Το δημιούργημα του ηθοποιού και σεναριογράφου Ντόναλντ Γκλόβερ (γνωστού και αγαπητού κυρίως σε όσους είχαμε φάει συντριπτικό κόλλημα με το Community αλλά και σε κάποιους πιο ψαγμένους που τον γνωρίζουν και ως «ράπερ» Childish Gambino ή DJ mcDJ, ενώ πρόσφατα πρωταγωνίστησε και σε κάποιο από τα άπειρα Star Wars, μη με ρωτάτε σε ποιο, δεν υπάρχει περίπτωση να ασχοληθώ) στο οποίο πρωταγωνιστεί ο ίδιος, εμφανίστηκε διακριτικά το 2016 αλλά σταδιακά έκανε πολλά σαγόνια να πέσουν από το δέος, ειδικά σε κάποια επεισόδια πλήρους ελευθερίας και μεγάλης έμπνευσης.

 

Ημίωρη κομεντί τεχνικά, η σειρά αφηγείται με την πιο σύγχρονη αντίληψη τις κωμικοτραγικές ιστορίες κάποιων τριαντάρηδων («Αφροαμερικανών», αλλά έχει και δεν έχει σημασία αυτό - από μικροαστικό περιβάλλον προέρχονται κυρίως, όχι από το «γκέτο») εντός, εκτός και επί τα αυτά της hip-hop μουσικής σκηνής και βιομηχανίας στην Ατλάντα.

 

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς από τα ευρηματικά και απολύτως καίρια επεισόδια του κύκλου... Αυτή τη στιγμή, πιο έντονα μου έρχεται εκείνο το εκπληκτικό όπου η όλη αφήγηση παρουσιάζεται ως ρεπορτάζ κουλτουριάρικου νυχτερινού talk show.

 

Απλά ιδιοφυές, όπως και η κόντρα (και η απροσδόκητη σύμπτωση ιδεών στο τέλος) μεταξύ του ράπερ "Paper-Boi" και μιας φεμινίστριας θεωρητικού, σαφώς εμπνευσμένης από την Τζούντιθ Μπάτλερ.

 

Εκτός όμως από το σενάριο, εκτός από την ιδιοφυή σκηνοθεσία, εκτός από την αλήθεια που εκπέμπουν ακόμα και οι πιο σουρεάλ καταστάσεις, η μαγεία του Atlanta έγκειται κυρίως στο υποβλητικό mood και στα υψηλά αισθητικά κριτήρια.

 

Στο κέντρο της αφήγησης και του δεύτερου κύκλου που μόλις ξεκίνησε, παραμένει, πλαισιωμένο από μια σειρά ιδιοσυγκρασιακούς αλλά εντελώς γνήσιους χαρακτήρες, το «τρίο της συμφοράς» που αποτελείται από τον Ερν Μαρκς (Ντόναλντ Γκλόβερ), πρώην φοιτητή-τουρίστα του Πρίνστον, τον ξάδελφό του, Άλφρεντ "Paper Boi" Μάιλς, και τον συγκάτοικο του δεύτερου, τον Ντάριους, που κινείται μεταξύ αιώνιας λιακάδας ενός καθαρού μυαλού και εξωφρενικών θεωριών συνωμοσίας, σαφώς ενισχυμένων από τη συστηματική κατάχρηση ατέλειωτων μπάφων.

 

Ο νέος του αγαπημένος αστικός μύθος μάλιστα, αφορά τον επονομαζόμενο "Florida Man", έναν υπο-λούμπεν «τραμπικό» λευκό που υποτίθεται ότι σκοτώνει μαύρους και βάζει βόμβες σε κλινικές αμβλώσεων – δείγμα του ότι και η μαύρη κοινότητα είναι επιρρεπής στην επική συνωμοσιολογία, όπως και οποιαδήποτε άλλη.

 

Εκτός όμως από το σενάριο, εκτός από την ιδιοφυή σκηνοθεσία, εκτός από την αλήθεια που εκπέμπουν ακόμα και οι πιο σουρεάλ καταστάσεις, η μαγεία του Atlanta έγκειται κυρίως στο υποβλητικό mood και στα υψηλά αισθητικά κριτήρια με τα οποία ανακοινώνει διαρκώς την υψηλή του υπόσταση σε μια τηλεοπτική αρένα όπου τα πάντα -ακόμα και οι πιο υψηλού πρεστίζ σειρές- δειλιάζουν ενώπιον της καλλιτεχνικής ταμπέλας, ταμπουρωμένες στην ασφάλεια της «ψυχαγωγίας».

 

Το Atlanta είναι σχεδόν τέλειο και μακάρι να το έβλεπαν περισσότεροι. Η αλήθεια είναι ότι πολλοί (λευκοί) θεατές, αυτοπεριορίζονται από τις προκαταλήψεις που έχουν για μια σειρά αποκλειστικά σχεδόν μαύρου καστ.
Το Atlanta είναι σχεδόν τέλειο και μακάρι να το έβλεπαν περισσότεροι. Η αλήθεια είναι ότι πολλοί (λευκοί) θεατές, αυτοπεριορίζονται από τις προκαταλήψεις που έχουν για μια σειρά αποκλειστικά σχεδόν μαύρου καστ.

 

To Atlanta ανήκει αυστηρά στο δικό του αυτοδημιούργητο σύμπαν, σαφώς όμως μπορεί κάποιος να ανιχνεύσει επιρροές από τις ταινίες του Σπάικ Λι, του Τζάρμους και του Λιντς ακόμα.

 

Ο ίδιος ο Γκλόβερ μάλιστα το είχε περιγράψει ως «Twin Peaks με ράπερς» κι αν αυτό μοιάζει αφαιρετικό, δεν είναι εντελώς άσχετο.

 

Το Atlanta είναι σχεδόν τέλειο και μακάρι να το έβλεπαν περισσότεροι. Η αλήθεια είναι ότι πολλοί (λευκοί) θεατές, αυτοπεριορίζονται από τις προκαταλήψεις που έχουν για μια σειρά αποκλειστικά σχεδόν μαύρου καστ.

 

Τους προκαλεί συνειρμούς ωμού ρεαλισμού και γκέτο απόγνωσης (ας μην θυμηθούμε καλύτερα την πονεμένη ιστορία της πρώτης προβολής του The Wireκαι τους θεατές που λάκιζαν κάθε εβδομάδα επειδή δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν τους μαύρους χαρακτήρες.

 

Ωραία ήταν που είχαμε Πρόεδρο τον Ομπάμα οχτώ χρόνια αλλά η πραγματικότητα είναι σαφώς πιο σύνθετη και ο λανθάνων ρατσισμός έχει πολλά ποδάρια.

 

Ακόμα και το βίαιο υπογάστριο μιας υποβαθμισμένης κοινότητας στη σειρά παρουσιάζεται χωρίς δραματικά κλισέ, συμμορίες και αιματοβαμμένους φετιχισμούς.

 

Αν έπρεπε να επιλέξει κανείς το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο κοινωνικής αποσύνθεσης με το οποίο ασχολείται (πάντα διακριτικά και χιουμοριστικά και ατμοσφαιρικά) η σειρά, αυτό δεν θα είχε να κάνει με καταστάσεις βίας και διαμαρτυρίας, αλλά με ένα ατέλειωτο απόγευμα σ' ένα καθιστικό όπου κάποιοι άνεργοι, υποαπασχολούμενοι ή σε κατ' οίκον περιορισμό για κατοχή μικροποσότητας χασίς και άλλα πταίσματα το ξύνουν όλη μέρα στο σπίτι ακούγοντας μουσική ή παίζοντας video games καθώς η αντηλιά τρυπώνει από τις γρίλιες.