Ο φλεβαριάτικος ήλιος που έβγαινε κατά διαστήματα πάνω από την Ευελπίδων είχε πολλά δόντια. Ο αέρας, το κρύο και η μουντάδα ταιριάζανε φαίνεται περισσότερο στο κλίμα μιας ημέρας κατά την οποία δεκάδες εργαζόμενοι του ΔΟΛ μαζί με τους νομικούς και συνδικαλιστικούς τους εκπροσώπους τους βρίσκονταν για δεύτερη φορά μέσα σε βραχύ διάστημα στα δικαστήρια προσδοκώντας μια έστω προσωρινή «σανίδα σωτηρίας», μια «τεχνητή αναπνοή» που θα έδινε κάποια παράταση ζωής στο πάλαι πότε κραταιό συγκρότημα. «Πάλαι πότε» γιατί ποιος θα το πίστευε – και σίγουρα όχι όσοι περάσαμε από κει τις εποχές της παντοδυναμίας του – ότι θα ερχόταν καιρός που έντυπα συνυφασμένα με την ιστορία του Τύπου στην Ελλάδα, έντυπα που μέχρι πρότινος κυριολεκτικά «έλυναν κι έδεναν κυβερνήσεις» θα βρίσκονταν καταχρεωμένα στο χείλος της εξαφάνισης.  Όμως στο κτίριο 5 της Ευελπίδων δεν βρίσκονταν χτες ούτε οι εκδότες, ούτε οι διευθυντές, ούτε κάποιοι από τους  περίφημους «διαπλεκόμενους» πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες,  ούτε  καν οι δημοσιογράφοι-«σούπερσταρ» του συγκροτήματος. Δεν βρίσκονταν καν, κατ΄ουσία, άλλα ΜΜΕ – ένα δικαστήριο που πριν μερικά χρόνια θα ήταν πρώτη είδηση, έδειχνε να μην αφορά μήτε τον δημοσιογραφικό χώρο καθαυτό με εξαίρεση τους ηρωικούς εκείνους μεροκαματιάρηδες συντάκτες, τεχνικούς και φωτογράφους που επτά μήνες τώρα παλεύουν απλήρωτοι να διατηρήσουν σε κυκλοφορία τόσο τα έντυπα στα οποία εργάζονται όσο και την προσωπική τους επαγγελματική αξιοπρέπεια. Και μάλιστα σε κλίμα αδιαφορίας, απαξίωσης, ακόμα και χαιρεκακίας, λες κι ευθύνονταν εκείνοι για τις «αμαρτίες» (πραγματικές ή φανταστικές) της επιχείρησης όπου εργάζονταν, λες και η εργασία τους υπάκουε τυφλά σε κάποιες άτεγκτες άνωθεν «ντιρεκτίβες» ενόσω άπαντες οι επικριτές τους στελέχωναν πρότυπες αυτοδιαχειριζόμενες κομμούνες. Εκείνοι ήταν λοιπόν ο λόγος που βρέθηκα εκεί, γνωρίζοντας καλά ότι στους πονηρούς μας καιρούς άνετα μπορώ να βρεθώ ανά πάσα στιγμή εγώ ή κάποιος άλλος συνάδελφος στη θέση τους.  

 

Στην τελική τους συμφέρει να μας κρατήσουν ζωντανούς, τα ζωντανά δολώματα είναι ακριβότερα από τα νεκρά!

 

Η ακροαματική διαδικασία στο Πρωτοδικείο ξεκίνησε κατά τις 1.30 σε μια αίθουσα κατάμεστη, με το ακροατήριο να στριμώχνεται μέχρι παραέξω στους διαδρόμους και την αγωνία διάχυτη.  Οι δυνατές αγορεύσεις των νομικών εκπροσώπων του συγκροτήματος και των εργαζομένων εστίασαν στην αδικία της προηγούμενης δικαστικής απόφασης που έβαζε άμεσα «λουκέτο» στον ΔΟΛ δεσμεύοντας υπέρ των τραπεζών (Εθνική, Eurobank, Alpha, Πειραιώς) τα περιουσιακά του στοιχεία, άρα και τον λογαριασμό μισθοδοσίας των υπαλλήλων, στον καθημερινό αγώνα των τελευταίων να κρατήσουν εν ζωή τα έντυπα, την τεράστια απαξίωση που θα σημάνει η αναστολή της λειτουργίας τους για την επιχείρηση (η αξία και μόνο των εμπορικών σημάτων υπολογίζεται γύρω στα 30-35.000 εκατ. ευρώ, αν όμως σταματήσουν τα έντυπα να κυκλοφορούν θα πέσει στο ναδίρ) αλλά και για τις δανειοδότριες τράπεζες των οποίων πλέον αποτελούν περιουσία) καθώς για την ελευθερία και την ποιότητα του Τύπου γενικότερα.  Ακόμα και το τελευταίο φύλλο των Νέων, στο εξώφυλλο του οποίου απεικονίζονταν οι εργαζόμενοι σε αυτό και που έγινε ανάρπαστο εξαντλώντας και τα 35.000 φύλλα όπου τυπώθηκε προτού σωθεί ακόμα και το τυπογραφικό χαρτί στον ΔΟΛ επιδείχθηκε στην έδρα ως «ντοκουμέντο». Η πρόεδρος άκουγε με μεγάλη προσοχή, με εμφανή κατανόηση θα έλεγα συναισθανόμενη προφανώς την ιδιαίτερη βαρύτητα της εκδικαζόμενης υπόθεσης και επιφυλάχτηκε να εκδώσει απόφαση τη Δευτέρα. Η συνεδρίαση έληξε με ένα (πολύ) συγκρατημένα αισιόδοξο «ουφ»,  εφόσον η πλευρά των τραπεζών «συνομολόγησε» ότι ο οργανισμός παρουσίασε στο δικαστήριο ένα νέο γεγονός με νόμιμη βάση, αποδεχόμενη ότι η κλειστή επιχείρηση ισοδυναμεί με σημαντική απομείωση των περιουσιακών στοιχείων του ΔΟΛ, άρα και των τραπεζών στις οποίες πλέον ανήκουν. Γεγονός είναι πάντως ότι από το τέλος Μαρτίου αναλαμβάνει στον ΔΟΛ ειδικός διαχειριστής και πια «εκείνος θα νομοθετήσει», όπως θα έγραφε και ο ποιητής. Κάπου ανάμεσα στις αναμνηστικές φωτογραφίες και τα «πηγαδάκια»  που στήθηκαν απέξω μετά τη λήξη της διαδικασίας πιάνω κουβέντα με τον Κώστα  Ντελέζο, οικονομικό συντάκτη στα Νέα και συνδικαλιστικό εκπρόσωπο των εργαζομένων για το τι συνέβη ως τώρα και τι μέλλει γενέσθαι.  

 

 

 

«Οι τράπεζες και όλοι όσοι ενδιαφέρονται να παραμείνει το μαγαζί ανοικτό πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι χωρίς χρηματοδότηση δεν μπορεί να λειτουργήσει τίποτα… Εφτά μήνες τώρα οι εργαζόμενοι έχουμε υπερβεί εαυτούς αλλά αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται εσαεί.  Άλλος δρόμος δεν υπάρχει - το Mega π.χ. έχει διαφημίσεις γιατί βάζει κονσέρβα σίριαλ και ταινίες κι εκεί υπάρχει διαφημιστικός χρόνος. Μια εφημερίδα αν δεν κυκλοφορήσει, δεν υπάρχει διαφήμιση.  Ακόμα και τα έσοδα από το τελευταίο φύλλο πήγανε στις τράπεζες στον λογαριασμό του πρακτορείου Άργος. Δεν είμαστε σούπερ μάρκετ που άμα κλείσουμε μεγάλο μέρος του στοκ που απέμεινε π.χ. κονσέρβες μπορεί να ξαναπουληθεί  - η αξία μιας επιχείρησης ΜΜΕ που σταματά τη λειτουργία της αυτόματα καταβαραθρώνεται», λέει. Με τα υπάρχοντα δεδομένα, η πλέον θετική εξέλιξη θα ήταν να απελευθερωθεί ο μισθοδοτικός λογαριασμός, να πάρουμε κάποια από τα δεδουλευμένα οι εργαζόμενοι και να συνεχίσουμε όπως μπορούμε ώσπου να έρθει ο διαχειριστής… από κει και πέρα θα δούμε τι θα κάνουμε σε συνεννόηση και με τους νομικούς μας συμβούλους», συμπληρώνει. Όχι, κανείς τους δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα προτού σκάσει το «κανόνι», οι καθυστερήσεις καταβολής μισθών ακόμα και μηνών δεν σπανίζουν εξάλλου τελευταία στον Τύπο. Ρωτώ αν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι παραπέρα οι εργαζόμενοι, να προχωρήσουν σε μια μορφή αυτοδιαχείρησης ας πούμε κατά το πρότυπο της «Εφσυν»: «Η Εφημερίδα των Συντακτών δεν είχε τα δικά μας προβλήματα… εκμεταλλεύτηκε μια συγκυρία κι απορρόφησε αρκετούς εργαζόμενους της πρώην Ελευθεροτυπίας κρατώντας παράλληλα ένα χαμηλό κοστολόγιο. Όμως με το νέο ασφαλιστικό ανεβαίνει πια πολύ το κόστος, 20% μόνο ο ΕΦΚΑ συν 6.30-7% για ΕΟΔΕΑΠ κ.λπ. Χωρίς επενδυτές, οπότε, το τοπίο γίνεται πολύ θολό  για συνεταιριστικά εγχειρήματα. Έπειτα σε μας όλα είναι δεσμευμένα, οι τίτλοι κ.λπ., τι αυτοδιαχείρηση να κάνουμε και για πόσο; Θα ψάξουμε, ωστόσο, όλες τις δυνατότητες - οι τράπεζες π.χ. θα μπορούσαν να λύσουν το ζήτημα μετοχοποιώντας τα χρέη, κρατώντας εκείνες ένα ποσοστό, δίνοντας άλλο ένα στους εργαζόμενους, ένα τρίτο σε έναν καινούργιο επενδυτή που στη συνέχεια θα αγόραζε ένα μεγαλύτερο ποσοστό κ.λπ. Οι τράπεζες είναι άλλωστε που «φτιάξανε» τον Ψυχάρη, μάλιστα οι ίδιοι που δίνανε τα θαλασσοδάνεια και ελέγχονται γι΄αυτό από τη δικαιοσύνη είναι που προσπαθούν τώρα να “πνίξουν” τον ΔΟΛ. Παίζονται βέβαια και πολιτικά παιχνίδια πίσω από όλο αυτό, ο ίδιος ο πρωθυπουργός «προεξόφλησε» ότι θα κλείσουμε αλλά  τι να λέμε, εδώ ούτε ο εκδότης μας δεν σεβάστηκε την ιστορία μας… Σε κάθε περίπτωση ένα μέσο είναι καταρχήν οι εργαζόμενοί του και τυχόν τίτλοι που θα κυκλοφορήσουν «βαμμένοι με το αίμα» τους θα απαξιωθούν από την ίδια την κοινωνία… Στην τελική τους συμφέρει να μας κρατήσουν ζωντανούς, τα ζωντανά δολώματα είναι ακριβότερα από τα νεκρά!». Μου λέει καταλήγοντας για τον Λέοντα Καραπαναγιώτη, τον «τελευταίο διευθυντή φιλόσοφο» με τον οποίο είχε την τύχη να συνεργαστεί, για την ελευθερία έκφρασης που απολάμβανε ο ίδιος και άλλοι συντάκτες, ανεξάρτητα από την εκάστοτε κεντρική πολιτική «γραμμή» τους συγκροτήματος, για τους συναδέλφους εκείνους που είναι αποφασισμένοι να μείνουν και να το παλέψουν, για τον πόλεμο που συχνά υπέστησαν σχεδόν πανταχόθεν τον τελευταίο καιρό. 

 

Το προαύλιο του κτιρίου 5 έχει πια αδειάσει από κόσμο – συντροφιά μας πια είναι  μόνο τα φύλλα που παρασέρνει ο αέρας. Καθώς χωρίζουμε αντευχόμενοι τα καλύτερα, και δίχως να καταλήξω στο άλλο άκρο που παρουσιάζει τον ΔΟΛ περίπου σαν ένα μέινστριμ Indymedia, αναλογίζομαι τι περιεχόμενο αποκτούν χαρακτηρισμοί όπως «Μόρντορ της διαπλοκής» όταν αντικρίζεις τους ανθρώπους και τις αγωνίες τους πίσω από τις ταμπέλες, όταν τα πράγματα έρχονται και παίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις.  Αναλογίζομαι ακόμα χωρίς μελοδραματισμούς πόση απαξίωση, ευτέλεια κι επαγγελματική ανασφάλεια χαρακτηρίζουν πια το βαρύγδουπο κάποτε και μόνο στο άκουσμα «λειτούργημά» μας, πόσες ακόμα «τίγρεις» εκεί έξω μέλλει να αποδειχθούν όχι απλά χάρτινες, αφού λεφτά δεν θα υπάρχουν καν για δημοσιογραφικό χαρτί αλλά κυριολεκτικά εικόνες «μαγικές».