«Oh, Canada»: Ο Πολ Σρέιντερ ξανασκηνοθετεί τον Ρίτσαρντ Γκιρ, αλλά η χημεία απουσιάζει

Oh, Canada Facebook Twitter
Ο γηραιός Λέναρντ του Ρίτσαρντ Γκιρ παραμένει κυνικός και συννεφιασμένος μέσα στη δίνη της επιλεκτικής, συγχυτικής του μνήμης.
0

Ο Λέναρντ Φάιφ είναι ο πρωταγωνιστής του «Oh, Canada», ένας Αμερικανός που γύρισε την πλάτη στην υποχρεωτική θητεία στα ταραγμένα χρόνια του πολέμου στο Βιετνάμ, αλλά και σε μια στρωμένη ζωή, με σύζυγο, παιδί και λαμπρές επαγγελματικές προοπτικές, δραπετεύοντας στον Καναδά, όπου γύρισε στρατευμένα ντοκιμαντέρ και τώρα σηκώνεται από το κρεβάτι του πόνου, άρρωστος σε τελικό στάδιο καρκίνου, για να δώσει μια μεγάλη συνέντευξη σε πρώην συνεργάτες του, απρόθυμα αλλά εξομολογητικά, και να μεταλαμπαδεύσει τις αξίες που πρέσβευε σε ένα νεότερο κοινό που ενδεχομένως τις αγνοεί.

Αντί ωστόσο να μιλήσει για την καριέρα και τη δουλειά του, απαιτεί να βλέπει πίσω από την κάμερα τη νυν σύζυγό του (Ούμα Θέρμαν) και επιλέγει να εκμυστηρευτεί λεπτομέρειες που τη φέρνουν σε δύσκολη θέση και προβληματίζουν τους σκηνοθέτες, καθώς κανείς δεν είναι σίγουρος αν η όποια αλήθεια μπερδεύεται με τις ιστορικές και προσωπικές ανακρίβειες, απόρροια της βαριάς φαρμακευτικής αγωγής και της εύθραυστης κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει. Η βιντεοσκοπημένη διαθήκη του, σαν εφιάλτης μιας σπαταλημένης ζωής σε rewind όψιμης ειλικρίνειας, διακόπτεται συνεχώς με φλας μπακ από το παρελθόν, όπου συχνά ο γηραιός Φάιφ (Ρίτσαρντ Γκιρ) επισκέπτεται τη νεότερη, σφριγηλή εκδοχή του (Τζέικομπ Ελόρντι), αλλά και το αντίστροφο.

Στο βάθος του «Oh, Canada» υπάρχει ο παραλληλισμός με την Αμερική του σήμερα, ένα πολιτικό αδιέξοδο όπως το 1968, με τη νεότητα εγκλωβισμένη σε διλήμματα που δεν παίρνουν απάντηση, και τη διαφυγή σε μια φιλική δημοκρατία ως τη μοναδική πρόταση για επαναδιατύπωση του βιώσιμου μέλλοντος.

«All the news is bad, kiss your dreams goodbye» είναι οι στίχοι που μου έρχονταν συνεχώς στον νου, συμμεριζόμενος το ταξίδι του πρωταγωνιστή, από το έξοχο, μελαγχολικό και κλασικό τραγούδι «The Ballad of the Sad Young Men» (που έχουν ερμηνεύσει από την Ρομπέρτα Φλακ μέχρι τον Μποζ Σκαγκζ), καθώς ο λυπημένος νέος Λέναρντ, αναπνέοντας τον καπνό των άλλων και ακούγοντας σιωπηλά και ευγενικά προτάσεις ξένων για τη δική του ζωή, στεκόταν ακίνητος και σκεπτικός στον χρόνο, κάτι που ο Σρέιντερ προσπαθεί να αναπαραστήσει με ένα ξαφνικό, εκτυφλωτικό φως που τον μεταφέρει σε αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει.

Oh, Canada Facebook Twitter
Oι λίγες σκηνές στις οποίες ο Τζέικομπ Ελόρντι αναλαμβάνει δράση λειτουργούν πιο αποτελεσματικά. ​

Μια κρυφή λαχτάρα για ένα καλύτερο αύριο τρυπώνει στο μυαλό του ετοιμοθάνατου κινηματογραφιστή, και το μόνο που αξίζει να κρατήσει από τα λάθη, τις αστοχίες και τον πόνο που έχει προκαλέσει είναι αυτός ο αναστεναγμός του τίτλου, η στιγμή που ένιωσε πως δεν δεσμεύεται από τη σάρκα, τις αδυναμίες ή τη συγκυρία – υποστήριζε, ξαφνιάζοντας τους θαυμαστές του, πως κατά τύχη έπεσαν τα σωστά θέματα στο διάβα του, κι εκείνος κρατούσε την κάμερα στη σωστή κατεύθυνση.

Όπως και ο φίλος του, έτερος ονειροπόλος Φράνσις Φορντ Κόπολα με το «Megalopolis» και τον οραματιστή αρχιτέκτονα, προσπαθεί να σπείρει τις ιδέες του σκηνοθέτη πρωταγωνιστή του, αλλά βασικά τις κρατά στο δικό του μυαλό και ζυμώνονται όσο διαρκεί η ταινία, αδυνατώντας να μετουσιωθούν σε κάτι πιο δραματικό από έναν κομψό, ενίοτε αυστηρό στοχασμό – κάτι που ίσως είναι πιο αναμενόμενο από έναν πιο καθαρόαιμο σεναριογράφο, όπως ο Σρέιντερ.

Στο βάθος του «Oh, Canada» υπάρχει ο παραλληλισμός με την Αμερική του σήμερα, ένα πολιτικό αδιέξοδο όπως το 1968, με τη νεότητα εγκλωβισμένη σε διλήμματα που δεν παίρνουν απάντηση, και τη διαφυγή σε μια φιλική δημοκρατία ως τη μοναδική πρόταση για επαναδιατύπωση του βιώσιμου μέλλοντος. Ο γηραιός Λέναρντ του Ρίτσαρντ Γκιρ παραμένει κυνικός και συννεφιασμένος μέσα στη δίνη της επιλεκτικής, συγχυτικής του μνήμης, ενώ οι λίγες σκηνές στις οποίες ο Τζέικομπ Ελόρντι αναλαμβάνει δράση, είτε επαναφέροντας μια Κούβα που μάλλον δεν επισκέπτεται ποτέ, είτε διστάζοντας ανάμεσα στις γυναίκες που τον πλαισιώνουν και τον θέτουν προ των ευθυνών του, λειτουργούν πιο αποτελεσματικά. 

Οθόνες
0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Οθόνες / Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Το ελληνικό κοινό, πέρα από μια μικρή σχετικά κοινότητα ορκισμένων φαν, ποτέ δεν τιμούσε ιδιαίτερα το είδος στις αίθουσες, σίγουρα όχι όπως το αμερικανικό. Ο Δημήτρης Κολιοδήμος και ο Αβραάμ Κάουα εξηγούν τους λόγους της περιορισμένης προσέλευσης.  
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Οθόνες / O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Η ιστορία του ισπανού ερασιτέχνη ηθοποιού Ενρίκε Ιραζόκουι που στα 20 του ο Πιερ Πάολο Παζολίνι του εμπιστεύθηκε τον ρόλο του Θεανθρώπου, παρά το ότι βρισκόταν μακριά από τα ξανθογάλανα πρότυπα του δυτικού κινηματογράφου
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΪ́ΤΗΣ
Και ξαφνικά, δυο ταινίες για τον… Πούτιν

The Review / Και ξαφνικά, δυο ταινίες για τον… Πούτιν

Η Βένα Γεωργακοπούλου και η Κατερίνα Οικονομάκου συζητούν για δύο ταινίες με τον Πούτιν στο επίκεντρο: συμφωνούν για την πρώτη, διαφωνούν για τη δεύτερη. Το μόνο βέβαιο; Η Ρωσία παραμένει μια τεράστια φυλακή που θα συνεχίσει να δίνει έμπνευση για περισσότερες ιστορίες.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Εύη Καλογηροπούλου: «Ξενίζει όταν μια γυναίκα κάνει ταινίες δράσης»

Οθόνες / Εύη Καλογηροπούλου: «Ξενίζει όταν μια γυναίκα κάνει ταινίες δράσης»

Στην «Gorgonà» της Εύης Καλογηροπούλου δύο γυναίκες επαναστατούν και αγωνίζονται για την ελευθερία και την ταυτότητά τους, μετατρέποντας εαυτόν σε σύμβολα αντίστασης και μεταμόρφωσης.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ερρίκος Λίτσης: «Τρώμε ποπκόρν και βλέπουμε να ρίχνουν πυραύλους»

Οθόνες / Ερρίκος Λίτσης: «Τρώμε ποπκόρν και βλέπουμε να ρίχνουν πυραύλους»

Ο Ερρίκος Λίτσης πρωταγωνιστεί στην «Τελευταία κλήση», ένα αστυνομικό θρίλερ βασισμένο στην υπόθεση του Σορίν Ματέι, τη συγκλονιστική ιστορία ομηρίας με τραγική κατάληξη. Ο αγαπημένος ηθοποιός μιλά για την ταινία αλλά και τους καιρούς που ζούμε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πλαστικό και υπογονιμότητα: Το ντοκιμαντέρ The Plastic Detox στο Netflix μας καλεί να αποτοξινωθούμε άμεσα

Οθόνες / Αν θες να κάνεις παιδί, κόψε τα πλαστικά

Στο ντοκιμαντέρ The Plastic Detox στο Netflix, μια Αμερικανίδα επιδημιολόγος συναντά ζευγάρια που αγωνίζονται να κάνουν παιδί και τους ζητά να περιορίσουν δραστικά την έκθεση τους στα πλαστικά. Τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά.
THE LIFO TEAM
Οι πιο χοτ σειρές που έρχονται αυτή την άνοιξη

Οθόνες / Οι πιο χοτ σειρές που έρχονται αυτή την άνοιξη

Οι πρεμιέρες στη μικρή οθόνη φέρνουν μαζί τους μεγάλα ονόματα και ακόμη μεγαλύτερο hype: από την τρίτη σεζόν του «Euphoria​​​​​​​» με τη Ζεντέγια και τον Τζέικομπ Ελόρντι μέχρι το «Margo’s Got Money Troubles​​​​​​​» με τις Νικόλ Κίντμαν και Μισέλ Φάιφερ.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Oscars 2026: Μπηχτή στην αλαζονεία, τιμή σε έναν σπουδαίο δημιουργό

Οθόνες / Oscars 2026: Μπηχτή στην αλαζονεία, τιμή σε έναν σπουδαίο δημιουργό

Φέτος, το Χόλιγουντ υπερασπίστηκε το μεγάλο σινεμά του Πολ Τόμας Άντερσον που αγαπά εξίσου τους χαρακτήρες και την πλοκή, τα genres και την κουλτούρα της αίθουσας, τη σάτιρα και το horror χωρίς αγκυλώσεις, τη συγκίνηση και το θέαμα χωρίς ενοχές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Οι Αθηναίοι / Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Έγινε δημοσιογράφος επειδή της το πρότεινε ο πατέρας της. Περιοδικά, ραδιόφωνο, τηλεόραση, πέρασε από όλα όπως πέρασε και από το ελληνικό τραγούδι. Δεν πιστεύει στην αυτοαναφορική τηλεόραση ούτε στις «πεσιματικές» συνεντεύξεις. Η Ναταλία Γερμανού αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
«Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Pulp Fiction / «Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Η ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Μια μάχη μετά την άλλη» αναμένεται να σαρώσει στις σημαντικές κατηγορίες των Όσκαρ. Ποιο είναι το ιδιαίτερο στίγμα των ταινιών του; Με ποια υλικά έφτιαξε ο Άντερσον το νέο (για πολλούς) αριστούργημά του;
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ