Το σημερινό ηχητικό ντοκιμαντέρ του Άρη Δημοκίδη παρουσιάζει το νέο τοπίο που έχει διαμορφωθεί όσον αφορά τη ρύθμιση του σωματικού βάρους μετά την κυκλοφορία των ενέσιμων φαρμάκων για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας (στην ιατρική ορολογία περιγράφονται ως «αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1»).
«Τρώει πολύ»: αυτή ήταν μια συνηθισμένη έκφραση που δικαιολογούσε τα παραπάνω κιλά, δηλαδή ήταν θέμα έλλειψης θέλησης ή χαρακτήρα. Όμως η επιστήμη λέει πια ότι υπάρχουν άνθρωποι με ισχυρή γενετική προδιάθεση στην παχυσαρκία, οι οποίοι δίνουν μια καθημερινή, άνιση μάχη. Ο εγκέφαλός τους δέχεται πολύ πιο ισχυρά σήματα πείνας και πολύ λιγότερα σήματα ικανοποίησης από το φαγητό σε σχέση με έναν άνθρωπο που δεν έχει αυτή την προδιάθεση.
Τα καλά νέα είναι ότι τώρα, τόσο η ιατρική όσο και οι κοινωνικές επιστήμες δεν βλέπουν την παχυσαρκία ως θέμα «θέλησης» αλλά ως μια περίπλοκη μεταβολική νόσο. Τα «καλά» νέα φάρμακα δεν θεωρούνται απλώς «ενέσεις αδυνατίσματος» αλλά τροποποιητικά της νόσου της παχυσαρκίας. Οι εξελίξεις είναι ταχύτατες και τα επόμενα χρόνια οι γιατροί θα μπορούν να επιλέγουν το κατάλληλο φάρμακο ή συνδυασμό φαρμάκων ανάλογα με το προφίλ κάθε ασθενούς – και τα αποτελέσματα θα είναι εγγυημένα.
Από την άλλη πλευρά, η δυνατότητα γενικευμένης χρήσης δημιούργησε ένα τσουνάμι παραπληροφόρησης και νέων προβλημάτων. Σύνηθες φαινόμενο για κάθε «επαναστατική εφεύρεση» είναι να παραβιάζονται τα όρια και να βρίσκουν έδαφος επικίνδυνες παρερμηνείες. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια η ύπαρξη αυτών των φαρμάκων ήταν γνωστή ως «το μυστικό του Χόλιγουντ» ή «το φάρμακο των διασήμων»· διαδόθηκαν όταν σταρ και influencers αποκάλυψαν ότι τα χρησιμοποιούσαν για να χάσουν γρήγορα κιλά. Αυτή η διάδοσή τους «ως μαγικών χαπιών αδυνατίσματος» προηγήθηκε της πληροφορίας ότι πρόκειται για φάρμακα αποκλειστικά προορισμένα για ιατρικούς λόγους, έτσι κατανάλωσή τους γινόταν με μη ορθό τρόπο.
Η πραγματικότητα είναι ότι τα φάρμακα αυτά σχεδιάστηκαν για να διορθώσουν ένα μεταβολικό σύστημα που δυσλειτουργεί και αποτελούν απάντηση στο θέμα της «παχυσαρκίας» ή στον διαγνωσμένο διαβήτη. Όταν η χρήση τους γίνεται για αισθητικούς λόγους και τα παίρνουν άνθρωποι με φυσιολογικό μεταβολισμό και ορμονική ισορροπία, τότε υπάρχει ο κίνδυνος μια υγιής σωματική κατάσταση να υποστεί βλάβη. Αν ένας άνθρωπος με φυσιολογικό βάρος νιώθει έντονη την ανάγκη να κάνει ενέσεις για να χάσει βάρος, ενώ δεν το χρειάζεται, η ρίζα του προβλήματος συχνά δεν αφορά τον μεταβολισμό αλλά σχετίζεται με την εικόνα που έχει για το σώμα του.
Και εδώ ερχόμαστε στις αλλαγές που έφεραν τα φάρμακα αυτά, στη συζήτηση-κίνημα για το στίγμα του βάρους και στη fatphobia. Ζούμε σε μια εποχή που η επιστήμη προσπαθεί να απενοχοποιήσει τα παραπανίσια κιλά, αλλά ο ρατσισμός απέναντί τους δεν έχει εξαφανιστεί. Άλλαξε διατύπωση και εντοπίζεται σε συζητήσεις για το «ποιος δικαιούται» το φάρμακο, ποιος το παίρνει για λόγους υγείας και ποιος για λόγους ματαιοδοξίας.
Η κοινωνία αντιμετώπιζε την παχυσαρκία ως προσωπική αποτυχία, τεμπελιά ή έλλειψη πειθαρχίας. Η επιστημονική απόδειξη ότι η παχυσαρκία είναι μια περίπλοκη βιολογική νόσος που αντιμετωπίζεται με ορμονικά φάρμακα βοήθησε εν μέρει να μειωθεί το στίγμα, αλλά έφερε στην επιφάνεια νέες μορφές ρατσισμού και παρεξηγήσεις. Μετατοπίστηκε ο ρατσισμός από το «γιατί τρως;» στο «γιατί δεν παίρνεις το φάρμακο;» – και το αντίθετο. Ασκείται έντονη κοινωνική κριτική σε όσους παίρνουν αυτά τα φάρμακα ότι επέλεξαν τον εύκολο δρόμο αντί να προσπαθήσουν «σωστά» με δίαιτα και γυμναστήριο. Δηλαδή παρατηρούμε να εξελίσσεται ο βαθιά ριζωμένος ρατσισμός ότι ο υπέρβαρος πρέπει να υποφέρει ή να τιμωρηθεί για να κερδίσει ένα αδύνατο σώμα.
To κίνημα του body positivity θεωρεί συχνά την έκρηξη αυτών των φαρμάκων απειλή. Πιστεύει ότι η κοινωνία, αντί να μάθει να σέβεται τους ανθρώπους όλων των μεγεθών, θα απαιτεί πια να «διορθωθούν» ιατρικά για να συμβαδίσουν με τα τρέντι πρότυπα ομορφιάς. Εκφράζουν φόβους και για μια νέα ανισότητα, αφού θα είναι ένδειξη φτώχειας και κοινωνικής κατωτερότητας το να μην μπορείς να τα αγοράσεις, δεδομένου ότι συνταγογραφούνται μόνο σε ασθενείς βάσει ιατρικών κριτηρίων.
Το γεγονός είναι, πάντως, ότι ζούμε σε ένα περιβάλλον που ευνοεί την παχυσαρκία, με πληθώρα υπερ-επεξεργασμένων τροφών, έλλειψη επαφής με τη φύση, συνεχές τρέξιμο λόγω υποχρεώσεων και χρόνιο στρες. Όπως το έχει διατυπώσει ο ερευνητής της παχυσαρκίας George Bray: «Τα γονίδια γεμίζουν το όπλο, αλλά το περιβάλλον τραβάει τη σκανδάλη». Και η αλλαγή του περιβάλλοντος είναι βασικό ζητούμενο, όσο κα η φαρμακευτική αγωγή. Και, φυσικά, το ιδανικό θα ήταν η πρόληψη να προηγείται της θεραπείας, να εξαφανίζεται η αιτία και όχι να εστιάζουμε στο αιτιατό.
Μιλούν οι:
Λίνα Γιάνναρου, δημοσιογράφος της «Καθημερινής»
Ευθύμιος Καπάνταης, παθολόγος με εξειδίκευση στον σακχαρώδη διαβήτη – Γενικός γραμματέας Ελληνικής Εταιρείας Παχυσαρκία
Κωνσταντίνα Κατσανά, διαιτολόγος-διατροφολόγος Διαισθητικού Τρόπου Διατροφής
Δημοσθένης Παναγιωτάκος, καθηγητής Επιδημιολογίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο
Δήμητρα Παπαμίχου, διατροφολόγος
Συνεργάτις περιεχομένου: Ελένη Καλέση
Μουσική επένδυση: Nalyssa Green / Pan Pan / New*Deal / Teo x3 / Petros Satrazanis / Epidemic Sound / Βασίλης Κωστάκης/Armagos/ METAMAN
*Τα αποσπάσματα απ’ την ΕΡΤ προέρχονται απ’ το Αρχείο της ΕΡΤ, το οποίο ευχαριστούμε θερμά για την άδεια χρήσης
