Η παραγωγή πετρελαίου κορυφώθηκε το 2019, αναφέρει η Shell, προσθέτοντας παράλληλα πως οι εκπομπές αερίων διοξειδίου του άνθρακα που παράγει μειώνονται. 

 

Η εταιρεία γνωστοποίησε τα σχέδιά της για εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων με ανακοίνωσή της την Πέμπτη. Παράλληλα ανέφερε ότι αναμένεται η παραγωγή πετρελαίου από εκείνην να μειώνεται περίπου 1% έως 2% κάθε χρόνο. Οι ολικές εκπομπές άνθρακα από την εταιρεία «πιθανόν να έφθασαν» στα υψηλότερα επίπεδα το 2018. 

 

Σύμφωνα με τον CEO της εταιρείας, Ben van Beurden, η κλιμακούμενη στρατηγική της εταιρείας θα οδηγήσει στη μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εταιρεία επιθυμεί να αναπτυχθεί σε αγορές όπου η ζήτηση για καθαρότερα προϊόντα και υπηρεσίες είναι ισχυρότερη, παρέχοντας περισσότερο σταθερές ταμειακές ροές και υψηλότερες αποδόσεις. H Shell, τον Σεπτέμβριο, ανακοίνωσε πως έχει ως στόχο να γίνει μία εταιρεία μηδενικών εκπομπών έως το 2050 κάνοντας, όπως η ΒΡ και η ΤΟΤ, στροφή προς την καθαρή ενέργεια. 

 

Οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες έχουν «ξεγράψει» περιουσιακά στοιχεία δισεκατομμυρίων δολαρίων υπό το πρίσμα προβλέψεων σύμφωνα με τις οποίες η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου δεν μπορεί ποτέ να ανακάμψει στα επίπεδα που είχαν επιτευχθεί πριν από την πανδημία. Στο εγγύς μέλλον, ωστόσο, η Shell θα συνεχίσει να διοχετεύει περίπου 8 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως σε έρευνες και άντληση πετρελαίου, ενώ θα επενδύσει 2 δισεκατομμύρια έως 3 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και υδρογόνο. Παράλληλα περίπου 8 έως 9 δισεκ. δολ. κατευθύνονται σε αέριο και χημικά. 

 

«Στόχος της Shell είναι η δημιουργία σημαντικών επιχειρήσεων χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στις αρχές της δεκαετίας του 2030», ανέφερε η εταιρεία προσθέτοντας ότι οι κεφαλαιουχικές δαπάνες θα μετατοπιστούν στην καθαρή ενέργεια με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα επιθυμεί να πουλήσει διπλάσιο ρεύμα σε σχέση με αυτό που πουλάει σήμερα - έως το 2030, ενώ έως το 2025 επιθυμεί τα σημεία φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων να φτάσουν τα 500.000 από 60.000 που είναι σήμερα. 

 

 

Με πληροφορίες από CNN Business