Η πορεία ήταν μεγάλη. Μεγαλύτερη ίσως του αναμενόμενου για ένα σχεδόν καλοκαιρινό μεσημέρι Σαββάτου και σε εποχές κινηματικού «μουδιάσματος». Έξι με εφτά χιλιάδες άνθρωποι όλων των εξαρχειώτικων «γενιών», με τη νεολαία μπροστά, ήταν εκεί για να βροντοφωνάξουν «όχι» στην καταστολή και το αστυνομικό κράτος, έχοντας κεντρικό σύνθημα το δανεισμένο από τον ισπανικό εμφύλιο «No Pasaran». Όχι, δεν θα ξεμπερδέψετε έτσι εύκολα με τα Εξάρχεια, αυτό ήταν το γενικό πρόταγμα αυτής της μαζικής, δυναμικής και ειρηνικής, καθώς δεν τη «συνόδευαν» αστυνομικοί –εξόν τα επεισόδια στο τελείωμά της στην τίγκα στους ένστολους γειτονιά–, πορείας. Και σίγουρα όχι μέσα σε έναν μήνα, όπως έσκουζε προεκλογικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης.


Ο «οχτρός» βέβαια έχει ήδη μπει στην πόλη (και δεν φορά μόνο στολή). Η πορεία αυτή, ως ένας τρόπον τινά επίλογος του πρώτου κύκλου «Κατοχής» από τους Πραιτωριανούς του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, αποτέλεσε ευκαιρία για έναν σύντομο απολογισμό της «στρατηγικής της έντασης» που εφαρμόζει από τον Ιούλιο στα πρότυπα των «επιχειρήσεων αρετής» της δεκαετίας του '80 που επισφράγισαν η δολοφονία από αστυνομικό του 15χρονου μαθητή Μιχάλη Καλτεζά στην οδό Στουρνάρη (17/10/85) και οι δύο καταλήψεις του Χημείου (Μάιος και Νοέμβριος 1985).

 

Η εποχή ήταν βέβαια αρκετά διαφορετική, τα Εξάρχεια πιο «αθώα», πιο ενωμένα, πιο αισιόδοξα, τα «παρατράγουδα» τύπου κλοπές, ληστείες, «πεσίματα», μαχαιρώματα, λογιών νταραβέρια, απόπειρες βιασμού κ.λπ. (φαινόμενα που πάντως δεν είναι εξαρχειώτικη αποκλειστικότητα) σχεδόν ανήκουστα, οι δε διαφόρων λογιών λούμπεν μαφίες που σήμερα κυριαρχούν ήταν αν όχι ανύπαρκτες, σίγουρα περιθωριακές. Μόνο η πρέζα και η καταστολή δεν έφυγαν ουσιαστικά ποτέ.

 

 

Tα Εξάρχεια είναι άβατο μόνο κατά φαντασία ή επειδή αυτό υπαγορεύει μια συγκεκριμένη πολιτική προπαγάνδα – η αστυνομία όταν θέλει, και χαλαρά μπαίνει και όσο γουστάρει «κατσικώνεται».

 

Δεν ξέρω τι έχουν διδαχθεί ο κ. Χρυσοχοΐδης και οι πολιτικοί του προϊστάμενοι από εκείνη την περίοδο, επειδή είμαι όμως αρκετά μεγάλος για να τη θυμάμαι, θαρρώ πως όχι πολλά. Είθε επομένως η «εισβολή» του '19 να μην έχει κάποια ανάλογη τραγική εξέλιξη. Καταρχήν, για να μην κοροϊδευόμαστε, αυτό που βασικά ανέλαβε να κάνει ο θεωρούμενος εκσυγχρονιστής και γι΄αυτό ευρύτερης συστημικής αποδοχής Πασοκογενής υπουργός του Μητσοτάκη φαίνεται πως είναι όχι να πατάξει την «ανομία» (υπάρχει άλλωστε πολλή περισσότερη σε άλλες περιοχές της Αττικής) αλλά να δείξει με όρους θεάματος –στους συντηρητικούς ψηφοφόρους και τους εθισμένους στα δελτία των 20:00 νοικοκυραίους καταρχήν– ότι «υπάρχει κράτος». Ένα κράτος μάλιστα που σκέφτεται και δρα με γηπεδικούς, χουλιγκανίστικους, συμμορίτικους όρους, όχι πολύ διαφορετικούς από τους «μπάχαλους» του Σαββατοκύριακου και δίχως καν το ελαφρυντικό της ηλικίας εκείνων.

 

Έχουν καταγγελθεί αρκετά περιστατικά προκλητικών συμπεριφορών ΜΑΤάδων απέναντι σε γυναίκες, γκέι, μετανάστες και γενικότερα σε όποιον δεν τους γεμίζει το μάτι. Φωτο: Eurokinissi
Έχουν καταγγελθεί αρκετά περιστατικά προκλητικών συμπεριφορών ΜΑΤάδων απέναντι σε γυναίκες, γκέι, μετανάστες και γενικότερα σε όποιον δεν τους γεμίζει το μάτι. Φωτο: Eurokinissi


Έτσι κι αλλιώς, τα Εξάρχεια είναι άβατο μόνο κατά φαντασία ή επειδή αυτό υπαγορεύει μια συγκεκριμένη πολιτική προπαγάνδα – η αστυνομία, όταν θέλει, και χαλαρά μπαίνει και όσο γουστάρει «κατσικώνεται». Ενίσχυσε λοιπόν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης τις «φρουρές» ολόγυρα, ξεκίνησε επιχειρήσεις και μέσα στα Εξάρχεια, άδειασε μερικές αλληλέγγυες καταλήψεις προσφύγων στις οποίες αντί για όπλα και ναρκωτικά που μας πρήζανε βρήκανε μόνο τρόφιμα και παιδικά παιχνίδια. Έκανε χαζοτσαμπουκάδες στην κατάληψη του Κ-Βοξ, μοίρασε «ψιλές» με τα γκλομπ δεξιά-αριστερά, έπνιξε προ ημερών στα χημικά ένα 4ήμερο μουσικό φεστιβάλ που στόχευε ακριβώς στην αφύπνιση απέναντι τόσο στην καταστολή όσο και στις μαφίες και την παρακμή, μαζεύει κατά διαστήματα για τα μάτια κάτι φτωχοδιάβολους που εμπορεύονται φούντα στην πλατεία, ψεκάζει γενικά αβέρτα τη γειτονιά με κάθε ευκαιρία (γενικώς ειπείν πρέπει να έχουν πέσει την τελευταία δεκαετία μόνο περισσότερα χημικά τα Εξάρχεια από ό,τι στη μάχη του Υπρ στον Α' Παγκόσμιο, πολλά από αυτά μάλιστα απαγορευμένα για χρήση σε κατοικημένες περιοχές ή «ληγμένα», όπως έχει συχνά γραφτεί).

 

Κοντά σε αυτά έχουν καταγγελθεί αρκετά περιστατικά προκλητικών συμπεριφορών ΜΑΤάδων απέναντι σε γυναίκες, γκέι, μετανάστες και γενικότερα σε όποιον δεν τους γεμίζει το μάτι. Τις λεκτικές προκλήσεις τύπου «θα σας λιώσουμε», «αυτό θα έχετε κάθε μέρα», τους ξυλοδαρμούς και τις ρίψεις ασφυξιογόνων ακόμα και σε κλειστούς χώρους και τον τραυματισμό πολιτών κατήγγειλαν με ανακοίνωσή τους και οι Αλληλέγγυοι Λειτουργοί Υγείας.

 

Λογικό, κάπου θα πρέπει να ξεσπάνε και τα «παιδιά» που ξεροσταλιάζουνε με τις ώρες μέσα στις πανοπλίες τους βλέποντας ταυτόχρονα συνομηλίκους τους να κάνουνε «ντόλτσε βίτα» στα ποτάδικα και τα φαγάδικα ένα γύρω, όχι;

 

Αν συνεχίσουν πάντως έτσι φοβάμαι ότι ο έγκριτος συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος που τοποθετήθηκε παρά τω Μιχάλη Χρυσοχοΐδη για τον περιορισμό, υποτίθεται, της αστυνομικής αυθαιρεσίας –δείγμα του πόσο εμπιστεύονται την ΕΛΑΣ ακόμα και οι «φυσικοί» της πάτρονες που δεν της κρατούν «δεμένα τα χέρια», όπως οι προηγούμενοι– θα έχει αρκετή δουλειά. Ακόμα και φιλικά προσκείμενα στην κυβέρνηση ΜΜΕ βρέθηκαν να «γκρινιάζουν» γι΄αυτή την κατάσταση που βέβαια είναι και αντιεπιχειρηματική, δεδομένου ότι πέραν των θεμάτων υγείας (από τις συνέπειες του χημικού πολέμου) αλλά και αισθητικής υποβάθμισης, πολλές τοπικές επιχειρήσεις πλήττονται επίσης από την ανεξέλεγκτη δράση των ΜΑΤ (και φαντάσου να αρχίσουν τις συλλογικές μηνύσεις στην ΕΛΑΣ για διαφυγόντα κέρδη), υπονομεύονται δε το real estate, το Airbnb και ο τουρισμός που «ανθούν» τα τελευταία χρόνια αφετέρου και που επίσης σχετίζονται με το επιχειρούμενο gentrification της περιοχής. Μιας περιοχής που παρά ταύτα δεν σταμάτησε να παράγει πολιτισμό, συνείδηση και αλληλεγγύη.

 

Τι λένε όμως οι ίδιοι οι Εξαρχειώτες για όλα αυτά;


Τι λένε όμως οι ίδιοι οι Εξαρχειώτες για όλα αυτά; Που μπορεί να έχουν φτάσει στο «μη παρέκει» από συμπεριφορές κάποιων αντικοινωνικών στοιχείων τα οποία μόνο ελευθεριακό πρόταγμα δεν έχουν και που κακώς έχουν γίνει ανεκτά τόσο καιρό, αλλά που ταυτόχρονα βλέπουν να επαναλαμβάνεται ένα έργο χιλιοπαιγμένο, βάρβαρο και υποκριτικό; «Αν το κράτος ήθελε να μιλήσει για βιώσιμη γειτονιά, θα φρόντιζε την αληθινή αναβάθμιση της καθημερινότητας των κατοίκων της. Θα φρόντιζε τους ελεύθερους χώρους της, τους δρόμους της, θα φρόντιζε για την ύπαρξη κοινωνικών υπηρεσιών... Αν η κυβέρνηση δεν ήθελε επεισόδια, δεν θα στοχοποιούσε κάθε κινητοποίηση, μεταφέροντας την ένταση στα Εξάρχεια, δεν θα έδινε αέρα στα ακροδεξιά στοιχεία των ΜΑΤ να προκαλούν με την παρουσία, τις φράσεις και τις χειρονομίες τους, να επιτίθενται με δολοφονικό τρόπο σε κόσμο που βρίσκεται στις πλατείες, στους δρόμους, στα στέκια, να πνίγουν τη γειτονιά με δακρυγόνα», διαβάζω σε κείμενο που εξέδωσε η Πρωτοβουλία Κατοίκων Εξαρχείων. Διότι ναι, αγρίεψε κομμάτι πράγματι η γειτονιά τα τελευταία χρόνια, αυτό ωστόσο συνέβη λίγο-πολύ σε όλες σχεδόν τις αθηναϊκές γειτονιές χωρίς καν τα θετικά των Εξαρχείων.   

 

Στο ίδιο κείμενο γίνονται αναφορές για τα σκουπίδια, τη βρόμα, τα διαλυμένα πεζοδρόμια, την αφροντισιά, τη σχεδόν πλήρη και πιθανότατα σκόπιμη εγκατάλειψη από τις υπηρεσίες του δήμου (για τις οποίες βεβαίως φορολογούνται κανονικά οι ιθαγενείς), πράγματα με νόημα δηλαδή που μαζί με τη στόχευση της πραγματικής εγκληματικότητας –κυκλώματα πώλησης λαθραίων και εξαρτησιογόνων ουσιών, τράφικινγκ, προστασίες, εκβιασμοί κ.λπ.– θα έδιναν τουλάχιστον ένα καλό άλλοθι στις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης. Οι οποίες, όπως όλα δείχνουν, είναι μάλλον η ποδηγέτηση και ο ασφυκτικός έλεγχος των κοινωνικών αντιστάσεων και κινημάτων που σχετίζονται με τα Εξάρχεια παρά η «κολωνακικοποίησή» τους.

 

«Οι ναρκομαφίες συνεχίζουν ανενόχλητες το εμπόριο, την ίδια στιγμή που άνθρωποι κυνηγημένοι, πρόσφυγες εκδιώχτηκαν από την απειροελάχιστη ασφάλεια που μπορούσε να τους προσφέρει μία υποτυπώδης στέγη. Και τη θέση τους στις εισόδους των σπιτιών πήραν τα ΜΑΤ. Νυχθημερόν δυνάμεις καταστολής καταλαμβάνουν δρόμους, πεζοδρόμια και σκαλιά πολυκατοικιών, αδιαφορώντας για την εικόνα φόβου που δημιουργούν, αδιαφορώντας ακόμα και για τον θόρυβο που προκαλούν, με συμπεριφορές σεξιστικές και ομοφοβικές που καταγγέλθηκαν δημόσια, με φρασεολογία και στάση κατακτητών... Όμως η ομορφιά δεν ανθίζει μέσα στον φόβο, η ζωή δεν ανασαίνει μέσα στα δακρυγόνα, η πραγματικότητα δεν φτιάχνεται με ψέματα. Τα Εξάρχεια έχουν ζωή και μια πραγματικότητα που φωνάζει την αλήθεια. Ζούμε εδώ, δρούμε εδώ και δεν είναι έγκλημα!», συνεχίζει η ανακοίνωση.

 


Οι Εξαρχειώτες δεν χαρίζονται ούτε στους πραγματικούς ναρκέμπορους,  δηλαδή τους νέας εσοδείας «νονούς» που ιδιοποιούνται την ιστορία της περιοχής για ίδιο όφελος, δίνοντας επίσης άλλοθι στη μιντιακή συκοφάντηση και την αστυνομική καταστολή: «Τα ανθρώπινα δικαιώματα, η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα, στους αδύναμους, στα παιδιά και πολύ περισσότερο στο γυναικείο φύλο είναι γι αυτούς ξεπερασμένα πράγματα και καταργούνται. Το σκεπτικό της κυριαρχίας με κάθε μέσο τους οδηγεί σε βάρβαρες πράξεις –ακόμα και μεταξύ τους–, σε εξευτελισμούς, συμπλοκές, χαφιεδισμούς και σε κάθε μικροπρέπεια που ακυρώνει ακόμα και την πιο απλή λογική. Είναι εχθροί της ομορφιάς, της τέχνης και σε κάθε τι που προϋποθέτει ελευθερία έκφρασης» γράφει χαρακτηριστικά ο Βάσος Γιώργας της Bibliotheque.


Όχι πως είναι εύκολο να λυθεί ο σύγχρονος εξαρχειώτικος «γρίφος». Μαγικές συνταγές γι΄αυτό δεν έχουν ούτε οι βίγκαν αναρχοσατανίστριες λεσβίες μάγισσες του Μπογδάνου. Δεν είναι καν απάντηση μια γενικευμένη, άκριτη ναρκοϋστερία. Είναι σίγουρα αρκετά τα ζητήματα που οφείλουν να μπουν στο τραπέζι, πολλών λογιών οι τοξικές καταστάσεις και συμπεριφορές. Ένα όμως είναι βέβαιο, ότι η στρατηγική της έντασης, ο κωλοπαιδίστικος τσαμπουκάς και η καταστολή για το θεαθήναι και τη δι' αυτής εξαγορά ψήφων δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα υποτίθεται πως θέλει να λύσει και σίγουρα θα βρει πολύ κόσμο απέναντι, όπως έδειξε και η πορεία του Σαββάτου.

 

Ενόψει μάλιστα δύο δύσκολων «επετείων», του Πολυτεχνείου και της δολοφονίας Γρηγορόπουλου, ίσως θα πρέπει εκεί στην Κατεχάκη να αναθεωρήσουν πολιτικές και δράσεις. Μπορεί η κλιμάκωση της έντασης να είναι συγκεκριμένη πολιτική επιλογή για συγκεκριμένους λόγους και με επίσης συγκεκριμένους μύχιους στόχους, δεν ξέρω όμως πόσο το κυβερνητικό επιτελείο ενθουσιάζεται με την προοπτική ενός νέου 2008.