Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1975 κατρακυλάμε από μεσημεριανά γεύματα σε απογευματινά τσάγια, από δείπνα σε ολονύχτια πάρτι και κυριακάτικα μπραντς. Έχω μπαφιάσει από «φανταστικά που ήταν χθες το βράδυ» και «σούπερ πάρτι, ε;», λες και επεξεργάζομαι το διδακτορικό μου στην dolce vita. Έχω αδειάσει, μπουχτισμένος από το υψηλό γούστο, αποστασιοποιημένη σοφιστικασιόν και ανεξερεύνητα πρόσωπα με ακινησία αγκυλωμένης μάσκας.


Ο Άντζελο έχει οργανώσει σπέσιαλ εορταστικό πακέτο για μαγική νυχτερινή βόλτα στη μητροπολιτική Πρωτοχρονιά με πρόποση σαμπάνιας entre nous, μετά σε ένα λοφτ για μεξικάνικο δείπνο με μυστικιστικές αρτίστες και beautiful people σε έξαρση κοκαϊνομανίας, μετά βραζιλιάνικη ντίσκο, για φινάλε κάπου «glamorous for breakfast» και ίσως μια βόλτα στο Σέντραλ Παρκ, ξημέρωματα, με χιόνι.


Δεν θέλω να κάνω τίποτα, δεν θέλω να γιορτάσω κάτι που δεν καταλαβαίνω. Να ξεσαλώσουμε για μία ακόμα βραδιά που είμαστε ζωντανοί και συνεχίζουμε και κάθε χρόνο θα γιορτάζουμε την παραμονή και θα το ρίχνουμε έξω. Λες και κάθε βράδυ κάνουμε και τίποτε άλλο. Θέλω να μείνω σπίτι, μόνος, όπως ο σαξοφωνίστας από απέναντι, που, ασχέτως του τι συμβαίνει στην πόλη, παίζει τον δικό του σκοπό.

Ωραία, θα κάνω παρέα στην Πόλα. Ακουγόταν τόσο διαλυμένη, θα 'χε κλατάρει... Θα είμαι τρυφερός μαζί της, ένας άγγελος, δεν θα 'χω αντίρρηση να κοιμηθεί σαν παιδί στην αγκαλιά μου, όμορφη και μόνη, η Γαλλογιαπωνέζα κούκλα που αφαίρεσε τη μήτρα της για να απαλλαγεί από ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και να απολαμβάνει το σεξ χωρίς έγνοιες, τώρα φρικαρισμένη, στα πρόθυρα της κατάρρευσης, στα αεροδρόμιο Κέννεντυ, Πρωτοχρονιά του '75.


Το τηλέφωνο χτυπάει κάθε τόσο, απ' την Άννα με τον Αλέξη, «Δεν θα 'ρθεις; Γιατί; Σε λίγο φεύγουμε, χρόνια πολλά», απ' τη Βίλμα με τη Μονίκ, «Γιατί δεν έρχεσαι, είμαστε στους Μεξικάνους, χρόνια πολλά», απ' τον Γιώργο με τη Μαιρούλα, «Έχεις τις κλειστές σου ή γαμάς ινκόγκνιτο; Χα, χα, πάμε για βραζιλιάνικα κόλπα», και απ' τον Άντζελο, «Μα, τι σε έχει πιάσει; Προτιμάς να μείνεις μόνος; Πρωτοχρονιά; Καινούργιος χρόνος! Πάμε απ' το Plaza». «Φίλησέ με» του πετάω. Γελάμε.


Μ' αρέσει να είμαι ο τηλεφωνητής υπηρεσίας, σε επαφή με τις μετακινήσεις της παρέας, αυτήν τη νύχτα που η πόλη στην πλατεία Τάιμς εκπέμπει εκρηκτικές φωτοβολίδες, υγρές αγκαλιές και ρουφηχτά φιλιά, με τις ανάσες τους ν' αχνίζουν. Το τηλέφωνο όσο κυλάει η νύχτα έχει σιγήσει. Έχει πάει τρεισήμισι όταν ξαναχτυπάει, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν θέλω να απαντήσω.
Καλεί συνέχεια, σαν να μου στέλνει κάποιο μήνυμα. Το σηκώνω. «... Είπα να πάω σε κάτι φίλους στη Φλόριντα, αλλά δεν βρήκα το κουράγιο... Είμαι στο αεροδρόμιο και δεν ξέρω τι να κάνω... μπορείς να κάνεις κάτι πριν καταρρεύσω;» ακούω μέσα σε λυγμούς.


«Πόλα, αγάπη μου, θέλεις να 'ρθεις εδώ;»

«... μπορώ; Όου, αυτό είναι... είσαι υπέροχος, σ' ευχαριστώ, ω, είσαι...»

«Έλα τώρα».

 

Ωραία, θα κάνω παρέα στην Πόλα. Ακουγόταν τόσο διαλυμένη, θα 'χε κλατάρει... Θα είμαι τρυφερός μαζί της, ένας άγγελος, δεν θα 'χω αντίρρηση να κοιμηθεί σαν παιδί στην αγκαλιά μου, όμορφη και μόνη, η Γαλλογιαπωνέζα κούκλα που αφαίρεσε τη μήτρα της για να απαλλαγεί από ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και να απολαμβάνει το σεξ χωρίς έγνοιες, τώρα φρικαρισμένη, στα πρόθυρα της κατάρρευσης, στα αεροδρόμιο Κέννεντυ, Πρωτοχρονιά του '75.


Κάτι συμβαίνει... απέραντη σιωπή... το σύμπαν σαν ν' αφουγκράζεται... Κάτι ίσως πάει ν' αλλάξει, μπορεί για καλύτερα... σίγουρα; Αχνοφέγγει μια προσδοκία αποκάλυψης... Χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγω την πόρτα, σκύβω από πάνω, τη βλέπω που ανεβαίνει τα σκαλιά, έρχεται...

«Πόλα, χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, Πόλα...» αυτοσχεδιάζω τραγουδώντας.

Κωνσταντίνος Τζούμας, ηθοποιός