Είναι χειμώνας. Επιστρέφεις σπίτι από το σχολείο. Η μυρωδιά σε αρπάζει από τις σκάλες. Μια γήινη, υγρή μυρωδιά, διακρίνεις κρέας, λαχανικά, μπαχάρια και μαϊντανό. Μπαίνεις στο σπίτι, ατμοί στα παράθυρα της κουζίνας, στη μεγάλη κατσαρόλα κάτι μαγειρεύεται. Θυμάσαι ακόμα τον ήχο του υγρού που κοχλάζει. Ο πιο καθησυχαστικός ήχος. Ένα κοτόπουλο γίνεται ζωμός. Ένας αργός χορός δύο-τριών υλικών στο βραστό νερό θα δώσει σε λίγο ένα σχεδόν θεραπευτικό ζουμί που μέσα του θα συμπυκνώνει την ουσία όσων μαγειρεύτηκαν σε αυτό. Κάτι θα γίνει ο ζωμός. Ένας τραχανάς, ένα αυγολέμονο, μπορεί και μακαρόνια με χωριάτικο τυρί, μπορεί και μια χορτόσουπα. Στο τραπέζι της κουζίνας θα ρουφήξεις το υγρό και με κάθε κουταλιά θα ξεχνάς όλα όσα πέρασες, έστω και για λίγο θα εξαφανιστούν. Η παιδική σου ηλικία θα κλειστεί ολόκληρη σε αυτήν τη μικροαστική κουζίνα που είναι προστατευμένη από κάθε κίνδυνο. Συνήθως θα τρως μόνος κάτι που θα θυμάσαι και θα επαναλαμβάνεις με απόλαυση για χρόνια μετά.


Μέχρι σήμερα τα αχνισμένα παράθυρα, το άρωμα ενός ζωμού, η γεύση του αλλά και η ζεστασιά του με πάνε πολύ πίσω, τότε που μπορούσε κανείς να γίνει καλά με έναν απλό ζωμό. Και επειδή σαν σπιτικός μάγειρας έχω φτιάξει εκατοντάδες ζωμούς, κανένας δεν είχε τη γεύση του ζωμού της μάνας μου. Δεν τα πολυπιστεύω αυτά πια, έλα όμως που ο ζωμός με κάνει να τη θυμάμαι. Κάτι σημαίνει αυτό κι ας μη θέλω να το παραδεχτώ.

 

Ο Μιχάλης Μιχαήλ είναι διευθυντής της LifO.