(Ναι, τον είδαμε και τον ΣΥΡΙΖΑ)
(Ναι, τον είδαμε και τον ΣΥΡΙΖΑ)

 

Συνήθως πρόκειται για λέξεις που λέγονται για να πληγώσουν. Η κάθε μία έχει τη δική της ιστορία (που προσωπικά δεν γνώριζα καθόλου). 

 

Όπως διαπίστωσα, μερικές προέρχονται απ' την Περσική γλώσσα και πέρασαν στην Ελλάδα μέσω της Τουρκίας, ενώ μία που θεωρούσαμε ελληνικότατη (το Λεσβία) έχει μεν ελληνική ρίζα αλλά την χρησιμοποιούμε με την έννοια αυτή ως σημασιολογικό δάνειο.

 

Ψάχνοντας τον ορισμό της λέξης «μπινές» (που μικρός νόμιζα ότι είχε σχέση με τον καμπινέ) βρήκα τις χρήσιμες πληροφορίες του Λύο Καλοβυρνά, όπως δημοσιεύτηκαν στο 33ο τεύχος του περιοδικού 10%

 

 

Οι λέξεις πίσω από τις λέξεις

 

 

Πούστης

Προέρχεται από την περσική λέξη pusht, που σημαίνει «κώλος»· πέρασε στα ελληνικά μέσω της τουρκικής γλώσσας, στην οποία είναι πολύ βαριά βρισιά για τον ύπουλο, κακόψυχο άνθρωπο. Παρότι σημαίνει επίσης και αυτόν που «υιοθετεί την παρά φύση σεξουαλική πράξη» (κατά το τουρκικό ετυμολογικό λεξικό), στην καθομιλουμένη δεν χρησιμοποιείται ποτέ ως βρισιά ή λέξη αναφοράς για τους παθητικούς ομοφυλόφιλους.

 

 

Μπινές

Το ελληνικό «μπινές» προέρχεται από το τουρκικό ibne, (που προέρχεται από τα αραβικά), με αντιμετάθεση των δύο πρώτων γραμμάτων. Στα αραβικά «ούμπνα» και «μααμπούν» σημαίνει «αυτός που θέλει να γαμηθεί». Χρησιμοποιείται και ως γλωσσολογικό ισοδύναμο της ελληνικής λέξης «μαλάκας», η οποία στα τούρκικα δεν υφίσταται. Έτσι, δύο φίλοι χαριτολογώντας, αντί να πουν ο ένας στο άλλον: «τι λες ρε μαλάκα», λένε, «τι λες ρε πούστη» (ibne).

Τα μπινελίκια σύμφωνα με ορισμένα λεξικά (Δημητράκου, Πετρόπουλου) έχουν σχέση με τον μπινέ. Τα μπινελίκια σημαίνουν τα γλυκά ή τους μεζέδες και ως ευφημισμός σημαίνει τις βρισιές (όπως λέμε θα στολίσουμε κάποιον με «γαλλικά»).

 

 

Κωλομπαράς

Από το αραβικό «γουλάμ» (παιδί, αγόρι) και το περσικό ρήμα «παρέ» (ξεσκίζω, σκίζω με βία) προήλθε η οθωμανική λέξη «κουλάμ-παρέ», το μοντέρνο τουρκικό «κουλάν-παρά», και το ελληνικό «κωλομπαράς», που στην πραγματικότητα σημαίνει «αυτός που σκίζει αγόρια». Παρότι εννοιολογικά έχει άμεση σχέση με τον κώλο, ετυμολογικά το πρώτο συνθετικό της λέξης «κωλομπαράς» είναι σκέτη παρήχηση.

 

 

Λεσβία

Η λέξη «λεσβία», με την έννοια της ομοφυλόφιλης γυναίκας, δεν είναι ελληνική. Στα αρχαία ελληνικά δεν είχε αυτή την έννοια, ωστόσο ήδη τότε υπήρχε το ρήμα «λεσβιάζω» με την έννοια του «πράττω ομοίως προς τα λεσβίας γυναίκας, γλωττοδεψώ», καθώς με τη μεταφορική έννοια «αισχρά, κακοήθη συνθέτω εν ποιήσει».

Από το αρχαίο ρήμα προήλθε η γαλλική λέξη «lesbienne» (το 1787) και από αυτή εισήχθηκε στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα η λέξη «λεσβία» με τη σημερινή της έννοια. Δηλαδή η λέξη «λεσβία» είναι σημασιολογικό δάνειο.

Η λέξη «λεσβιασμός» είναι μεταφραστικό δάνειο από τα γαλλικά και μαρτυρείται στα ελληνικά από το 1894. Όσο για τη γαλλική λέξη «σαπφικός», που αναφέρεται στη γυναικεία ομοφυλοφιλία, υπάρχει ήδη από το 1373 στα γαλλικά, αλλά στα ελληνικά με αυτή την έννοια εμφανίστηκε μόνο τον 19ο αιώνα (σαπφισμός).

 

 

Τζιβιτζιλού

Πιθανότατα προέρχεται από την ηχομιμητική λέξη τζιβ-τζιβ, που σημαίνει τη λεσβιακή συνουσία, σύμφωνα με το λεξικό του Ηλία Πετρόπουλου (Καλλιαρντά, Ερασιτεχνική γλωσσολογική Έρευνα, Νεφέλη, Αθήνα 1982).

 

 

Gay

Η λέξη gay αρχικά σήμαινε τον χαρωπό, τον εύθυμο, αλλά έχει την πρόσθετη έννοια του ομοφυλόφιλου τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα. Μια πιθανή ετυμολογία είναι ότι στη βικτωριανή Αγγλία, οι άντρες και οι γυναίκες πόρνες ονομάζονταν γκέι επειδή ντύνονταν χαρωπά. Σταδιακά η λέξη «gay boy» που αναφερόταν στους πόρνους κατέληξε να σημαίνει τον ομοφυλόφιλο. Η άποψη ότι η λέξη γκέι είναι ακρωνύμιο του «Good As You» είναι εσφαλμένη παρετυμολογία.

Στις αγγλόφωνες χώρες εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που οικτίρουν την απώλεια της «σωστής» σημασίας της λέξης γκέι και την αρπαγή της από τους ομοφυλόφιλους. Αξίζει να αναφέρουμε ότι στα αγγλικά, η λέξη γκέι προσδιορίζει και τους άντρες και τις γυναίκες, σε αντίθεση με τα ελληνικά όπου κατά κανόνα χρησιμοποιείται περισσότερο (αλλά όχι αποκλειστικά) ως αναφορά μόνο στους γκέι άντρες.

 

 

Τι κουλό!

Η ευρέως διαδεδομένη λέξη «κουλό» ανήκει στα καλλιαρντά, την αργκοτική γλώσσα που είχαν επινοήσει οι έλληνες γκέι για να συνεννοούνται μεταξύ τους σε πιο δύσκολες εποχές. Στα καλλιαρντά «κουλό» σημαίνει «σκατό».

 

 

 

YΓ. Αρκετές λέξεις έχουν περάσει στην καθομιλουμένη από τα καλλιαρντά χωρίς κανείς να γνωρίζει την προέλευσή τους. Αργκοτικά ιδιώματα όπως τα καλλιαρντά υπάρχουν και σε άλλες γλώσσες, αλλά όσο περισσότερο ανοίγει μια κοινωνία και περιορίζεται η καταπίεση, μειώνεται η ανάγκη ύπαρξης «ειδικής γλώσσας» και έτσι σιγά-σιγά εξαφανίζεται.