Ο Αλί Λαριτζανί κηρύχθηκε επίσημα νεκρός, όπως αναφέρουν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης του Ιράν.
Σε δήλωση που μετέδωσε το ημιεπίσημο ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων Mehr, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας της χώρας επιβεβαίωσε τη δολοφονία του Λαριτζανί, αφού νωρίτερα σήμερα το Ισραήλ ισχυρίστηκε ότι τον σκότωσε σε στοχευμένες επιθέσεις.
«Μετά από μια ζωή αγώνων για την ανύψωση του Ιράν και της Ισλαμικής Επανάστασης, πέτυχε επιτέλους τη μακροχρόνια επιθυμία του, ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της αλήθειας και μαρτύρησε με περηφάνια στο μέτωπο της υπηρεσίας», αναφέρει η δήλωση του συμβουλίου που μετέδωσε το Mehr.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ανακοίνωσε νωρίτερα ότι το Ισραήλ προχώρησε σε στοχευμένο πλήγμα υψηλού επιπέδου στο εσωτερικό του Ιράν, υποστηρίζοντας πως εξοντώθηκε ο Αλί Λαριτζανί, μαζί με τον διοικητή της παραστρατιωτικής οργάνωσης Basij.
«Αποδυναμώνουμε αυτό το καθεστώς με την ελπίδα να δώσουμε στον ιρανικό λαό την ευκαιρία να το ανατρέψει», δήλωσε, παρουσιάζοντας τα πλήγματα ως στρατιωτική αλλά και στρατηγική προσπάθεια αποδυνάμωσης της ηγεσίας της Τεχεράνης με την πάροδο του χρόνου.
Παράλληλα, τόνισε ότι οι επιχειρήσεις του Ισραήλ εντός Ιράν βρίσκονται σε εξέλιξη, περιλαμβάνοντας αεροπορικά πλήγματα και επιθέσεις με drones, ενώ αποκάλυψε και στενό συντονισμό με τις ΗΠΑ. Όπως υποστήριξε, η πίεση προς την Τεχεράνη ασκείται τόσο με άμεσες όσο και με έμμεσες ενέργειες, σε μια προσπάθεια να μεταβληθεί η ισορροπία δυνάμεων μακροπρόθεσμα.
Ποιος ήταν ο Αλί Λαριτζανί
Μέχρι τη δολοφονία του Ανώτατου Θρησκευτικού Ηγέτη του Ιράν, ο Αλί Λαριτζανί (Ali Larijani) θεωρούνταν το «ήπιο πρόσωπο» και ο πραγματιστής του θρησκευτικού κατεστημένου.
Ένας άνθρωπος με διδακτορικό πάνω στον Καντ, με θητεία σε διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα και με φήμη πραγματιστή μέσα σε ένα βαθιά ιδεολογικό σύστημα.
Στις 1 Μαρτίου 2026, όμως, ο τόνος του άλλαξε δραματικά. Μόλις 24 ώρες μετά τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς που σκότωσαν τον ανώτατο ηγέτη, Αλί Χαμενεΐ, και τον διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης Μοχάμεντ Πακπούρ, ο Λαριτζανί εμφανίστηκε στην κρατική τηλεόραση με μια ρητορική φωτιάς. Κατηγόρησε τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ότι «έβαλαν φωτιά στην καρδιά του ιρανικού έθνους» και υποσχέθηκε απάντηση που «δεν έχουν ξαναζήσει».
Ως γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, βρέθηκε στο κέντρο της ιρανικής στρατηγικής, σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές από το 1979.
Γεννήθηκε το 1958 στη Νατζάφ του Ιράκ, από εύπορη και επιδραστική οικογένεια, ανήκε σε μια πολιτική δυναστεία που το περιοδικό Time, είχε αποκαλέσει ως «Κένεντι του Ιράν». Ο πατέρας του ήταν διακεκριμένος θρησκευτικός λόγιος, ενώ τα αδέλφια του κατείχαν κορυφαίες θέσεις στη Δικαιοσύνη και στο Συμβούλιο των Ειδικών, το όργανο που επιλέγει τον ανώτατο ηγέτη.
Σε προσωπικό επίπεδο, ο Λαριτζανί συνδέθηκε άμεσα με τον πυρήνα της Ισλαμικής Δημοκρατίας: παντρεύτηκε την κόρη του Μορτεζά Μοταχαρί, στενού συνεργάτη του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί.
Αλί Λαριτζανί: Μαθηματικός, φιλόσοφος, πολιτικός
Σε αντίθεση με πολλούς Ιρανούς αξιωματούχους που προέρχονται αποκλειστικά από θρησκευτικές σχολές, ο Λαριτζανί είχε και κοσμικό ακαδημαϊκό υπόβαθρο. Σπούδασε Μαθηματικά και Πληροφορική στο Πανεπιστήμιο Σαρίφ και αργότερα ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στη Δυτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης.
Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, εντάχθηκε στους Φρουρούς της Επανάστασης και στη συνέχεια ανέλαβε υπουργικά και διοικητικά πόστα. Διετέλεσε επικεφαλής της κρατικής ραδιοτηλεόρασης και από το 2008 έως το 2020 ήταν πρόεδρος του Κοινοβουλίου, διαδραματίζοντας κομβικό ρόλο στην έγκριση της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα το 2015 (JCPOA).
Παρότι θεωρούνταν πραγματιστής, η στάση του είχε σκληρύνει τα τελευταία χρόνια. Επανήλθε στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας το 2025 και λίγους μήνες αργότερα ακύρωσε συμφωνία συνεργασίας με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας.
Λίγο πριν την κλιμάκωση, συμμετείχε σε έμμεσες διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ μέσω Ομάν, δηλώνοντας ότι «η διαπραγμάτευση είναι ορθολογική οδός». Όμως οι αεροπορικές επιδρομές που ξεκίνησαν στα τέλη Φεβρουαρίου έκλεισαν, τουλάχιστον προσωρινά, το διπλωματικό παράθυρο.
Ο Λαριτζανί είχε πλέον απορρίψει δημόσια κάθε ενδεχόμενο νέων συνομιλιών με την Ουάσινγκτον. Παράλληλα, είχε ξεκαθαρίσει ότι το Ιράν «δεν στοχεύει περιφερειακές χώρες», αλλά θα πλήξει «οποιαδήποτε βάση χρησιμοποιούν οι ΗΠΑ».