία της Χάνια Γιαναγκιχάρα κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Μαρίας Ξυλούρη.

Το νέο της μυθιστόρημα «Προς τον Παράδεισο» θα είναι διαθέσιμο από τις 27/10.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η θεατρική «Λίγη Ζωή» του Ίβο βαν Χόβε που παρουσιάζεται στο Άμστερνταμ είναι τόσο υπέροχη όσο το βιβλίο

Θέατρο / Η θεατρική «Λίγη Ζωή» του Ίβο βαν Χόβε που παρουσιάζεται στο Άμστερνταμ είναι τόσο υπέροχη όσο το βιβλίο

Το μυθιστόρημα της Χάνια Γιαναγκιχάρα που αγαπήθηκε (και μισήθηκε) όσο λίγα τα τελευταία χρόνια ευτυχεί σε μια κολοσσιαία διασκευή για τη σκηνή.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ
Μαρία Ξυλούρη

Βιβλίο / Μαρία Ξυλούρη: «Το μυθιστόρημα είναι αγώνας μεγάλων αποστάσεων, το διήγημα είναι σπριντ»

Τα διηγήματα της συλλογής «Πέτρινα Πλοία» της Μαρίας Ξυλούρη γράφτηκαν στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, παράλληλα με τις μεταφράσεις της σε μερικά από τα πιο δημοφιλή, πολυσέλιδα μυθιστορήματα της αγγλόφωνης λογοτεχνίας (Όστερ, Μίτσελ, Γιαναγκιχάρα) - για τα οποία παραδέχεται πως ακόμα βλέπει εφιάλτες ότι της έχουν ξεφύγει λάθη.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ
Ο θάνατος ήρθε τελευταίος

Λέσχη Ανάγνωσης: Ζυράννα Ζατέλη / «Ο θάνατος ήρθε τελευταίος»: Η Μαρία Ξυλούρη για τη Ζυράννα Ζατέλη

Είναι σαν να βάλθηκε η συγγραφέας να χωρέσει μέσα στην ύφανση ολόκληρο τον κόσμο, τον ορατό και τον αόρατο, μέχρι και το παραμικρό φύλλο, την παραμικρή ανάσα.
ΜΑΡΙΑ ΞΥΛΟΥΡΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΤΡΙΤΗ 31/01-Ο ρόλος των Ελλήνων στη διαμόρφωση της Αιγύπτου

Βιβλία και Συγγραφείς / Ο ρόλος των Ελλήνων στη διαμόρφωση της Αιγύπτου

Ο Νίκος Μπακουνάκης συζητάει με τον ιστορικό Αλέξη Κιτροέφ για τους Αιγυπτιώτες Έλληνες, τη μεγάλη παροικία της Αιγύπτου που επηρέασε τη διαμόρφωση της σύγχρονης χώρας του Νείλου, με αφορμή το βιβλίο του «Οι Έλληνες και η διαμόρφωση της Νεότερης Αιγύπτου».
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
Ρόντρικ Μπίτον: «Η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού δεν εδράζεται στην κοινή καταγωγή αλλά στη γλώσσα»

Βιβλίο / Ρόντρικ Μπίτον: «Η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού δεν εδράζεται στην κοινή καταγωγή αλλά στη γλώσσα»

Μια συνομιλία με ιστορικές, γλωσσολογικές, πολιτιστικές όσο και πολιτικές προεκτάσεις με τον γνωστό Σκωτσέζο ακαδημαϊκό και ελληνιστή με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου του πονήματος «Έλληνες - Μια παγκόσμια ιστορία» και στα ελληνικά.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Δέκα πρόσφατες σημαντικές εκδόσεις για το Ολοκαύτωμα

Βιβλίο / Δέκα πρόσφατες σημαντικές εκδόσεις για το Ολοκαύτωμα

Μια επιλογή από τις πρόσφατες εκδόσεις, συγκεκριμένα των τριών τελευταίων ετών, που διαχειρίζονται την τραυματική μνήμη της Σοά, από μυθιστορήματα έως δοκίμια και εφηβικά αναγνώσματα με αφορμή την Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χανίφ Κιουρέισι «Κάτι έχω να σας πω»

Το πίσω ράφι / «Κάτι έχω να σας πω»: Oι πολλές ταυτότητες του Χανίφ Κιουρέισι

Περιπλανώμενος ανάμεσα στο Λονδίνο της νιότης του και στο Λονδίνο της εποχής του Τόνι Μπλερ, ο Βρετανός συγγραφέας ανακεφαλαιώνει προσφιλή του θέματα όπως η φυλετική ταυτότητα και τα όρια της σεξουαλικής ελευθερίας.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Πώς η αρχαιολογία συνδέεται με την αποικιοκρατία και τον ρατσισμό και τι είναι η αρχαιογενετική;

Βιβλία και Συγγραφείς / Πώς η αρχαιολογία συνδέεται με την αποικιοκρατία και τον ρατσισμό;

Ο Νίκος Μπακουνάκης συζητάει με τον Γιάννη Χαμηλάκη, καθηγητή Αρχαιολογίας και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Brown των ΗΠΑ, για το βιβλίο «Αρχαιολογία, έθνος και φυλή», που συνυπογράφει με τον Ράφαελ Γκρίνμπεργκ, καθηγητή Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
Άννα Φραγκουδάκη: «Έλληνες γινόμαστε, δεν γεννιόμαστε»

Βιβλίο / Άννα Φραγκουδάκη: «Έλληνες γινόμαστε, δεν γεννιόμαστε»

Η ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών και συγγραφέας μιλά, με αφορμή το νέο της βιβλίο, για τον «ορατό και αόρατο ρατσισμό», τους βολικούς εθνικούς μύθους αλλά και τον «ακροδεξιό ανδρισμό από ατσάλι».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΑΒΒΑΤΟ Μπενχαμίν Λαμπατούτ: Ο συγγραφέας φαινόμενο γράφει για την τρέλα

Βιβλίο / Μπενχαμίν Λαμπατούτ: Ο συγγραφέας φαινόμενο γράφει για την τρέλα

Στον «Λίθο της τρέλας» ο Χιλιανός συγγραφέας του «Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο» αποκαλύπτει την ορμητική παρουσία της τρέλας στη λογοτεχνία, τις τέχνες και τις επιστήμες αλλά και στον κόσμο που ζούμε σήμερα.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Μια λέξη μετά την άλλη, μέχρι να νιώσω ότι κάτι ξυπνάει μέσα μου»: Ο Χανίφ Κιουρέισι υπαγορεύει μηνύματα ελπίδας από το κρεβάτι του πόνου

Βιβλίο / «Πίστευα ότι μου έχουν απομείνει μόλις τρεις αναπνοές»: Ο Χανίφ Κιουρέισι υπαγορεύει μηνύματα ελπίδας από το κρεβάτι του πόνου

Παράλυτος μετά το σοβαρό χριστουγεννιάτικό του ατύχημα, ο διάσημος Βρετανός συγγραφέας αφηγείται το δράμα του υπαγορεύοντας tweets στους δικούς του
THE LIFO TEAM

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ