Ο εκσυγχρονισμός των πυρηνικών οπλοστασίων συνεχίζεται από τουλάχιστον εννέα χώρες, που καταγράφονται ως πυρηνικές δυνάμεις, αναφέρει η ετήσια έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών της Στοκχόλμης για την Ειρήνη (SIPRI).

 

Τα ευρήματα του SIPRI (Yearbook 2020), το οποίο αξιολογεί την τρέχουσα κατάσταση των εξοπλισμών, του αφοπλισμού και της διεθνούς ασφάλειας, δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα.

 

Βασικό εύρημα μεταξύ άλλων είναι ότι παρά τη συνολική μείωση του αριθμού των πυρηνικών κεφαλών το 2019, όλα τα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα συνεχίζουν να εκσυγχρονίζουν τα πυρηνικά τους οπλοστάσια.

 

Οι χώρες που διαθέτουν πυρηνικά όπλα 

 

Τα εννέα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Κίνα, η Ινδία, το Πακιστάν, το Ισραήλ και η Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας, είχαν συνολικά περίπου 13.400 πυρηνικά όπλα στην αρχή του 2020.

 

Ωστόσο, στην έκθεση δεν γίνεται αναφορά στην περίπτωση του Ιράν, το οποίο επιμένει ότι από το 1950 οπότε και ξεκίνησε το δικό του πυρηνικό πρόγραμμα, οι σκοποί του παραμένουν ειρηνικοί.

 

Αν και σημειώθηκε μείωση συγκριτικά με τα 13.865 πυρηνικά όπλα (που το Ινστιτούτο (SIPRI) εκτιμούσε ότι είχαν τα συγκεκριμένα κράτη στις αρχές του 2019), περίπου 3.720 από τα πυρηνικά όπλα αναπτύσσονται επί του παρόντος με επιχειρησιακές δυνάμεις και σχεδόν 1.800 από αυτά διατηρούνται σε κατάσταση υψηλής επιχειρησιακής επιφυλακής.

 

Η μείωση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κατάργηση των αποσυρθέντων πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία και τις ΗΠΑ. Οι δύο χώρες μαζί διαθέτουν ακόμη πάνω από το 90% των πυρηνικών όπλων σε όλον τον κόσμο.

 

Η μείωση των αμερικανικών και ρωσικών στρατηγικών πυρηνικών δυνάμεων, όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη του 2010, ολοκληρώθηκε το 2018 και το  2019 οι δυνάμεις και των δύο χωρών παρέμειναν κάτω από τα όρια, που καθόριζε η συνθήκη.

 

Το START θα λήξει τον Φεβρουάριο του 2021, εκτός και αν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν να το παρατείνουν. Ωστόσο, οι συζητήσεις για την επέκταση του START ή τη διαπραγμάτευση μιας νέας συνθήκης, δεν σημείωσαν πρόοδο το 2019.

 

Αυτό οφείλεται εν μέρει, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση, στην επιμονή της αμερικανικής κυβέρνησης ότι η Κίνα πρέπει να συμμετάσχει σε μελλοντικές συνομιλίες για τη μείωση των πυρηνικών όπλων. Κάτι που η Κίνα έχει αποκλείσει κατηγορηματικά.

 

«Το αδιέξοδο για το νέο START και η κατάρρευση το 2019, της Συνθήκης του 1987 μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης - ΗΠΑ για την εξάλειψη των πυραύλων ενδιάμεσης και μικρής εμβέλειας (Συνθήκη INF), υποδηλώνουν ότι η εποχή των διμερών συμφωνιών ελέγχου των πυρηνικών όπλων μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ τελειώνει», λέει ο Shannon Kile, διευθυντής του προγράμματος πυρηνικού αφοπλισμού και ελέγχου όπλων του SIPRI.

 

«Η απώλεια βασικών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ της Ρωσίας και των ΗΠΑ, που είχαν σκοπό να προωθήσουν τη διαφάνεια και να αποτρέψουν λανθασμένες αντιλήψεις σχετικά με τις αντίστοιχες στάσεις και δυνατότητες της πυρηνικής δύναμης, θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν σε έναν νέο αγώνα πυρηνικών όπλων».

 

Σε εξέλιξη τα πυρηνικά συστήματα επόμενης γενιάς

 

Η Ρωσία και οι ΗΠΑ διαθέτουν εκτεταμένα και ακριβά προγράμματα για την αντικατάσταση και τον εκσυγχρονισμό των πυρηνικών κεφαλών, των συστημάτων παράδοσης πυραύλων και αεροσκαφών και των εγκαταστάσεων παραγωγής πυρηνικών όπλων.

 

Και οι δύο χώρες έχουν επίσης δώσει νέους ή διευρυμένους ρόλους στα πυρηνικά όπλα, σε επίπεδο στρατιωτικών  σχεδίων, γεγονός που σηματοδοτεί μια σημαντική αντιστροφή της μετά τον ψυχρό πόλεμο, τάσης προς τη σταδιακή περιθωριοποίηση των πυρηνικών όπλων.

 

Τα πυρηνικά οπλοστάσια των άλλων κρατών είναι σημαντικά μικρότερα, αλλά όλα αυτά τα κράτη είτε αναπτύσσουν νέα οπλικά συστήματα ή έχουν ανακοινώσει την πρόθεσή τους να το πράξουν.

 

Η Κίνα βρίσκεται στη μέση ενός σημαντικού εκσυγχρονισμού του πυρηνικού της οπλοστασίου. Αναπτύσσει την αποκαλούμενη πυρηνική τριάδα για πρώτη φορά, αποτελούμενη από νέους χερσαίος και θαλάσσιους πυραύλους καθώς και πυρηνικά αεροσκάφη.

 

Η Ινδία και το Πακιστάν αυξάνουν αργά το μέγεθος και την ποικιλομορφία των πυρηνικών τους δυνάμεων, ενώ η Βόρεια Κορέα συνεχίζει να δίνει προτεραιότητα στο στρατιωτικό της πυρηνικό πρόγραμμα ως κεντρικό στοιχείο της εθνικής της ασφάλειας.

 

Παρόλο που η Βόρεια Κορέα ανακοίνωσε ότι θα ακολουθούσε προσωρινή αναστολή πυρηνικών δοκιμών μεγάλης εμβέλειας το 2019, κατά τη διάρκεια του έτους πραγματοποίησε πολλαπλές δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων μικρής ωστόσο, εμβέλειας, συμπεριλαμβανομένων αρκετών νέων τύπων.

 

 

 

Χαμηλά επίπεδα διαφάνειας 

 

Η διαθεσιμότητα αξιόπιστων πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση των πυρηνικών οπλοστασίων και των δυνατοτήτων των πυρηνικά οπλισμένων κρατών ποικίλλει σημαντικά.

 

«Οι ΗΠΑ έχουν αποκαλύψει σημαντικές πληροφορίες για τα αποθέματά τους και τις πυρηνικές δυνατότητές τους, αλλά το 2019 η αμερικανική κυβέρνηση τερμάτισε την πρακτική της δημοσιοποίησης του μεγέθους του αποθέματος των ΗΠΑ», λέει ο Hans M. Kristensen, αναπληρωτής ανώτερος συνεργάτης με το πρόγραμμα πυρηνικού αφοπλισμού, ελέγχου όπλων και μη διάδοσης (πυρηνικών) του SIPRI και διευθυντής του προγράμματος πυρηνικών πληροφοριών στην Ομοσπονδία Αμερικανών Επιστημόνων (FAS).

 

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία έχουν επίσης δώσει ορισμένες πληροφορίες για τα πυρηνικά τους οπλοστάσια.

 

Η Ρωσία δεν διαθέτει δημόσια λεπτομερή ανάλυση των δυνάμεών της που υπολογίζονται στο START, παρόλο που μοιράζεται αυτές τις πληροφορίες με τις ΗΠΑ.

 

Οι κυβερνήσεις της Ινδίας και του Πακιστάν αναφέρουν ορισμένες μόνο από τις δοκιμές πυραύλων τους, αλλά παρέχουν λίγες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ή το μέγεθος των οπλοστασίων τους.

 

Η Βόρεια Κορέα,  έχει παραδεχτεί τη διεξαγωγή πυρηνικών δοκιμών και την εκτόξευση πυραύλων αλλά δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες των οπλικών αυτών συστημάτων.

 

Το Ισραήλ, από την άλλη συνεχίζει να ακολουθεί μια μακροχρόνια πολιτική να μην κάνει καμία αναφορά στο πυρηνικό του οπλοστάσιο.

 


Τι ισχύει με τις Συνθήκες

 

Η τελευταία εκρηκτική δοκιμή των ΗΠΑ, έγινε τον Σεπτέμβριο του 1992 και οι ΗΠΑ παραμένουν μέχρι σήμερα η μόνη χώρα που χρησιμοποίησε πυρηνικό όπλο εν καιρώ πολέμου.

 

Η βόμβα στην Χιροσίμα σκότωσε περίπου 80.000 ανθρώπους και εκείνη στο Ναγκασάκι ακόμα 70.000. Από το 1945 τουλάχιστον 8 χώρες έχουν προβεί συνολικά σε 2.000 πυρηνικές δοκιμές. Πάνω τις μισές έχουν γίνει από τις ΗΠΑ.

 

Η περίφημη Συνθήκη μη διάδοσης πυρηνικών όπλων τέθηκε σε ισχύ στις 5 Μαρτίου 1970 και μέχρι σήμερα έχει υπογραφεί από 191 χώρες, πέντε εκ των οποίων αναγνωρίζονται ως πυρηνικά κράτη: οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Κίνα.

 

Οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Βρετανία, η Γαλλία και η Κίνα είχαν αναπτύξει και δοκιμάσει πυρηνικές βόμβες πριν την συμφωνία που προβλέπει ότι και αυτές θα πρέπει να μειώσουν το οπλοστάσιό τους. Αυτές οι χώρες είναι και τα μόνα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

 

Αρχικά ως διάρκεια της συμφωνίας είχε οριστεί μία 25ετία, αλλά το 1995 αποφασίστηκε να ισχύσει επ' αόριστον.

 

Η συνθήκη συντίθεται από τρεις «πυλώνες»: τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, τον αφοπλισμό και την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας.

 

Το Ισραήλ, που ούτε επιβεβαιώνει ούτε διαψεύδει την κατοχή πυρηνικών κεφαλών, η Ινδία και το Πακιστάν ουδέποτε υπέγραψαν την συμφωνία ενώ η Βόρεια Κορέα αποσύρθηκε από αυτήν το 2003.

 

Το Ιράν ξεκίνησε το δικό του πυρηνικό πρόγραμμα το 1950 και επιμένει ότι οι σκοποί του παραμένουν ειρηνικοί.

 

Ωστόσο υπήρχε η υποψία ότι το πρόγραμμα αυτό ήταν απλώς ένα προκάλυμμα για την ανάπτυξη όπλων και το Συμβούλιο Ασφαλείας, οι ΗΠΑ και η ΕΕ επέβαλαν κυρώσεις το 2010.

 

Το 2015 το Ιράν συμφώνησε με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις ότι θα υποχωρούσε στο ζήτημα της κλίμακας του προγράμματος με εμπορικά ανταλλάγματα, αλλά ο κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ οπισθοχώρησε από την συμφωνία τον Μάιο του 2018.

 

Με πληροφορίες του SIPRI

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr