Ψυχολογικά προβλήματα αντιμετώπιζε ο άνδρας που προκάλεσε τον θάνατο ενός 8χρονου, όταν τον έσπρωξε μαζί με την μητέρα του στις γραμμές του τρένου, σε σιδηροδρομικό σταθμό της Φρανκφούρτης.

 

Υπό ψυχιατρική παρακολούθηση βρισκόταν στην Ελβετία ο 40χρονος Αμπτέ Αράγια από την Ερυθραία, ο οποίος έσπρωξε ένα 8χρονο αγόρι, μαζί με την μητέρα του στις γραμμές του τρένου, στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Φρανκφούρτης. 

 

Σε βάρος του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για μία δολοφονία και δύο απόπειρες δολοφονίας, εναντίον της μητέρας του αγοριού, η οποία έπεσε στις γραμμές αλλά κατόρθωσε να αποφύγει την διερχόμενη αμαξοστοιχία και μιας ηλικιωμένης γυναίκας, η οποία δεν έπεσε στις γραμμές αλλά υπέστη σοβαρό τραυματισμό στον ώμο.

 

Σύμφωνα με τα όσα ανακοίνωσε ο εισαγγελέας Τόμας Μπρέντλι νωρίτερα απόψε στη Ζυρίχη, η ελβετική αστυνομία ανακάλυψε στο διαμέρισμα του Αράγια έγγραφα τα οποία αποδεικνύουν ότι θεωρείτο ψυχικά ασθενής. Μόλις πριν από λίγες ημέρες είχε επιτεθεί εναντίον της συζύγου του και μίας ακόμη γυναίκας και τις είχε κλειδώσει στο διαμέρισμά του, μαζί με τα τρία του παιδιά, ηλικίας 1, 3 και 4 ετών.

 

Η σύζυγός του κατάφερε να ειδοποιήσει την αστυνομία, η οποία έκτοτε αναζητούσε τον δράστη, χωρίς ωστόσο να ενημερώσει τις γερμανικές ή τις ευρωπαϊκές αρμόδιες αρχές, καθώς δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι θα επιχειρούσε να διαφύγει στο εξωτερικό. Ο δράστης είναι χριστιανός ορθόδοξος και στο διαμέρισμά του δεν βρέθηκε κάποιο στοιχείο το οποίο να αφορά ενδεχόμενη ριζοσπαστικοποίησή του ή ακραία ιδεολογία.

 

Όπως ανέφερε ο Ελβετός εισαγγελέας, ο Αμπτέ Αράγια είχε διαφύγει από την Ερυθραία το 2006 και είχε ζητήσει πολιτικό άσυλο στην Ελβετία. Το 2008 η αίτησή του εγκρίθηκε και το 2011 έλαβε άδεια παραμονής στην χώρα. Στο πλαίσιο ειδικών προγραμμάτων για πρόσφυγες και μετανάστες, είχε σταθερή εργασία, ενώ μιλούσε καλά γερμανικά και δεν είχε απασχολήσει ποτέ τις αρχές.

 

Τελευταία εργαζόταν στην τεχνική υπηρεσία της δημόσιας επιχείρησης μεταφορών στην Ζυρίχη. Στις περιοδικές εκθέσεις χαρακτηριζόταν ως συνεπής, πρόθυμος και καλά καταρτισμένος, ενώ περιγραφόταν ως «υπόδειγμα ομαλής ενσωμάτωσης».

 

Σε μια από τις συνεντεύξεις του στις υπηρεσίες μεταναστευτικής πολιτικής είχε ερωτηθεί τι του άρεσε στην Ελβετία, για να απαντήσει: «Σχεδόν όλα. Η εκμάθηση της γλώσσας ήταν ένα εμπόδιο, αλλά το ξεπέρασα. Μου αρέσει ότι εδώ βρίσκει ο καθένας βοήθεια, ανεξαρτήτως του εάν είναι πλούσιος ή φτωχός. Όλοι έχουν φαγητό και η επιβίωση είναι εξασφαλισμένη. Η εκπαίδευση είναι πολύ καλή. Εδώ είναι ο πρώτος κόσμος».

 

Ο αρμόδιος σύμβουλος είχε διαπιστώσει «κόπωση» και «εκνευρισμό» κατά την περίοδο αναζήτησης μόνιμης εργασίας. «Η υπόθεση συνεχώς αναβάλλεται. Αυτό είναι ενοχλητικό, αλλά κάθε φορά αποφάσιζα να συνεχίσω. Θα ήθελα τα τρία μου παιδιά να έχουν καλύτερη ζωή από μένα και ελπίζω σε 25 χρόνια να ζω ακόμη εδώ», είχε δηλώσει ο ίδιος στις αρμόδιες υπηρεσίες.

 

Ο Αράγια σταμάτησε να εργάζεται τον περασμένο Ιανουάριο, οπότε και διαγνώσθηκε με ψυχολογικά προβλήματα.

 

Ο Γιόνας Γκεμπρεχιβέτ, δημοσιογράφος από την Ερυθραία στην Ελβετία, δήλωσε ότι ο Αράγια δεν ήταν γνωστός στην κοινότητα ομοεθνών του στη Ζυρίχη, η οποία, όπως ανέφερε, «είναι συγκλονισμένη από την πράξη του». Πρόσθεσε ακόμη ότι από χθες οι συμπατριώτες του βιώνουν άνευ προηγουμένου ρατσιστική συμπεριφορά. «Είμαστε σοκαρισμένοι από τα μηνύματα μίσους στο διαδίκτυο», δήλωσε.

 

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ