Πριν μερικά χρόνια ο κίνδυνος να διασπαστεί και να πάψει να υπάρχει στ΄αλήθεια το Βέλγιο ήταν πραγματικός. Ο θεσμός της βασιλείας κι η Εθνική ποδοσφαίρου ήταν, λέγεται, οι δύο παράγοντες που κράτησαν και κρατούν στη ζωή την ομοσπονδιακή αυτή δημοκρατία.

 

Μια Εθνική ομάδα, οι «Κόκκινοι Διάβολοι», που εδώ και χρόνια συμμετέχει στις μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις, κάθε φορά ως αουτσάιντερ ή φαβορί για κάτι καλό. Πάντα, όμως, κάτι δεν πάει καλά και σκοντάφτει.

 

Τελευταία φορά που σκόνταψε σε μια πιο τιμητική θέση ήταν στο Μεξικό, στα ημιτελικά απέναντι στην Αργεντινή. Παραδόξως, ακόμη κι αυτό μοιάζει σα να έχει εξαφανιστεί από τη συλλογική μνήμη.

 

Διότι κι η μυθολογία του ποδοσφαίρου, χρωστά μερικές σελίδες της στο βέλγικο ποδόσφαιρο. Ο Κλασέν, ποιητής και κολλητός φίλος του Ζακ Μπρελ, είναι για πολλούς ο πιο ταλαντούχος και θεαματικός Βέλγος παίκτης όλων των εποχών, γενναιόδωρος, απείθαρχος καλλιεργημένος, παράτολμος


Κι όμως! Χρωστάμε πολλά στο βελγικό ποδόσφαιρο. Και ακόμα πιο πολλά χρωστάνε οι 22 μαντράχαλοι που κυνηγούν ένα τόπι, οι οποίοι χάρη σε έναν άσημο Βέλγο ποδοσφαιριστή έγιναν 22 εκατομμυριούχοι μαντράχαλοι.

 

Στις 15 Δεκεμβρίου 1995, ο Ζαν Μαρκ Μποσμάν δικαιώνεται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές μπορούν πλέον να μεταγράφονται ελεύθερα σε όποια ομάδα θέλουν μετά τη λήξη του συμβολαίου τους και να παίζουν ελεύθερα σε οποιαδήποτε ομάδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς περιορισμούς λόγω εθνικότητας.

 

Το ποδόσφαιρο θ' αλλάξει οριστικά. Οι αμοιβές των ποδοσφαιριστών εκτοξεύονται στα ύψη, οι ομάδες των «μικρών», δηλαδή των φτωχών πρωταθλημάτων, αποδυναμώνονται για πάντα, τους ευρωπαϊκούς τίτλους τους μονοπωλούν καμιά δεκαριά ομάδες και τέσσερις-πέντε χώρες.

 

Ανάμεσα τους δεν βρίσκεται το Βέλγιο: οι σπουδαίοι παίκτες του φεύγουν νεότατοι για καλύτερα πρωταθλήματα, σε σημείο να γίνονται σκέψεις για δημιουργία ενός κοινού πρωταθλήματος Κάτω Χωρών –η εξίσου ταλαντούχα Ολλανδία βαδίζει στα ίδια βήματα.

 

Το βελγικό ποδόσφαιρο έχει προσφέρει επίσης πολλά στον παγκόσμιο κινηματογράφο: τους αδερφούς Ζαν-Πιέρ και Λυκ Νταρντέν, τους σπουδαίους σκηνοθέτες και σεναριογράφους, που πανηγύρισαν πολύ περισσότερο, όπως λένε οι ίδιοι, τα πρωταθλήματα της ομάδας που υποστηρίζουν από παιδιά, της Σταντάρ Λιέγης, από τους Χρυσούς τους Φοίνικες –γιατί κι αυτοί είναι κανονικοί πρωταθλητές με δυο Χρυσούς Φοίνικες (για τη Ροζέτα και το Παιδί) και ένα Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών. Κι όλα αυτά χάρη στο ποδόσφαιρο.

 

Το βελγικό ποδόσφαιρο έχει προσφέρει επίσης πολλά στον παγκόσμιο κινηματογράφο: τους αδερφούς Ζαν-Πιέρ και Λυκ Νταρντέν, τους σπουδαίους σκηνοθέτες και σεναριογράφους, που πανηγύρισαν πολύ περισσότερο, όπως λένε οι ίδιοι, τα πρωταθλήματα της ομάδας που υποστηρίζουν από παιδιά, της Σταντάρ Λιέγης.
Το βελγικό ποδόσφαιρο έχει προσφέρει επίσης πολλά στον παγκόσμιο κινηματογράφο: τους αδερφούς Ζαν-Πιέρ και Λυκ Νταρντέν, τους σπουδαίους σκηνοθέτες και σεναριογράφους, που πανηγύρισαν πολύ περισσότερο, όπως λένε οι ίδιοι, τα πρωταθλήματα της ομάδας που υποστηρίζουν από παιδιά, της Σταντάρ Λιέγης.

 

Παιδικό τους ίνδαλμα ο «καλύτερος παίκτης του 20ού αιώνα» για τη Σταντάρ, ο Ροζέ Κλασέν. «Είχε πει ότι λατρεύει τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, ήμασταν τότε 10-12 ετών, τρέξαμε όλοι να τα αγοράσουμε, κι άνοιξε ένας νέος κόσμος για μας».

 

Οι ρεαλιστικές, ανθρωπιστικές ταινίες τους, που μιλούν με τρυφερότητα για το περιθώριο, τα φτωχά, ανώνυμα προάστια, τα πρεζόνια, τους μικροκλέφτες, τους εξαθλιωμένους, έχει τις ρίζες του σε αυτά τα παιδικά διαβάσματα.


Διότι κι η μυθολογία του ποδοσφαίρου, χρωστά μερικές σελίδες της στο βέλγικο ποδόσφαιρο. Ο Κλασέν, ποιητής και κολλητός φίλος του Ζακ Μπρελ, είναι για πολλούς ο πιο ταλαντούχος και θεαματικός Βέλγος παίκτης όλων των εποχών, γενναιόδωρος, απείθαρχος καλλιεργημένος, παράτολμος.

 

Ο προπονητής της Σταντάρ περνούσε πολλά βράδια της ζωής του στις κακόφημες συνοικίες της Λιέγης για να τον μαζέψει από τα μπαρ. Είχε σπάσει πολλές φορές τα πλευρά, τη μύτη, το σαγόνι του. Άλλες φορές στο γήπεδο γιατί «έβαζε το κεφάλι του εκεί όπου άλλοι δεν διακινδύνευαν τα πόδια τους», άλλες στο τιμόνι –καταδικάστηκε δυο φορές σε φυλάκιση για επικίνδυνη οδήγηση, τη μια μετά από μια νίκη επί της Μίλαν.

 

Οι τραυματισμοί ήταν ένας από τους λόγους που έπαιξε σχετικά λίγο με την Εθνική. Οι άλλοι; Οι τιμωρίες του· συνολικά 48 μήνες αποκλεισμού για ξενύχτια, γλέντια με γυναίκες κι αλκοόλ λίγες ώρες πριν τον αγώνα, γυμνή ηλιοθεραπεία στη βεράντα ξενοδοχείου –αυτό το τελευταίο συνέβη στην Αθήνα. Όχι ότι όλα αυτά τον επηρέαζαν ιδιαίτερα: μια φορά που έβαλε πέντε γκολ σε ένα ευρωπαϊκό ματς, αποκάλυψε ότι το μυστικό του ήταν πολύ σεξ αμέσως πριν.

 

«Δεν θέλησα ποτέ να ζήσω μίζερα για να εξασφαλίσω τα γηρατειά μου. Όπως λέει ο φίλος μου ο Ζακ Μπρελ, αυτή η ασφάλεια είναι η μετριότητα της ύπαρξης». Ο Ροζέ Κλασέν πέθανε, ίσως επειδή ο ίδιος το θέλησε, 41 ετών. Ακόμη περιμένουμε να γίνει ταινία η ζωή του, για να βεβαιωθούμε ότι υπήρξε.
«Δεν θέλησα ποτέ να ζήσω μίζερα για να εξασφαλίσω τα γηρατειά μου. Όπως λέει ο φίλος μου ο Ζακ Μπρελ, αυτή η ασφάλεια είναι η μετριότητα της ύπαρξης». Ο Ροζέ Κλασέν πέθανε, ίσως επειδή ο ίδιος το θέλησε, 41 ετών. Ακόμη περιμένουμε να γίνει ταινία η ζωή του, για να βεβαιωθούμε ότι υπήρξε.

 

Στις 8 Μαρτίου του 1967, στα προημιτελικά του κυπέλλου Κυπελλούχων σπάει το χέρι του – έχει συμβεί και σε άλλους μύθους. Στο ημίχρονο ο γιατρός τού απαγορεύει να συνεχίσει. Πίνει μερικές γουλιές ουίσκι για να αντέξει τον πόνο, μπαίνει στο γήπεδο, βάζει γκολ και δίνει ασίστ για το δεύτερο.

 

Στη Σταντάρ απέκτησε το παρατσούκλι «Ροζέ-τι-ντροπή!» αλλά ψηφίστηκε και παίκτης του 20ου αιώνα κι ένα τεράστιο γκράφιτι με το πορτρέτο στολίζει μια από τις θύρες του γηπέδου.


«Δεν θέλησα ποτέ να ζήσω μίζερα για να εξασφαλίσω τα γηρατειά μου. Όπως λέει ο φίλος μου ο Ζακ Μπρελ, αυτή η ασφάλεια είναι η μετριότητα της ύπαρξης». Ένας Μπαλοτέλι της προ-Μποσμάν εποχής, ένας καλλιεργημένος Πολ Γκασκόιν, ένας ευαίσθητος Τζορτζ Μπεστ.

 

Ο Ροζέ Κλασέν πέθανε, ίσως επειδή ο ίδιος το θέλησε, 41 ετών. Ακόμη περιμένουμε να γίνει ταινία η ζωή του, για να βεβαιωθούμε ότι υπήρξε.