ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ θόρυβο ήδη από την ανακοίνωση τής κάπως άβολης λόγω της βεβιασμένης προσπάθειας για «ολοκληρωτική συμπερίληψη» ονομασίας του κόμματος: ΕΛ.Α.Σ., Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, σαν να μην έφταναν οι δύο τελευταίοι όροι για να δώσουν το στίγμα του ή σαν να μην είναι αυτονόητο ότι πρόκειται για κόμμα ελληνικό, με το μυαλό των περισσότερων να πηγαίνει όχι στο αντάρτικο του ΕΛΑΣ, όπως ήταν προφανώς το ζητούμενο, αλλά στην… Ελληνική Αστυνομία, και κάποιους να το ειρωνεύονται για «αντιποίηση αρχής». Η ονομασία, που ήδη συζητιέται περισσότερο από τη διακήρυξη του κόμματος, σε άλλους θύμισε την 3η Σεπτέμβρη του «παλιού, καλού, ορθόδοξου» ΠΑΣΟΚ, το οποίο άλλωστε ήταν, μαζί βεβαίως με την «κυβερνώσα αριστερά» του αρχικού ΣΥΡΙΖΑ, ένα από τα κύρια σημεία αναφοράς του, σε άλλους πάλι ακούστηκε σαν μια υπερβολικά ρευστή και ευέλικτη ώστε να χωρά παντού «ελπίδα που έρχεται» και συνδυάστηκε με μια εμφάνιση αρχηγική κι έναν λόγο που τα είχε ή που προσπαθούσε να τα πιάσει όλα:
Και τον «άστεγο» αριστερό ψηφοφόρο αλλά και τον στεγασμένο σε άλλο ομογάλακτο «μαντρί», και τον «αριστερό πατριώτη» αλλά και το μετριοπαθές δεξιό του αντίστοιχο. Και τον απογοητευμένο και παραιτημένο αλλά και εκείνον που είδε τα καλύτερά του χρόνια να χαραμίζονται ανάμεσα στην κρίση χρέους με τις πρωτοφανείς για χώρα σε καιρό ειρήνης συνέπειες και τις υγειονομικές καραντίνες που ακολούθησαν, ο οποίος δεν ήταν ούτε στην εφηβεία όταν ο Γιώργος Παπανδρέου μάς έστελνε μνημονιακά χαιρετίσματα από το Καστελλόριζο. Και αυτόν που καλοβλέπει «αντισυστημικές» μεν κατ' όνομα αλλά με θολό και ανακόλουθο πολιτικό στίγμα πρωτοβουλίες σαν την όψιμη της Μαρίας Καρυστιανού αλλά και εκείνον που δεν βολεύεται σε κάποιο από τα «ορφανά» του αρχικού ΣΥΡΙΖΑ. Όλα αυτά με εκείνον πάντοτε σε πρώτο πλάνο και με τα νέα, άφθαρτα πρόσωπα που υπόσχεται ότι θα τον περιστοιχίσουν να είναι ακόμα στη σκιά – ούτε ένα δεν τον συντρόφευσε πάνω στη σκηνή που είχε στηθεί στο Θησείο μπροστά σε ένα μάλλον μικρό για τις φιλοδοξίες του εγχειρήματος κοινό.
Ευαγγελίστηκε μια «νέα μεταπολίτευση», πρότεινε νεόκοπους και μάλλον αμήχανους νοηματικά όρους όπως «ηθική επανάσταση» και «σοκ εντιμότητας», αναφέρθηκε στη «βαριά κληρονομιά» της αριστεράς που θεωρεί ότι ως τελευταίος ιστορικά κρίκος της εκπροσωπεί, έκανε κοντολογίς μια «σούμα» του β' μέρους της «Ιθάκης», στο πνεύμα της οποίας ήταν και οι «Επτά Δεσμεύσεις» με τις οποίες έκλεισε την ομιλία του.
Με την αριστερή του «στροφή» έστω στη συνθηματολογία να είναι παραπάνω από εμφανής, αφού το πρωτύτερο «άνοιγμα» στο σοσιαλδημοκρατικό κέντρο δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, και εφόσον έγινε, φαίνεται, επιτέλους αντιληπτό ότι ένα ξεκάθαρο πλην όμως μετρημένο, ώστε να μη χαθούν οι απαραίτητες ισορροπίες, πρόταγμα είναι προτιμότερο από έναν ακόμα εύπεπτο πολιτικό «χυλό», ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί από χτες μια ολική επαναφορά στην πολιτική σκηνή, από την οποία πάντως ουδέποτε υπήρξε πραγματικά απών, αφού συνέχισε να κινεί παρασκηνιακά τα νήματα στον ΣΥΡΙΖΑ και να σπεύδει να διορθώσει την πορεία του όταν τον έβλεπε να «παρεκκλίνει», ακόμα κι αν αυτός είχε ορίσει τόσο τη ρότα όσο και τον «καπετάνιο».
Με τα μέχρι σημείου απόλυτης ξεφτίλας αλληλοφαγώματα και τις έξωθεν παρεμβάσεις στο κόμμα που ίδρυσε στα τρία χρόνια της απουσίας του να είναι ακόμα νωπά και με πολλές από τις παθογένειες που επέδειξε και που τον έκαναν από αξιωματική αντιπολίτευση τριτοτέταρτο κόμμα να πιστώνονται στον ίδιο, πολλοί είναι κιόλας εκείνοι που σφόδρα αμφιβάλλουν για το πόσο καλύτερα θα τα καταφέρει ξανά στην πρωθυπουργία – μια προοπτική που δεν μοιάζει να πολυπιστεύει, κι ας προβάλλει ως ο μόνος που θα μπορούσε τελικά να αναμετρηθεί στα ίσα με τον Μητσοτάκη. Θα είναι πάντως, ως φαίνεται, απόλυτα ικανοποιημένος αν επικρατήσει στην «κούρσα» για τη δεύτερη θέση, καθώς το να αντιπολιτεύεσαι σού χαρίζει συνήθως περισσότερους πόντους από το να κυβερνάς (το ότι ο σημερινός πρωθυπουργός πέτυχε το πρωτοφανές, να φθείρονται περισσότερο οι πολιτικοί του αντίπαλοι από τον ίδιο, δεν οφείλεται τόσο στην αξιοσύνη του όσο σε μια σειρά άλλους παράγοντες, συν το «μπετόν αρμέ» σύστημα εξουσίας που εκπροσωπεί).
Στη γενικόλογη μεν και χωρίς εκπλήξεις αλλά προσεκτικά μελετημένη, όπως είπαμε, ώστε να μπορεί να εισακουστεί από πολλά διαφορετικά κοινά, ομιλία του, ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρθηκε αρκετές φορές στην αριστερά –κάτι που είχε πολύ καιρό να συμβεί– αλλά ακόμα περισσότερες, διπλάσιες σχεδόν, στην πατρίδα. Επικαλέστηκε τη λαϊκή απαίτηση για την επιστροφή του –«"κάντε κάτι, βγείτε μπροστά" μου λέγανε παντού όπου πήγαινα»–, επικαλούμενος καταρχάς τους μη προνομιούχους «που παλεύουν να τα βγάλουν πέρα» και «ασφυκτιούν» (αναφέρθηκε κιόλας ονομαστικά σε κάποιες περιπτώσεις, ώστε να δείξει πόσο δίπλα στον λαό βρίσκεται) αλλά και την πατρίδα που «έχει χάσει το κύρος της».
Μίλησε για την ανάγκη αλλαγής πολιτικής στην Ελλάδα και διεθνώς, καταδίκασε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αλλά και τους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ στο Ιράν, καταδίκασε επίσης την ισραηλινή επιθετικότητα στη Γάζα και τον Λίβανο και έθεσε εν αμφιβόλω τη στρατηγική συμμαχία Αθήνας - Τελ Αβίβ, άσχετα που συντάχθηκε ασμένως με αυτή και ως πρωθυπουργός. Μίλησε για διεθνές δίκαιο και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική «δείχνοντας» ξανά τον Ανδρέα Παπανδρέου, έκανε ειδική αναφορά στην Κύπρο και ακολούθησε ένα μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης (κάτι ανάμεσα στον «Παπαλάνγκι» και τις πρώτες διακηρύξεις των Γερμανών «Πρασίνων») λογύδριο για τη φύση, την κλιματική κρίση, το νερό, τον άνεμο, τον αέρα και τη Γη «που δεν μας έχει ανάγκη, εμείς την έχουμε» – δεν θυμήθηκε, ωστόσο, ότι και επί δικής του πρωθυπουργίας δόθηκαν άδεις για θαλάσσιες γεωτρήσεις. Είπε φυσικά για την ακρίβεια, την ανεργία, την εργασιακή επισφάλεια, τη χαμένη αξιοπρέπεια μισθωτού και συνταξιούχου, την αισχροκέρδεια, τη διαφθορά, τα Τέμπη, τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις και τις συγκαλύψεις, μνημόνευσε τους νέους επαγγελματίες, φοιτητές, αγρότες, κτηνοτρόφους, μνημόνευσε επίσης τον Μακρυγιάννη και τη ρήση του «να βρεθούμε ξανά εις το εμείς», υπεραμύνθηκε μιας «ανάπτυξης για όλους», έθιξε το δημογραφικό πρόβλημα αλλά και την οπισθοχώρηση από το ευρωπαϊκό «κεκτημένο».
Επιτίμησε τους κυβερνώντες που «χρεοκόπησαν τη χώρα» και «συνεχίζουν αμετανόητοι και με τις ίδιες συνταγές», μαζί όμως και το ΠΑΣΟΚ που αποκάλεσε «σύστημα μέσα στο σύστημα», δείχνοντας και τους υπουργούς που «δάνεισε» στη ΝΔ. Επισήμανε επίσης τα υπέρογκα χρέη των δύο αυτών κομμάτων (δεν αναφέρθηκε πάντως στις κατηγορίες περί «μαύρων ταμείων» του ΣΥΡΙΖΑ). Σε αυτοκριτική δεν προέβη, την έχει, είπε, ήδη ασκήσει, σάμπως όμως έχουν κάνει καμιά σοβαρή αυτοκριτική οι ηθικοί αυτουργοί της πορείας προς τα μνημόνια που τον ανέδειξε το ’15 πρωθυπουργό;
Δεν είπε τίποτα ή σχεδόν τίποτα για την υπόλοιπη αριστερά, πέρα από τη με πολλούς αποδέκτες ανάγκη της συμπόρευσης και της «μεγάλης προοδευτικής συμπαράταξης» της οποίας φιλοδοξεί να ηγηθεί καιρό τώρα, είπε ωστόσο αρκετές φορές τη λέξη «πυξίδα», που ήταν, λέγεται, και υποψήφια για τίτλος του κόμματος (άσε, χειρότερα θα ήταν), μαζί και τα γνωστά, χιλιοειπωμένα κι από άλλους, για κοινωνική δικαιοσύνη, εμβάθυνση δημοκρατίας, ισότητα ευκαιριών, αλληλεγγύη, δικαιώματα, συμπερίληψη –με ειδική αναφορά εδώ στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αλλά και τους μετανάστες–, δίχως όμως να παραλείψει καταρχάς να αναφερθεί στην ανάγκη «ασφάλειας των συνόρων μας», γιατί καλό είναι να είμαστε και να φαινόμασε, όπως είπαμε, και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ. Ευαγγελίστηκε μια «νέα μεταπολίτευση», πρότεινε νεόκοπους και μάλλον αμήχανους νοηματικά όρους όπως «ηθική επανάσταση» και «σοκ εντιμότητας» (πιο καλά ακουγόταν το «δημοκρατία της καθημερινότητας»), αναφέρθηκε στη «βαριά κληρονομιά» της αριστεράς που θεωρεί ότι ως τελευταίος ιστορικά κρίκος της εκπροσωπεί, έκανε κοντολογίς μια «σούμα» του β' μέρους της «Ιθάκης», στο πνεύμα της οποίας ήταν και οι «Επτά Δεσμεύσεις» με τις οποίες έκλεισε την ομιλία του.
Πόσο, τώρα, και ποιους έπεισε, έστω σε επίπεδο προτάσεων, εφόσον το «διά ταύτα», η καυτή πατάτα δηλαδή, παρέμεινε μετέωρο; Αν μιλούσαμε για έναν νέο πολιτικό, σίγουρα ακουγόταν καλύτερα από άλλους νεόκοπους ηγέτες και ηγερίες, πιο ψύχραιμος επίσης και ίσως πιο οικείος από άλλες αντιπολιτευόμενες ή γενικά κι αόριστα αντισυστημικές φωνές ή μάλλον κραυγές. Όμως, αν και ακόμα σχετικά νέος ηλικιακά, πολιτικά έχει ήδη δοκιμαστεί σε όλες τις θέσεις κι έχει ήδη αφήσει το όποιο στίγμα του, δύσκολα δηλαδή θα λειτουργήσει σε όσους τον ξέρουν ένα rebranding που θα μπορούσε, τηρουμένων φυσικά των αναλογιών, να θυμίσει εκείνο του Κωνσταντίνου Καραμανλή το ’74, οπότε όμως και η χρονική απόσταση ήταν αρκετά μεγαλύτερη. Ειδικά όταν υπάρχουν ακόμα αρκετοί «σκελετοί στην ντουλάπα». Ένα άλλο ερώτημα είναι από πού θα «μαζέψει» κοινό, δεδομένου ότι ελάχιστη έως μηδενική είναι η απήχησή του τόσο στο κέντρο και δεξιότερα, όσο και… αριστερότερα της αριστεράς που θέλει να εκπροσωπήσει – στους μεν φαντάζει καταστροφικός και απολύτως αναξιόπιστος, στους δε πολιτικός απατεώνας και «προδότης». Οι αντιδράσεις πάντως που ακολούθησαν την ομιλία του και ο αναβρασμός που έχει προκληθεί σε ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά, σε συνδυασμό με την επίμονη στασιμότητα του Νίκου Ανδρουλάκη και την αμηχανία που προκαλούν σε πολλούς πολιτικά εγχειρήματα όπως της Μαρίας Καρυστιανού, συνηγορούν ότι υπάρχει ξανά γι’ αυτόν μια θέση στο πολιτικό σκηνικό – το δείχνουν και οι τελευταίες δημοσκοπήσεις. Μόνο που αυτή θα περιοριστεί πιθανότατα στον ρόλο του δευτεραγωνιστή, στην καλύτερη, γιατί ένα ξαναζεσταμένο φαγητό, όση μαστοριά κι αν βάλεις, πάντοτε θα ωχριά μπροστά στο φρέσκο. Και αυτό ακριβώς το τελευταίο είναι το εναγωνίως ζητούμενο παραμονές των επόμενων βουλευτικών εκλογών στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό. Μέχρι τότε θα εξακολουθήσουμε, φοβάμαι, να «παίρνουμε σβάρνα τους γιατρούς, αδύνατοι μπροστά στους δυνατούς, συναντώντας ξέμπαρκους θεούς που χάσανε το πλοίο», ζητώντας από εσάς που ’σαστε κατά τα άλλα «υγιείς και αξιοπρεπείς» να μας δώσετε «πνοή, στέγη και τροφή / και μια ιδέα στεγανή που να μην μπάζει κρύο», όπως τραγουδούσαν στο «Εν Κατακλείδι» ο Παύλος Σιδηρόπουλος με τη Σπυριδούλα ήδη μισό αιώνα πριν.