Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, υπέβαλε επίσημο αίτημα προεδρικής χάρης, την ώρα που δικάζεται για μία από τις πιο σύνθετες και μακροχρόνιες υποθέσεις διαφθοράς στην ιστορία της χώρας.
Το γραφείο του προέδρου χαρακτήρισε την κίνηση «εξαιρετική» και σημείωσε ότι η διαδικασία έχει «σημαντικές συνέπειες», καθώς αφορά εν ενεργεία πρωθυπουργό που δεν έχει καταδικαστεί.
Το αίτημα αποτελείται από δύο ξεχωριστά έγγραφα, μία λεπτομερή επιστολή του συνηγόρου του και μια δεύτερη επιστολή υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον Νετανιάχου. Θα εξεταστεί πρώτα από το υπουργείο Δικαιοσύνης και στη συνέχεια από τον νομικό σύμβουλο της Προεδρίας.
Σε μαγνητοσκοπημένο μήνυμα, ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι η δίκη «διχάζει τη χώρα» και ότι μια χάρη θα συνέβαλε στην ενότητα. Επικαλέστηκε επίσης την υποχρέωση παρουσίας του στο δικαστήριο τρεις φορές την εβδομάδα, που, όπως είπε, δυσκολεύει την άσκηση των καθηκόντων του.
Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Μπενιαμίν Νετανιάχου
Ο πρωθυπουργός αντιμετωπίζει τρεις υποθέσεις που αποκαλούνται Case 1000, Case 2000 και Case 4000. Οι δίκες ξεκίνησαν το 2020, έχουν καθυστερήσει επανειλημμένα και –σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο– δεν θα λάβουν άλλη αναβολή.
Case 1000 – «Υπόθεση Δώρων»
Ο Νετανιάχου κατηγορείται ότι αυτός και η σύζυγός του έλαβαν δώρα μεγάλης αξίας από τον κινηματογραφικό παραγωγό Άρνον Μίλτσαν και τον δισεκατομμυριούχο Τζέιμς Πάκερ, όπως σαμπάνιες και πούρα, με αντάλλαγμα πολιτικές διευκολύνσεις. Η εισαγγελία εκτιμά ότι τα δώρα άγγιξαν τα 700.000 σέκελ (περίπου 1850.000 ευρώ) και συνοδεύονταν από βοήθεια για αμερικανική βίζα και προώθηση φορολογικών παρεμβάσεων που εξυπηρετούσαν συμφέροντα των δωροδοτών.
Case 2000
Αφορά συνομιλίες με τον Άρον Μόζες, εκδότη της «Yedioth Ahronoth», μιας από τις παλαιότερες και πιο επιδραστικές εφημερίδες του Ισραήλ. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Νετανιάχου φέρεται να συζήτησε τον περιορισμό της κυκλοφορίας της ανταγωνιστικής «Israel Hayom» με αντάλλαγμα πιο ευνοϊκή κάλυψη στη Yedioth. Η κατηγορία είναι απάτη και κατάχρηση εμπιστοσύνης.
Case 4000 – Η σοβαρότερη υπόθεση
Ο Νετανιάχου κατηγορείται ότι, ως υπουργός Τηλεπικοινωνιών, ενέκρινε ρυθμιστικές διευκολύνσεις ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων για την εταιρεία Bezeq, με αντάλλαγμα θετική κάλυψη στο ειδησεογραφικό site Walla, που ανήκε στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο. Εδώ αντιμετωπίζει και την κατηγορία της δωροδοκίας, η οποία επισύρει έως 10 χρόνια κάθειρξη.
Ο ίδιος χαρακτηρίζει και τις τρεις υποθέσεις «πολιτικό κυνήγι μαγισσών» από αντιπάλους και μέσα ενημέρωσης και αρνείται κατηγορηματικά κάθε κατηγορία.
Πιέσεις, πόλεμος και καθυστερήσεις
Η δίκη έχει καθυστερήσει αρκετές φορές, με το νομικό επιτελείο του Νετανιάχου να ζητά πρόσφατα νέα αναβολή, επικαλούμενο την πίεση εργασίας λόγω των πολεμικών μετώπων. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα σημειώνοντας ότι είχε πέντε μήνες να προετοιμαστεί.
Η εξέλιξη έρχεται σε μία στιγμή που επικριτές του τον κατηγορούν ότι παρατείνει τη σύγκρουση στη Γάζα για να αποφύγει πολιτικές εξελίξεις και ενδεχόμενη εκλογική αναμέτρηση, κάτι που ο ίδιος απορρίπτει.
Η παρέμβαση Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει τοποθετηθεί ανοιχτά υπέρ του Νετανιάχου, καλώντας το Ισραήλ είτε να ακυρώσει τη δίκη είτε να του χορηγήσει χάρη. Σε ανάρτησή του τον αποκάλεσε «μεγάλο ήρωα» και μίλησε για «σκευωρία», επαναλαμβάνοντας τη ρητορική που χρησιμοποιεί και για τις δικές του δικαστικές υποθέσεις.
Ο επικεφαλής της ισραηλινής αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, επέκρινε δημοσίως την παρέμβαση λέγοντας ότι ένας ξένος ηγέτης δεν πρέπει να επηρεάζει τη δικαστική διαδικασία μιας ανεξάρτητης χώρας.
Ο Νετανιάχου ευχαρίστησε τον Τραμπ για τη «συγκινητική υποστήριξη», αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα συνεχίσουν να συνεργάζονται σε ζητήματα ασφαλείας και περιφερειακής πολιτικής.