Το ντοκιμαντέρ που έκανε πρεμιέρα στο Netflix πριν από λίγες μέρες, τυπικά έχει τέσσερις πρωταγωνίστριες – τέσσερις προοδευτικές υποψήφιες εκτός πολιτικού (και κομματικού) κατεστημένου που προτάθηκαν από κινήματα «βάσης» για να θέσουν υποψηφιότητα πέρσι στις εκλογικές περιφέρειές τους για μια θέση αντιπροσώπου στο Αμερικανικό Κογκρέσο. Πρόκειται για την Έιμι Βιλέλα (Νεβάδα), την Κόρι Μπους (Μιζούρι), την Πόλα Τζιν Σουέρεντζεν (Δυτική Βιρτζίνια) και την Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ (Νέα Υόρκη – Μπρονξ και Κουίνς).


Αναπόφευκτα όμως, η αναμφισβήτητη σταρ/ηρωίδα της ταινίας είναι η τελευταία, και όχι μόνο επειδή ήταν η μοναδική από τις τέσσερις που κατάφερε να κάνει το θαύμα και να εκλεγεί τελικά, παρότι είχε να αντιμετωπίσει στις προκριματικές εκλογές έναν από τους πιο ισχυρούς εκπροσώπους του Δημοκρατικού κόμματος, που κρατούσε χωρίς αντίπαλο την έδρα από το 1999.

 

Θα προκαλούσα μάλιστα οποιονδήποτε δεν έχει αναλωθεί πλήρως από τον κυνισμό και τη μοιρολατρία να την παρακολουθήσει επί τω έργω και να μην «ψηθεί» από τον προσγειωμένο ιδεαλισμό της.


Μπορεί να είναι διάσημη πλέον παγκοσμίως ως η γκαρσόνα από το Μπρονξ που από το «πουθενά» κατάφερε να γίνει ο προοδευτικός «μονόκερως» του Κογκρέσου, η ταινία όμως γυρίζει τον χρόνο δύο χρόνια πριν, παρακολουθώντας την καθημερινότητά της καθώς δουλεύει στη μπάρα φτιάχνοντας μαργαρίτες και διορθώνοντας την παγομηχανή, για να ξεχυθεί μετά τη βάρδια στις γειτονιές ζητώντας τη στήριξη της υποψηφιότητάς της.

 

H Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ ήταν η μοναδική από τις τέσσερις ηρωίδες της ταινίας που κατάφερε να κάνει το θαύμα και να εκλεγεί.
H Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ ήταν η μοναδική από τις τέσσερις ηρωίδες της ταινίας που κατάφερε να κάνει το θαύμα και να εκλεγεί.


Το πορτρέτο της 29χρονης Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ (ή AOC, όπως έχει επικρατήσει χαϊδευτικά και εν συντομία να αναφέρεται, σαν οικείο brand) που προκύπτει από την ταινία, είναι αναμφισβήτητα κολακευτικό, όπως αναμφισβήτητο είναι και το γεγονός ότι η ίδια προβάλλει, φαινομενικά χωρίς προσπάθεια, όλα εκείνα τα στοιχεία που συνιστούν μια ιδανική νεανική, ριζοσπαστική υποψηφιότητα: τόλμη, σθένος, συγκρατημένος ρομαντισμός, κατανόηση των ζητημάτων που διακυβεύονται, πραγματική επαφή με το εκλογικό σώμα, συναίσθηση της αγωνίας των μη προνομιούχων, προσωπική ακτινοβολία, πολιτικό χάρισμα. Θα προκαλούσα μάλιστα οποιονδήποτε δεν έχει αναλωθεί πλήρως από τον κυνισμό και τη μοιρολατρία να την παρακολουθήσει επί τω έργω και να μην «ψηθεί» από τον προσγειωμένο ιδεαλισμό της.

 

Πέρα από τα «αγωνιστικά» πορτρέτα όμως των τεσσάρων υποψηφίων, το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει ενδιαφέρον και ως ματιά στον τρόπο λειτουργίας των "grassroots" κινηματικών οργανώσεων λαϊκής βάσης όπως το "Justice Democrats" και το "Brand New Congress", που ανέδειξαν και στήριξαν τις συγκεκριμένες –και άλλες– υποψηφιότητες. Όπως δηλώνει και ο εκπρόσωπος των Justice Democrats, Κόρμπιν Τρεντ στην ταινία, «ο μεγάλος κοινός στόχος είναι η καταπολέμηση της διαβρωτικής επιρροής του χρήματος στην προεκλογική διαδικασία». Παρόμοιοι οργανισμοί προσφέρουν έναν εναλλακτικό δρόμο προς το Κογκρέσο, απελευθερωμένο από πανίσχυρα λόμπι και «ειδικά συμφέροντα»: «Αυτή τη στιγμή, το Κογκρέσο αποτελείται από άντρες σε ποσοστό 81%, οι περισσότεροι εκ των οποίων λευκοί, κυρίως πλούσιοι, κυρίως δικηγόροι».


Προς το τέλος της ταινίας, η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ επισκέπτεται μαζί με τον σύντροφό της το Καπιτώλιο στην Ουάσιγκτον, πέντε ημέρες μετά την εκπληκτική επικράτηση της στις εκλογές και θυμάται συγκινημένη μια εκδρομή με τον πατέρα της στο ίδιο σημείο όταν ήταν μόλις πέντε χρονών και εκείνος ζούσε ακόμη: «Ήταν η πιο όμορφη μέρα, και σε μια στιγμή ο πατέρας μου σκύβει και μου δείχνει τα μνημεία λέγοντας μου "να ξέρεις ότι όλα αυτά ανήκουν σε μας – δικά σου είναι όλα αυτά"». Και σε κάποιο άλλο σημείο της ταινίας δηλώνει αποφασιστικά μιλώντας στο κοινό εκ μέρους της προοδευτικής πρωτοβουλίας που καταρχάς την ανέδειξε: «Δεν κατεβαίνουμε για να ασκήσουμε πίεση στους εκπροσώπους του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος να στραφούν προς τα αριστερά, κατεβαίνουμε για να νικήσουμε εμείς οι ίδιοι».