Οδός Αιόλου

 

 

 

 

Αθηναϊκή κίνησις. Αι εμπορικαί μας οδοί.

 

 

Αι ημέραι αύται των προσεγγιζουσών εορτών έχουσι δια τας Αθήνας ου μόνον έκτακτον θέλγητρον, αλλά και δίδουσι κίνησιν ευρωπαϊκής μεγαλουπόλεως εις τας εμπορικάς των οδούς. Ούτως αι Αθήναι εις τινά κέντρα αυτής μεταβάλλονται ολίγον εις Μιλάνον και ουχί σπανίως νομίζει τις ότι ευρίσκεται εις γωνίαν τινά παρισινού βουλεβάρτου. Κυρίως η συγκέντρωσις του πλήθους γίνεται εις τας οδούς του Ερμού και του Σταδίου, κατά δεύτερον δε λόγον εις την οδό Αιόλου. Από πολλών ήδη ετών αι δύο αυταί οδοί κυριαρχούσι του αθηναϊκού εμπορίου. Εις αυτάς συνεκεντρώθησαν τα εμπορικά καταστήματα των ειδών της πολυτελείας και των γυναικείων καλλωπισμών, πράγματα ελκύοντα τας κυρίας, ως τας χρυσαλίδας ή φλοξ. Αυτή η στενή, η ακάθαρτος σχεδόν οδός με τον βόρβορον και τον κονιορτόν της, με τα εφθαρμένα λιθόστρωτά της, από πρωϊας μέχρι δείλης πληρούται πολυμερίμνων αγοραστών, διασχίζεται υπό δίφρων και αποκλείεται υπό των κενών και πεπληρωμένων κιβωτίων. Ουχί σπανίως τα σωρευμένα επί των πεζοδρομίων κιβώτια δίδουσιν όψιν οδοφράγματος, και αναμένει, ο ασυνείθιστος εις τας έξεις μας ξένος, να ακούση από στιγμής εις στιγμήν τας ιαχάς επαναστατησάντων πολιτών.

 

Αι οδοί του Αιόλου και της Αθηνάς δεν απέβαλον εισέτι ολοτελώς τον χρωματισμόν εμπορικών οδών ανατολικής πόλεως. Όλα αυτά τα έξωθεν των θυρών κρεμάμενα αντικείμενα προδίδουσιν ακόμη τας ανατολικάς συνηθείας των πραγματευτάδων, οίτινες εκθέτουσιν έξωθεν της θύρας των ό,τι εκλεκτόν έχει ένδον το κατάστημά των. Με αυτό δεν θέλομεν να είπωμεν, ότι αι οδοί αυταί έχουν φυσιογνωμία του τσαρσίου της Κωνσταντινουπόλεως ή των βιζεστενίων της Σμύρνης. Τίποτε εξ όλων τούτων. Εκείνοι οι στενοί δρομίσκοι, με τα σανιδόπηκτα μαγαζεία, απειράριθμα, ατελεύτητα, περιλαμβάνοντα ό, τι βιομηχανείται εις τα βάθη της Ασίας και της Αφρικής, με τους πολύχρωμους τάπητας, με τα πολύτιμα κασμίρια, τους χρυσοκέντητους τζεβρέδες, τα χρυσά πασουμάκια, τα βαρύτατα μύρα της Αραβίας, τα δεικνύοντα όλην την Ανατολήν με τα γραφικά θέλγητρά της, με την ηδυπάθειαν των χαρεμίων της και τα μυστήρια του μουσουλμανικού βίου, δεν υπάρχει ουδόλως εις τα ιδικά μας πτωχά εμπορικά κέντρα. Το παρελθόν έχει αφήσει μόνον ανατολικάς έξεις εν τω εμπορίω, αλλά τίποτε άλλο υπενθυμίζον, έστω και εξ αποστάσεως, ό, τι εμάγευσε πάντα καλλιτέχνην περιέλθοντα την Ανατολήν.

 

 

 

Αντιθέτως προς τας δύο ταύτας οδούς, ας η βαυαρική μικρόνοια τας παρεσκεύασε τόσον στενάς, ωσάν να επρόκειτο αι Αθήναι να μείνουν η κωμόπολις της "Πλάκας" και της "Βρύσης του Βορειά", παρουσιάζεται η οδός Σταδίου, επ' εσχάτων αρχίσασα να καθίσταται και αυτή εμπορικόν κέντρον. Ευρεία, καθαρωτέρα, με ωραία πεζοδρόμια, με νέα καταστήματα, επί τω ευρωπαϊκώτερον κατασκευασθέντα, φαίνεται ενιαχού ως τμήμα παρισινής λεωφόρου, ιδίως περί την εσπέραν, ότε φωτίζονται αι βιτρίναι και πυκνότερος ο κόσμος συρρέει. Ου μόνον τα καταστήματα αποπνέουν πλειότερον εδώ ευρωπαϊσμόν, αλλά και ούτος ο κόσμος όστις συρρέει εξ όλων των οδών, των εκβαλλουσών εις την λεωφόρον ταύτην. Ο κόσμος ούτος ούτε πολυάσχολος είνε, ούτε καν εργασίαν τινά έχει εν αυτή ως ο της οδού Ερμού. Εδώ ο κόσμος φλατάρει. Τα εντός των υελωμάτων εκθέματα προσελκύουν άνδρας, γυναίκας, παιδία, επί ώραν αποθαυμάζοντας τας κινουμένας πλαγγόνας, αστείον τινά καραγκιόζην, ναπολιτάνον αλιέα, καπνίζοντα αμερίμνως την πίπαν του. Η θεαματική αυτή απόλαυσις ικανοποιεί τους παραστέκοντας, από του ερωτύλου νεανίσκου, όστις θαυμάζει μεν εν τη βιτρίνα Κινέζον, εκτοξεύει όμως και βλέμματα πυρώδους θαυμασμού και προς την διερχομένην κυρίαν, μέχρι του μικρού κορασίου, όπερ ονειροπολεί όλα αυτά τα αθύρματα από μηνών ήδη. Ιδίως αι απολαύσεις αύται είνε δια τον μικρόκοσμον της κοινωνίας μας. Αυτού η μικρά, ως λεπτοκάρυον καρδιά, πάλλει επί τη θέα της κούκλας και η διάνοιά του δημιουργεί φανταστικού κόσμου ευδαιμονίαν.

 

Αι ημέραι αύται, εφ' όσον πλησιάζει η πρωτοχρονιά, δια την αθηναϊκήν κίνησιν, έχουν ιδιαιτέραν σημασίαν. Από συστάσεως ακόμη των Αθηνών ως ελληνικής πρωτευούσης, ότε η ελευθερία της εξόδου των γυναικών εκ των οίκων των ήτο ζήτημα συζητούμενον επί εβδομάδα εν τη οικογενεία, αι ημέραι αύται παρείχον την ελευθερίαν εις αυτάς να διαμοιράζωσι τον χρόνων των μεταξύ του οίκου και των μαγαζείων. Την εποχήν εκείνην ότε ήκμαζον οι φεσοφόροι, αίτινες κατά τίνα ευφυά έκφρασιν ηδύναντο να καταταχθώσιν εις τα μαστοφόρα, τα τότε πενιχρά καταστήματα της οδού Ερμού επαρουσιάζοντο ως λεωφόρος τις των Ιταλών, ως Νιέφσκι προσπέκτ, ως Πικάδελυ ή ούντερ ντεν λίντων, αι δε συχνάζουσαι εις το μέρος τούτο κυρίαι εγέννων υπονοίας σπουδαίας περί της χρηστότητός των, εθεωρούντο ως σπάταλοι, ουχί δε σπανίως η σατιρική ποίησις εκαυτηρίαζεν αμειλίκτως τα κοινωνικά αυτά έλκη των ασώτων γυναικών. Εννοείται ότι ουδέν πλειότερον έπραττον αι κατηγορούμεναι κυρίαι, των όσων κάμνουν καθημερινά αι γυναικές μας, προμηθευόμεναι μόναι τα χρειώδη των. Η ασωτία των περιορίζετο εις την δαπάνην ολίγων σφατζίκων μόνον.

 

Αλλ' η εποχή εκείνη δεν επέτρεπεν ούτε τας αθώας ταύτας εκ του οίκου εξόδους, η δε σφάτζικα αν δεν ήτο μυθολογούμενον νόμισμα δια τους πολλούς, ήτο όμως λίαν δυσπρόσιτος δια τα πλείστα θυλάκια της εποχής εκείνης. 'Εκαστη εποχή έχει τας ιδιοτρόπους ιδέας περί των όρων του κοινωνικού βίου. Ούτω, τότε, ότε εφάνη κάτα πρώτον εις το αθηναϊκόν θέατρον ιταλικόν μελόδραμμα και ανεβιβάσθη επί της σκηνής ο "Κουρεύς της Συβίλλης", τα επίσημα φύλλα έγραφον ότι η δημοσία ηθική δεινόν έπαθε κλονισμόν. Αι, λοιπόν, ναι την εποχήν εκείνην ακόμη, τας ημέρας ταύτας επετρέπετο να περιέλθωσιν αι κυρίαι τα καταστήματα του Γκινάκα και του Βουγά και να προμηθευθώσι τα δώρα της πρωτοχρονιάς. Ο χρόνος εσάρωσεν έκτοτε πολύ τας κοινωνικάς προλήψεις και ελέπτυνε τα άξεστα ήθη, η δε αναπτυχθείσα κοινωνία δεν θεωρεί πλέον ότι το αριστούργημα του Ροσσίνι προσβάλλει την δημοσίαν ηθικήν. Η αύξησις εξ άλλου των υλικών πόρων της κοινωνίας μας μετέβαλλε τα παλαιά αμπατζίδικα εις κομψά ευρωπαϊκά καταστήματα, και επέφερε την κομψότητα και την χάριν εις το ένδυμα και εις τους τρόπους των Ατθίδων και των Αθηναίων.

 

Ούτως η από ετών επικρατούσα κίνησις εν ταις εμπορικαίς μας οδοίς εξακολουθεί αυξάνουσα και ογκούμενη, μέχρις ότου εκοπάση εις την παραμονήν της πρώτης του έτους, ότε πλέον δεν θα δύναται τις να εύρη τα πολύσχημα εκείνα αντικείμενα, τα αθύρματα, τα κομψοτεχνήματα άτινα μετεκομίσθησαν εκ των περάτων της Ευρώπης εν τη ημετέρα αγορά. Ολίγας ημέρας ακόμη και παύει η βασιλεία των εμπόρων. Το πλήθος εκείνο των χαριεστάτων κορασίδων δεν θα πλημμυρεί τας οδούς και τα καταστήματα, η δε κίνησις κατά τας χειμερινάς αλλ' αλκυονίδας ημέρας θα τραπή αλλαχού. Σήμερον όμως ούτε η "Καβαλλερία Ρουστικάνα", ην ανακρούει η μουσική του κ. Καίσαρη, ούτε του Φαλήρου ο μαγευτικός αιγιαλός κατορθούσι να στρέψωσι το ανθρώπινον αυτό ρεύμα. Τα εμποριά έχουν ιδιαίτερον θέλγητρον, μηστηριώδη μαγνήτην όστις σύρει όλους. Οι εμποροί μας δεν έχουν καιρόν ούτε να αναπνεύσουν. Η παροιμιώδης ευγλωττία των, ήτις τοις έδωκε το χαρακτηριστικώτατον επίθετον γλυκοψεύτας, εξαντλείται προς αγοραστρίας ενός μποά και υποκαίει τας επιθυμίας κορασίδος εποφθαλμιώσης μεγαλόσωμον πλαγγόνα.

 

Ατυχώς δεν κατωρθώθη ακόμη εν Αθήναις ό, τι εγένετο εν Μιλάνω και ό, τι υπάρχει προ δεκάδων ετών εν Παρισίοις και Πετρουπόλει, να μένωσιν ανοικτά μέρος της νυκτός τα καταστήματα, ίνα γίνεται νυκτερινή κίνησις. Τούτο κυρίως επιδιώκεται παντού χάριν των ξένων, οίτινες δεν είνε ηναγκασμένοι να κλείωνται από της δύσεως του ηλίου εις τα οικήματά των ή να περιπλανώνται μόνοι των εις τας ερήμους και σκοτεινάς οδούς ως τα φαντάσματα εις τα δράματα της κυρίας Ρακλίφ. Το ελάττωμα τούτο το έχουσι πολύ μεγαλύτεραι πόλεις των Αθηνών. Η Βιέννη και αι πλείσται πόλεις της Γερμανίας μένουσιν έρημοι μετά την πάροδον της 9ης εσπερινής ώρας. Συμβούλια επί συμβουλίων εγένοντο ίνα κατωρθωθή η παραγωγή νυκτερινής κινήσεως, ως καταλληλότερον δε μέτρον εκρίθη να μη κλείωνται τα εμπορικά καταστήματα την νύκτα. Τούτο όπερ αλλαχού επιδιώκεται, ως δίδον κίνησιν και ζωήν εν ταις πόλεσι, δεν θα ήτο άστοχον αν εχρησιμοποιείτο και ενταύθα ίνα μη ερημούνται κατά την νύκτα αι οδοί της πόλεως και περιορίζεται η εμπορική κίνησις εις τας απογευματινάς μόνον ώρας και μόνον πάλιν ζωηρά κατά τας ημέρας ταύτας.

 

Ολιεγ.

Εφημερίς, 23 Δεκεμβρίου 1891

Ψηφιακή Βιβλιοθήθηκη της Βουλής των Ελλήνων